*Οι παλαιότερες αποφάσεις της ΕΔΔ αναδημοσιεύονται από το αρχείο και δεν έχει γίνει καμία παρέμβαση στο περιεχόμενό τους.
*Οι παλαιότερες αποφάσεις της ΕΔΔ αναδημοσιεύονται από το αρχείο και δεν έχει γίνει καμία παρέμβαση στο περιεχόμενό τους.
ΠΡΟΝΟΙΑ/EΣ ΚΩΔΙΚΑ:
ΜΜΕ:
ΑΡ. ΠΑΡΑΠΟΝΟΥ:
25/2016
ΗΜ. ΑΠΟΦΑΣΗΣ:
13/09/2016
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ:
ΝΑΙ
Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας εξέτασε παράπονο (25/18/7/2016) από τη Μαρίνα Χριστοφόρου ότι το SIGMALIVE έδωσε ανακριβή πληροφόρηση σχετικά με το επάγγελμα του συζύγου της που βρύκε το θάνατο σε αυτοκινητικό δυστύχημα. Ειδικότερα, ανέφερε πως η ιστοσελίδα στις 9/7/2016 ανάρτησε στο YOUTUBE video με είδηση που αναφερόταν σε θανατηφόρο αυτοκινητικό δυστύχημα στο δρόμο Λάρνακας-Αμμοχώστου παρά το Δασάκι Αχνας, στο οποίο σκοτώθηκε ο σύζυγός της, στην οποία περιεχόταν ο ισχυρισμός ότι κατά την ώρα του δυστυχήματος ο σύζυγός της κατευθυνόταν στην Αυγόρου, όπου ήταν συνέταιρος σε μπυραρία. Η παραπονούμενη βεβαίωσε πώς ο ισχυρισμός ότι ό σύζυγός της ήταν συνέταιρος σε μπυραρία δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και ότι εργαζόταν μόνο ως φωτογράφος, διατηρώντας το φωτογραφείο ΦΩΤΟ-ΛΥΣΗ Στο πλαίσιο της πρόνοιας του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας που αναφέρει ότι «προτού εξετάσει το παράπονο, η Επιτροπή προσπαθεί να επιτύχει διευθέτηση με διαβούλευση με τα δύο μέρη ή με απ’ ευθείας διαβούλευση ή συνεννόηση των μερών…» η Γραμματεία ενημέρωσε στις 18/7/2016 τη διεύθυνση του SIGMALIVE για το παράπονο. Η υπεύθυνη της ιστοσελίδας ανέφερε ότι είχε αναρτήσει αυτούσια είδηση του τηλεοπτικού σταθμού ΣΙΓΜΑ στο YOUTUBE για το δυστύχημα και ότι η ιστοσελίδα στη δικής της ειδησεογραφία δημοσίευσε σύντομη είδηση που πήρε από το ΚΥΠΕ για το δυστύχημα, που δεν ανέφερε πολλές λεπτομέρειες. Επίσης ανέφερε ότι το video αφαιρέθηκε αμέσως και απολογήθηκε προς την παραπονούμενη για την αναστάτωση που της προκάλεσε Ειδικότερα, της απέστειλε επιστολή στην οποία ανέφερε πως παρ’ όλο που το σχετικό ρεπορτάζ στο βίντεο έγινε από την τηλεόραση, θα ήθελε προσωπικά να ζητήσει συγνώμη για την όποια ταλαιπωρία και αναστάτωση που της προκάλεσε η είδηση. Επίσης ανέφερε πως «σε καμία περίπτωση δεν θέλαμε να προκληθεί οποιαδήποτε οδύνη πλέον της απώλειας του ανθρώπου σας" και πληροφόρησε την παραπονούμενη ότι έγινε σοβαρότατη επίπληξη στον δημοσιογράφο για την απαράδεκτη αμέλεια του να επαληθεύσει ότι όλα όσα ανέφερε στην είδησή του ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα, εκφράζοντας τέλος «ειλικρινή και βαθύτατη απολογία». Η Επιτροπή θεώρησε ότι η αναγνώριση της ανακρίβειας ευθέως και η άμεση απολογία προς την παραπονούμενη, η οποία την αποδέχθηκε ως ειλικρινή και επαρκή συνιστούσαν αποκατάσταση των πραγμάτων, η οποία θα ήταν πλήρης αν η ιστοσελίδα δημοσίευσε την αναγνώριση της ανακρίβειας και την απολογία προς την παραπονούμενη.
ΠΡΟΝΟΙΑ/EΣ ΚΩΔΙΚΑ:
ΜΜΕ:
ΑΡ. ΠΑΡΑΠΟΝΟΥ:
22/2016
ΗΜ. ΑΠΟΦΑΣΗΣ:
12/07/2016
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ:
1 ΟΧΙ, 2 ΝΑΙ
Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας εξέτασε παράπονο (22/7/6/2016) από τον Αν. Διευθυντή/Αρχισυντάκτη του Κυπριακού Πρακτορείου Ειδήσεων Γιώργο Πενηνταέξ για δημοσίευση από την εφημερίδα «Αλήθεια» δύο αποκλειστικών ειδήσεων του Πρακτορείου χωρίς αναφορά στην πηγή. Ειδικότερα παραπονέθηκε η εφημερίδα δημοσίευσε στις 5/52016 αποκλειστική κάλυψη από δημοσιογράφο και κινηματογραφιστή του ΚΥΠΕ της πορείας των εργασιών αναστήλωσης του μοναστηριού του Αποστόλου Ανδρέα, χωρίς αναφορά στην πηγή, κατά παράβαση των σχετικών προνοιών του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας. Η είδηση μεταδόθηκε από το ΚΥΠΕ στις 4/5/2016 και περιλάμβανε αποκλειστικές δηλώσεις στην απεσταλμένη του πρακτορείου Αιμιλία Χριστοφή. Επίσης παραπονέθηκε ότι δημοσίευσε στις 13/5/2013 αποκλειστικής είδησης για την επαναλειτουργία της εκκλησίας Αγίας Αννας στην Αμμόχωστο ύστερα από 600 χρόνια χωρίς αναφορά στην πηγή. Ο παραπονούμενος επισύναψε φωτοαντίγραφα τόσο των ειδήσεων του ΚΥΠΕ όσο και των προαναφερθέντων δημοσιευμάτων από τα οποία προκύπτει η ακρίβεια των καταγγελιών του. Ο δημοσιογράφος Αριστείδης Βικέτος, που έγραψε την είδηση της εφημερίδας για τις εργασίες αναστήλωσης της Μονής Αποστόλου Ανδρέα πληροφόρησε την Επιτροπή έγραψε την είδηση ύστερα από προσωπική επίσκεψη στον Απόστολο Ανδρέα αργότερα την ίδια ημέρα κατά την οποία έγινε και η επίσκεψη της ομάδας του ΚΥΠΕ και μίλησε με τους δύο εργολάβους του έργου, που του έδωσαν πληροφορίες για το τι λέχθηκε προηγουμένως. Μάλιστα ανέφερε πως από τον Απόστολο Ανδρέα τον μετέφερε στη Λευκωσία ο Τουρκοκύπριος εργολάβος Γακούπ Τελ. Το γεγονός της επίσκεψης του επιβεβαιώνεται από φωτογραφίες που έλαβε της υπό αναστήλωση μονής. Κατά συνέπεια το παράπονο ως προς την είδηση που αφορά στον Απόστολο Ανδρέα δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. Ωστόσο, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι η είδηση για τη λειτουργία στον ιερό ναό Αγίας Αννας στην κατεχόμενη Αμμόχωστο λήφθηκε από το ΚΥΠΕ και ότι υπήρξε παράλειψη αναφοράς της πηγής. Αφού εξέτασε τα ενώπιόν της δεδομένα, η Επιτροπή επισήμανε ότι σε προηγούμενες αποφάσεις της επί παρόμοιας φύσεως παραπόνων υπέδειξε ότι η προστασία των δικαιωμάτων αυτών διέπεται από τις αρχές οι οποίες προκύπτουν από τον Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας, που παραπέμπει επίσης στην ισχύουσα νομοθεσία, καθώς και από τη σχετική νομολογία. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι δεν υπάρχει ενιαία πολιτική της Ευρωπαϊκής Ενωσης επί του θέματος αλλά η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επεξεργάζεται οδηγία προς τα κράτη-μέλη, ώστε να υπάρχει ενιαία ρύθμιση στο χώρο της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Το άρθρο 7 του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας προβλέπει ότι: «Τα Μ.Μ.Ε. και οι λειτουργοί σέβονται και εφαρμόζουν το εκάστοτε ισχύον Δίκαιο και συμβάσεις που αφορούν στην προστασία της πνευματικής ιδιοκτησίας. Εκεί που επιτρέπεται, η αναδημοσίευση από άλλη πηγή γίνεται με σεβασμό προς το συγγραφέα/δημιουργό ή τον ιδιοκτήτη. Τα Μ.Μ.Ε. και οι λειτουργοί των υποχρεούνται να αναφέρουν την προέλευση». Το άρθρο 2 της Διεθνούς Σύμβασης περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας του 1968, πάνω στην οποία στηρίζονται πλείστες εθνικές νομοθεσίες, καθορίζει ότι μεταξύ άλλων προστατεύονται «φιλολογικά, καλλιτεχνικά και επιστημονικά έργα». Στον ορισμό αυτό εμπίπτουν και τα δημοσιογραφικά κείμενα σε έντυπα και ηλεκτρονικά ΜΜΕ, τα οποία παρουσιάζουν γεγονότα ή ιδέες. Η αναπαραγωγή αυτών των πνευματικών δημιουργημάτων, ανεξάρτητα από την ποιότητα και το επίπεδό τους, δεν επιτρέπεται χωρίς την άδεια του κατόχου των πνευματικών δικαιωμάτων, ενώ στις περιπτώσεις που όπως αναλύεται κατωτέρω επιτρέπεται, η αναπαραγωγή γίνεται με αναφορά στην πηγή. Σε περιπτώσεις «πνευματικών δημιουργημάτων» όπως ορίζονται πιο πάνω, επιτρέπεται η καλή τη πίστη αναδημοσίευση, πχ η δημοσίευση αποσπασμάτων από άρθρα ιδεών για σκοπούς κριτικής, προβολής των ιδεών που περιλαμβάνονται στο κείμενο, έκφρασης αντίθετων ιδεών ή απόψεων, ως μέρος είδησης, ως επιχείρημα προς υποστήριξη συγκεκριμένων θέσεων, ως παρωδία, κλπ. Τα κριτήρια της καλής πίστης στις περιπτώσεις αυτές καθορίζονται από το σκοπό της χρήσης, κατά πόσο η αναδημοσίευση περιορίζεται στο απολύτως απαραίτητο για τους σκοπούς της χρήσης, από το κατά πόσο με την αναδημοσίευση έχει μεταβληθεί ουσιωδώς το αρχικό άρθρο, κατά πόσο η αναδημοσίευση αποβλέπει στην εξυπηρέτηση του ιδίου σκοπού με το πρωτότυπο, κατά πόσο με την αναδημοσίευση επιδιώκεται εμπορικό κέρδος και κατά πόσο με την αναδημοσίευση μειώνεται η εμπορική αξία της προστατευόμενης πνευματικής ιδιοκτησίας. Η καλή τη πίστη αναδημοσίευση επιτρέπεται από τον Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας («εκεί που επιτρέπεται, η αναδημοσίευση γίνεται...»), αλλά υπό τους όρους που θέτει ο Κώδικας, δηλαδή με σεβασμό προς το συγγραφέα/δημιουργό, γεγονός που σημαίνει την αναγνώριση της πατρότητας του έργου με αναφορά στην προέλευση. Η προστασία αφορά σε «πρωτότυπα συγγραφικά έργα» και με την έννοια αυτή τα γεγονότα στα οποία αναφέρεται μια είδηση δεν θεωρούνται πρωτότυπα. Τα γεγονότα είναι το δημιούργημα κάποιου ατόμου ή αιτίας και επομένως ένας δημοσιογράφος ή ένα ΜΜΕ δεν μπορεί να τα κατοχυρώσει κάτω από το δικαίωμα της πνευματικής ιδιοκτησίας. Κατά τον ίδιο τρόπο δεν μπορούν να κατοχυρωθούν ευρήματα που αποκαλύπτονται μέσα από δημοσιογραφική έρευνα εφ’ όσον αυτά δεν είναι το δημιούργημα του ερευνητή, (όμως ο τρόπος παρουσίασής τους, π.χ. ένα γραφικό που αποτυπώνει το αποτέλεσμα της έρευνας μπορεί να είναι πρωτότυπο δημιούργημα) ούτε και οι ιδέες, π.χ. απόψεις επί ενός συγκεκριμένου θέματος ή ο τρόπος για την κατασκευή ή δημιουργία ενός αντικειμένου, π.χ. την παρασκευή ενός συγκεκριμένου πιάτου φαγητού. Όμως ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάζονται ιδέες, ή γεγονότα ή προϋπάρχοντα δεδομένα σε ένα δημοσιογραφικό κείμενο, δηλαδή η επιλογή και η σειρά τοποθέτησης των λέξεων σε ένα κείμενο και εν τέλει το ύφος (στυλ), αποτελεί πνευματική δημιουργία και προστατεύεται από το δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας. Με βάση τα πιο πάνω, ένα ΜΜΕ μπορεί να δημοσιεύσει ή να μεταδώσει γεγονότα που δημοσίευσε ή μετέδωσε προηγουμένως ένα άλλο ΜΜΕ, είτε ύστερα από δική του επιβεβαίωση των γεγονότων είτε και χωρίς επιβεβαίωση. Πρόκειται για επιτρεπόμενη αναδημοσίευση, η οποία, όμως, δεν μπορεί να γίνει με τη χρήση του ιδίου λεξιλογίου, της ίδιας φρασεολογίας και του ιδίου ύφους. Νοείται ότι το προϊόν μιας δημοσιογραφικής έρευνας επί γεγονότων που δημοσιεύτηκαν δεν θεωρείται αναδημοσίευση αν η είδηση που προέκυψε από μια τέτοια έρευνα υπερακοντίζει ουσιωδώς την αρχική ή είναι μια εντελώς διαφορετική είδηση. Όπως προκύπτει από τα ανωτέρω, και με την επιφύλαξη για τους όρους του συμβολαίου μεταξύ παρόχου και συνδρομητή, τα ΜΜΕ έχουν υποχρέωση να σέβονται το δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας των πρακτορείων ειδήσεων από τα οποία λαμβάνουν την πληροφόρησή τους, ιδιαίτερα οσάκις διατηρούν τη φρασεολογία και το ύφος της αρχικής είδησης και στις περιπτώσεις που τα ίδια τα πρακτορεία δημοσιεύουν ειδοποίηση ότι διατηρούν τα πνευματικά δικαιώματα επί των ειδήσεών τους. Κατά συνέπεια, και λαμβάνοντας υπόψη τις πιο πάνω αρχές, η Επιτροπή αποφάσισε ότι η δημοσίευση του κειμένου για τη λειτουργία στον ιερό ναό Αγίας Αννας συνιστά παραβίαση των προνοιών του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας. Η Επιτροπή θεωρεί χρήσιμο να υποδείξει ότι ανεξάρτητα από το σεβασμό των κατοχυρωμένων δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας ως ανωτέρω, λόγοι στοιχειώδους αβροφροσύνης μεταξύ των δημοσιογράφων και των ΜΜΕ σε ένα μικρό χώρο όπως η Κύπρος συνηγορούν υπέρ του σεβασμού και της αναγνώρισης της εργασίας των άλλων με την αναφορά της πηγής σε κάθε περίπτωση. Επίσης θεωρεί ότι οι δημοσιογράφοι και τα ΜΜΕ θα πρέπει να αναφέρουν, στις περιπτώσεις και στο βαθμό που αυτό είναι δυνατό, με όσο πιο συγκεκριμένο τρόπο γίνεται την πηγή προέλευσης της πληροφόρησής τους, γεγονός που βοηθά το κοινό να εκτιμήσει την αξιοπιστία των πληροφοριών. Από την άλλη, η αναφορά της πηγής προέλευσης αποτελεί σε κάποιο βαθμό ασπίδα προστασίας, έχοντας όμως πάντα υπόψη ότι η επίκληση της αναδημοσίευσης δεν αποτελεί υπεράσπιση για οποιαδήποτε παραβίαση είτε δεοντολογικών είτε νομικών κανόνων.
ΠΡΟΝΟΙΑ/EΣ ΚΩΔΙΚΑ:
ΜΜΕ:
ΑΡ. ΠΑΡΑΠΟΝΟΥ:
17/2016
ΗΜ. ΑΠΟΦΑΣΗΣ:
12/07/2016
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ:
ΟΧΙ
Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας επιλήφθηκε παραπόνου (17/4/5/2016) από δικηγόρο για δημοσίευμα στον ΠΟΛΙΤΗ σε σχέση με επεισόδια που είχαν διαδραματισθεί σε ορεινό χωριό τον Αύγουστο του 2015 και δικαστικά μέτρα που λήφθηκαν ύστερα από αυτά. Ο παραπονούμενος, αναφέροντας πως ενεργούσε και εκ μέρους της συζύγου του, υποστήριξε ότι η εφημερίδα παρέλειψε να εξακριβώσει τα γεγονότα και να παραθέσει την άλλη άποψη. Το επίμαχο δημοσίευμα, ημερομηνίας 30/4/2016, αναφερόταν σε δικηγόρο, το όνομα του οποίου δεν αναφέρθηκε, ο οποίος φέρεται να μπήκε στο υποστατικό της επιχείρησης του θείου της συζύγου του και του επιτέθηκε, επειδή τον θεώρησε υπεύθυνο για το σκίσιμο αφίσας που διαφήμιζε καλλιτεχνικό γεγονός στο χωριό, τον Αύγουστο του 2015, στο οποίο θα τραγουδούσε η σύζυγός του. Το δημοσίευμα ανέφερε ότι ο θείος της συζύγου είχε καταχωρίσει αγωγή εναντίον του δικηγόρου, συζύγου της ανεψιάς του, για αποζημιώσεις 200.000 μέχρι 500.000 ευρώ και ότι επέκειτο και η καταχώριση ποινικής αγωγής εναντίον του δικηγόρου για επίθεση και πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης, ενώ με διάταγμα δικαστηρίου δεσμεύτηκε η ακίνητη περιουσία του, προκειμένου να ικανοποιηθούν οι απαιτήσεις της πολιτικής αγωγής. Το δημοσίευμα, επικαλούμενο ισχυρισμούς του θείου που λήφθηκαν από το δικόγραφο της πολιτικής αγωγής, ανέφερε ότι οι καλές σχέσεις του θείου με την οικογένεια της ανεψιάς του διαταράχθηκαν τον Αύγουστο 2015 όταν η σύζυγος του εναγόμενου δημοσιοποίησε την απόφασή της να διοργανώσει μουσική βραδιά σε εξοχική της κατοικία, σε ημερομηνία η οποία συνέπιπτε με ήδη προγραμματισμένη αντίστοιχη εκδήλωση που θα γινόταν στην επιχείρηση του ενάγοντος θείου. Σύμφωνα πάντα με το δημοσίευμα, ο θείος πήγε στο σπίτι της αδελφής του και της ζήτησε να πει στην κόρη της να μεταφέρει την εκδήλωσή της σε άλλη ημερομηνία, οπότε, όπως ισχυρίστηκε, δέχθηκε λεκτική επίθεση από τον δικηγόρο που ήταν παρών, ο οποίος τον εξύβρισε με άσχημους χαρακτηρισμούς. Αργότερα η ανεψιά μετέθεσε τη δική της εκδήλωση για τις 18 Αυγούστου 2015 και μάλιστα τραγούδησε στην εκδήλωση που έγινε στην επιχείρηση του θείου της δύο ημέρες νωρίτερα. Περαιτέρω το δημοσίευμα ανέφερε ότι το πρωί της 18ης Αυγούστου, σύμφωνα με όσα υποστηρίζονται στην αγωγή, ο δικηγόρος περνούσε με το ποδήλατό του έξω από την επιχείρηση του ενάγοντος και παρατήρησε ότι μία αφίσα που διαφήμιζέ την εκδήλωση της συζύγου του και βρισκόταν σε πάσσαλο έξω από την επιχείρηση ήταν σκισμένη. Ο δικηγόρος εισήλθε στο υποστατικό ενώ σ’ αυτό βρίσκονταν πελάτες οι οποίοι έτρωγαν και «αφού τον άρπαξε βίαια από τον λαιμό ενώ αυτός εξακολουθούσε να είναι καθήμενος, τον έσφιγγε δυνατά και με μανία σε ένα σιδερένιο περιτοίχισμα που βρίσκεται περιμετρικά ενός χαμηλού τοίχου». Αποτέλεσμα της επίθεσης ήταν ο ενάγων να υποστεί εγκεφαλικό επεισόδιο και να περιέλθει σε κατάσταση αφασίας. Αφού ο δικηγόρος αποχώρησε, ο ενάγων μεταφέρθηκε στο τοπικό νοσοκομείο, ενώ στη συνέχεια, λόγω της σοβαρότητας της κατάστασής του, διεκομίσθη στις πρώτες βοήθειες του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας». Ο παραπονούμενος ανέφερε ότι το γεγονός ότι δεν υπήρξε έστω και προσχηματική προσπάθεια επικοινωνίας με τον ίδιο και τη σύζυγό του για σχολιασμό και επιβεβαίωση ή διάψευση όσων αναφέρονται στο δημοσίευμα καταδεικνύει περίτρανα αλλότρια κίνητρα. Περαιτέρω ανέφερε ότι η παράλειψη αυτή αντιβαίνει στις πρόνοιες των άρθρων 1 περί ακρίβειας των πληροφοριών, στο άρθρο 3 περί ιδιωτικής ζωής και στο άρθρο 9 περί τεκμηρίου αθωότητας. Εξ άλλου ανέφερε ότι η σύζυγός του έχει κάμει καταγγελία στην αστυνομία για απειλή κατά της ζωής της, επίθεση, απειλή χρήσης βίας, επέμβαση στην προσωπικότητα της και προσβολή της προσωπικότητας της, ψυχική οδύνη, παρενόχληση, ταλαιπωρία και συναφείς ζημιές και απώλειες που υπέστη από το θείο της στις 13/08/2015, εντός της αυλής της κατοικίας της. Υποστήριξε επίσης ότι κατά το επεισόδιο ο θείος της συζύγου του εξύβρισε τον ίδιο και τη σύζυγό του και διατύπωσε απειλές ότι θα τους σκότωνα με όπλο που κατείχε, αν η σύζυγός του δεν ακύρωνε μουσική εκδήλωση που είχε προγραμματίσει στη αυλή της κατοικίας της στις 15/08/2015, εκδήλωση που η σύζυγος του, φοβούμενη για την ζωή της και της οικογένειας, της εξαναγκάστηκε να ακυρώσει. Ο παραπονούμενος διατύπωσε παράπονα και εναντίον του θείου και άλλου ατόμου, ότι την ημέρα του Πάσχα και τη Δευτέρα του Πάσχα διένειμαν στον Πεδουλά φωτοτυπία του επίμαχου δημοσιεύματος. Η Επιτροπή αποφάσισε ότι ήταν αναρμόδια να ασχοληθεί με το παράπονο εναντίον των δύο ιδιωτών, δεδομένου ότι δεν εμπίπτουν στη δικαιοδοσία της. Παραθέτοντας γραπτώς τις θέσεις της, η εφημερίδα πληροφόρησε την Επιτροπή ότι το δημοσίευμά της στηρίχθηκε σε δύο δικαστικά έγγραφα, δηλαδή σε αγωγή που καταχωρήθηκε στο επαρχιακό δικαστήριο Λευκωσίας εναντίον του δικηγόρου και περαιτέρω σε απόφαση του επαρχιακού δικαστηρίου Λευκωσίας, με την οποία έγινε αποδεκτό το αίτημα για δήμευση της περιουσίας του δικηγόρου προκειμένου να μην αποξενωθεί, ώστε να ικανοποιηθούν οι απαιτήσεις της αγωγής. Όπως ανέφερε η εφημερίδα, επειδή η είδηση στηριζόταν σε δικαστικά έγγραφα και αποφάσεις δεν θεώρησε ότι είχε υποχρέωση να διασταυρώσει τις πληροφορίες ή να λάβει της θέσεις του δικηγόρου, αν και είχε όλη την καλή πρόθεση να φιλοξενήσει την άποψή του αν το επιθυμούσε. Εξ άλλου ανέφερε ότι δημοσίευσε και τις δικές του θέσεις, στις 11 Μαΐου, 2016, τις οποίες πήρε από επιστολή του προς την εφημερίδα ημερομηνίας 4/5/2016. Όπως ανέφερε η εφημερίδα, η καθυστέρηση στη δημοσίευση οφειλόταν στο γεγονός ότι ο συντάκτης της είδησης απουσίαζε με άδεια. Η Επιτροπή αποφάσισε ότι δεν μπορούσε να παρέμβει στην προκειμένη περίπτωση, δεδομένου ότι το δημοσίευμα της εφημερίδας ήταν προνομιούχο, εφ’ όσο είχε ως πηγή πληροφόρησης το κείμενο δικαστικής αγωγής και απόφαση δικαστηρίου. Επίσης αποφάσισε να ασκήσει τη διακριτική της ευχέρεια και να μη ασχοληθεί με ένα θέμα που βρίσκεται ενώπιον δικαστηρίου, με βάση τη σχετική πρόνοια του Κώδικα, αναστέλλοντας την ουσιαστική εξέταση του παραπόνου μέχρις ότι περατωθούν οι δικαστικές διαμάχες. Η Επιτροπή επιφυλάχθηκε να αποφασίσει αν θα επανέλθει επί του παραπόνου υπό το φως της εξέλιξης των δικαστικής διαμάχης. Παρά ταύτα, η Επιτροπή, έχοντας υπόψη ότι μια ιδιωτική αγωγή εκ των πραγμάτων περιέχει τις απόψεις μόνο της μιας πλευράς σε μια δικαστική διαμάχη, θεωρεί σκόπιμο να επισημάνει ότι η δημοσιογραφική δεοντολογία επιβάλλει να ακούγονται και οι δύο απόψεις σε μια διαμάχη. Η εφημερίδα είχε δύο επιλογές, είτε να ζητήσει τις απόψεις του αναφερόμενου στην είδηση δικηγόρου (απόψεις που δημοσίευσε λαμβάνοντάς τις από το κείμενο επιστολής του), είτε να παρακολουθήσει την εξέλιξη της υπόθεσης και να δημοσιεύσει την απάντησή του στην αγωγή. Η υποχρέωση παρακολούθησης της εξέλιξης της υπόθεσης παραμένει στο πλαίσιο της πρόνοιας για παροχή ολοκληρωμένης πληροφόρησης. Όμως η Επιτροπή θεώρησε ως μη ορθή τη θέση της εφημερίδας ότι δεν είχε υποχρέωση διασταύρωσης των πληροφοριών της επειδή δεν κατονόμασε το δικηγόρο ή το χωριό στο οποίο διαδραματίστηκαν τα επεισόδια. Από το όλο πλέγμα των γεγονότων και τη διανομή φωτοτυπίας του δημοσιεύματος, που ομολογουμένως ήταν εκτός του ελέγχου της εφημερίδας, δεν ήταν δύσκολο για τους κατοίκους του χωριού ή κάποιους από αυτούς, άσχετα πολλούς ή λίγους, να αντιληφθούν σε ποιον αναφερόταν η εφημερίδα. Επομένως, η υποχρέωσης παρακολούθησης της εξέλιξης της δικαστικής υπόθεσης και ενημέρωσης των αναγνωστών της εφημερίδας παραμένει. Η Επιτροπή θεωρεί σκόπιμο να υποδείξει ότι οι δημοσιογράφοι πρέπει να είναι ιδιαιτέρα προσεκτικοί όταν δεν κατονομάζουν άτομα γιατί είναι δυνατό από άλλα στοιχεία σε μια είδηση να προκύπτει η ταυτότητά τους. Αυτό είναι κάτι που οι δημοσιογράφοι πρέπει να είναι έτοιμοι να προβλέψουν όταν δεν κατονομάζουν άτομα στις ειδήσεις τους, έχοντας την εντύπωση ότι με αυτό τον τρόπο είναι καλυμμένοι. Τέλος η Επιτροπή θεωρεί αναγκαίο να σχολιάσει το ύφος και το περιεχόμενο της επιστολής-παραπόνου, επισημαίνοντας ότι ήταν υποτιμητικό και υβριστικό για την εφημερίδα και το συντάκτη της είδησης, έστω και αν δεν αναφερόταν το όνομά του. Η Επιτροπή δεν ζήτησε να αποσυρθούν οι υποτιμητικοί και υβριστικοί χαρακτηρισμοί για το λόγο και μόνο ότι αποφάσισε να μην εξετάσει το παράπονο στην ουσία του για τους λόγους που προαναφέρθηκαν.
ΠΡΟΝΟΙΑ/EΣ ΚΩΔΙΚΑ:
ΜΜΕ:
ΑΡ. ΠΑΡΑΠΟΝΟΥ:
19/2016
ΗΜ. ΑΠΟΦΑΣΗΣ:
12/07/2016
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ:
ΝΑΙ
Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας εξέτασε παράπονο (19/24/5/2016) από τη Μελίνα Καραγεωργίου εναντίον του δημοσιογράφου Μαρίνου Νομικού για «χυδαία και σεξιστική» επίθεση εναντίον της, με ανάρτησή του στο Twitter. Το παράπονο αφορούσε σε σχόλιο του Μαρίνου Νομικού για την περιγραφή του πρώτου ημιτελικού του διαγωνισμού τραγουδιού της Eurovision στις 10/5/2016. Ειδικότερα, ο Μαρίνος Νομικός έγραψε το ακόλουθο σχόλιο στο Twitter : «Τα αστεία Μελίνα μου είναι όπως τα αρχίδια στην πίπα. Πρέπει πρώτα να τα πιάσεις για να μπορείς να αποδώσεις #eurovisioncy #eurovisiongr . » Η παραπονούμενη ανέφερε πως επρόκειτο για ένα σχόλιο «άκρως προσβλητικό, για το οποίο οποιοσδήποτε χαρακτηρισμός είναι λίγος». Το tweet, όπως ανέφερε, διαβάστηκε ή μπορούσε να διαβαστεί από οποιονδήποτε χρήστη του διαδικτύου. Επίσης ανέφερε: «Πρόκειται για σχόλιο που ασφαλώς ουδεμία σχέση έχει με την καλόπιστη κριτική, ούτε καν την κακόπιστη, αλλά για μια πρόστυχη προσβολή και συκοφαντική δυσφήμηση. Αισθάνομαι προσβεβλημένη ως επαγγελματίας δημοσιογράφος, ως γυναίκα, ως πολίτης. Πρόκειται για ανήθικη επίθεση που μου προκάλεσε ψυχική οδύνη και αγανάκτηση…». Εξ άλλου, ανέφερε πως ο Μαρίνος Νομικός, απαντώντας σε δικό της tweet στο οποίο επεσήμανε ότι η αναφορά του αποτελούσε χυδαιότητα και σεξιστικό παραλήρημα, έγραψε : «@Melina_Kara «Φυσικά και θα έπαιζες το χαρτί του σεξισμού - ελλείψει επιχειρημάτων. Περάσαμε καλά στις διακοπές στη Σουηδία δημοσία δαπάνη;» Η παραπονούμενη υποστήριξε πως η αναφορά αυτή αποτελούσε προσβολή για την ίδια και το ΡΙΚ ότι την έστειλε για διακοπές και όχι για κάλυψη του διαγωνισμού, κατηγορώντας το ΡΙΚ έμμεσα ότι σπαταλά δημόσιο χρήμα. Ο Μαρίνος Νομικός απάντησε στο παράπονο αναφέροντας πως ο λογαριασμός στον οποίο αναρτήθηκε το επίμαχο tweet είναι δικός του και γράφτηκε κατά τη διάρκεια της ζωντανής μετάδοσης του διαγωνισμού της Γιουροβίζιον «όπου έπρεπε μεταξύ άλλων να υποστούμε και την «περιγραφή» της εν λόγω συναδέλφου». Ανέφερε επίσης ότι το tweet γράφτηκε σε ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ λογαριασμό στον οποίο γράφει ως Μαρίνος Νομικός και όχι με τη δημοσιογραφική του ιδιότητα και έθεσε το ερώτημα κατά πόσο αν βριζόταν με την παραπονούμενη στον δρόμο, θα μπορούσε να επέμβει η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας. Ο Μαρίνος Νομικός παραδέχθηκε ότι το σχόλιό του ήταν «πρόστυχο, χυδαίο και σχεδόν πορνογραφικό –όπως πολλά από τα tweets μου, είναι το γνώριμο στιλ μου», αλλά ήταν ένα αστείο και σε καμιά περίπτωση σεξιστικό, «εκτός κι αν η κα Καραγεωργίου θεωρεί την πίπα αποκλειστικό γυναικείο προνόμιο (ας την πληροφορήσει κάποιος ότι την κάνουν και άντρες)» Πρόσθεσε πως το tweet αναφερόταν στον τρόπο που η παραπονούμενη «αντιλαμβανόταν τα αστεία (ή πιο σωστά που ΔΕΝ) των Σουηδών διοργανωτών και έκανα έναν παραλληλισμό με το πιάνω και το «πιάνω», χυδαίο μεν και ίσως κακόγουστο όμως αφορούσε καθαρά τη δουλειά της». Εξ άλλου, έθεσε το ερώτημα «από πότε η αναφορά σε μια καθόλα συνηθισμένη σεξουαλική πράξη είναι σεξισμός; Επειδή απευθύνθηκα σε γυναίκα;» προσθέτοντας πως προσωπικά δεν κάνει ποτέ τέτοιες διακρίσεις φύλου. Περαιτέρω ανέφερε πως «το χυδαίο χιούμορ και η καφρίλα δεν είναι για όλους – αυτοί όμως που δεν το αντέχουν ας μείνουν μακριά από το Twitter, υπάρχουν πάντα το FB και το Instagram». Τέλος ανέφερε πως όταν αντιλήφθηκε πόσο πολύ την πείραξε την παραπονούμενη διέγραψε το επίμαχο tweet γιατί δεν ήταν στην πρόθεσή του να προσβάλει κανένα, προσθέτοντας πως «αν παραμένει «συγκλονισμένη», «σοκαρισμένη» και «βαθιά προσβεβλημένη ως προσωπικότητα» από το tweet, τότε έχει την ειλικρινή μου συγγνώμη. Ήταν χιούμορ. Χυδαίο μεν αλλά χιούμορ». Η Επιτροπή εξέτασε το παράπονο και τις θέσεις του καθ’ ου το παράπονο επισταμένα, γιατί εγείρονται σοβαρότατα θέματα τα οποία άπτονται της αρμοδιότητας της Επιτροπής τόσο επί των δημοσιογράφων όσο και των αναρτήσεων στο διαδίκτυο, είτε πρόκειται για σελίδες κοινωνικής δικτύωσης είτε για blogs. Το πιο σοβαρό ερώτημα που απασχόλησε την Επιτροπή είναι κατά πόσο δημοσιογράφοι που γράφουν σε σελίδες κοινωνικής δικτύωσης σε «προσωπικούς» λογαριασμούς είναι υπόλογοι στην Επιτροπή ή διαφεύγουν του ελέγχου επειδή ο λογαριασμός στον οποίο γράφουν χαρακτηρίζεται προσωπικός. Η Επιτροπή έκρινε ότι έχει πλήρη εφαρμογή απόφασή της σε προηγούμενο παρόμοιο παράπονο (11/19/3/2014), στην οποία επισήμανε πως ο Κώδικας Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας προβλέπει ότι η εφαρμογή του εκτείνεται «επί όλων των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης… και των λειτουργών των» και ότι η «Επιτροπή δέχεται, επιλαμβάνεται και αποφασίζει επί παραπόνων για κατ’ ισχυρισμό παραβιάσεις του παρόντα Κώδικα από Λειτουργό ή/και Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης…» Στην υπόθεση εκείνη αποφάσισε πως το Facebook γενικά, ως σαφώς ιστοσελίδα κοινωνικής δικτύωσης είναι εκτός της αρμοδιότητάς της Επιτροπής. Κατ’ αναλογία, η Επιτροπή αποφάσισε πως και το Twitter γενικά δεν εμπίπτει στη δικαιοδοσία της Επιτροπής. Όμως, η Επιτροπή, λαμβάνοντας υπόψη ότι οι σελίδες κοινωνικής δικτύωσης χρησιμοποιούνται όλο και περισσότερο ως δίαυλοι μετάδοσης και διασποράς ειδήσεων από τα ΜΜΕ και τους δημοσιογράφους, αποφάσισε πως ο ορθότερος τρόπος αντιμετώπισης των θεμάτων που ανακύπτουν είναι η εξέταση κάθε περίπτωσης ξεχωριστά, στη βάση των εκάστοτε δεδομένων. Πρόκειται για μια πρακτική που ακολουθείται από όλα τα μη θεσμοθετημένα Συμβούλια Τύπου στην Ευρώπη, δηλαδή από τα Συμβούλια των οποίων η αρμοδιότητά δεν καθορίζεται από το νόμο. Το βασικό ερώτημα που εξετάζεται είναι κατά πόσο, λαμβάνοντας όλα τα δεδομένα υπόψη το συμπέρασμα που προκύπτει είναι κατά πόσο ο γράφων ενήργησε στη βάση του δημοσιογραφικού του υπόβαθρου, ή αντίθετα, κατά πόσο θα έγραφε τα ίδια αν δεν ήταν δημοσιογράφος. Υπάρχουν θεσμοθετημένα συμβούλια των οποίων η αρμοδιότητα επί των διαδικτυακών ιστοσελίδων καθορίζεται από το νόμο. Τα μη θεσμοθετημένα συμβούλια στον Ευρωπαϊκό χώρο σχεδόν στην ολότητά τους δέχονται παράπονα για δημοσιεύματα σε σελίδες κοινωνικής δικτύωσης ή blogs οσάκις οι γράφοντες είναι δυνατό να συνδεθούν με έντυπο, το οποίο είναι μέλος του συστήματος αυτορρύθμισης και εφ’ όσον ο Αρχισυντάκτης ελεγχόμενου εντύπου ασκεί έλεγχο πάνω τους ή οσάκις οι γράφοντες το πράττουν ενεργώντας ως δημοσιογράφοι. Στην Αυστραλία και τη Νέα Ζηλανδία που συνδέονται στενά με το Ευρωπαϊκό σύστημα αυτορρύθμισης, ακόμη και bloggers που δεν είναι δημοσιογράφοι εξ επαγγέλματος θεωρούνται και τυγχάνουν χειρισμού ως δημοσιογράφοι όταν συστηματικά παρέχουν στα blogs τους πληροφόρηση. Θα πρέπει επίσης να τονισθεί ότι αποτελεί πάγια πρακτική να θεωρούνται υπεύθυνοι όσοι παρέχουν την ευκαιρία σε μέλη του κοινού, είτε πρόκειται για ΜΜΕ ή για δημοσιογράφους, να αναρτούν σχόλια τα οποία είναι επιλήψιμα, με βάση σχετική απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.http://www.cmcc.org.cy/Decisions/index_2014_files/1_2014.html http://www.cmcc.org.cy/Decisions/index_2015_files/8_2015.html http://hudoc.echr.coe.int/eng?i=001-155105 Πέραν των όσων έχουν αναφερθεί ανωτέρω ως καθιερωμένη πρακτική, η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας σαφώς έχει αρμοδιότητα επί των λειτουργών των ΜΜΕ που πηγάζει ρητά από τον Κώδικα, όπως έχει αναφερθεί πιο πάνω, η οποία αφορά στην επαγγελματική τους συμπεριφορά ανεξάρτητα από τον τρόπο και το μέσο εκδήλωσής της. Ο Κώδικας σαφώς ορίζει ότι «το ήθος, η αξιοπρέπεια και εντιμότητα, η διαγωγή, η συμπεριφορά και το επαγγελματικό επίπεδο των λειτουργών θα πρέπει να είναι της υψηλότερης δυνατής στάθμης», χωρίς να κάνει διάκριση ανάλογα με το αν η συμπεριφορά αυτή εκδηλώνεται σε ΜΜΕ ή άλλως πως. Αυτό σημαίνει ότι η επαγγελματική συμπεριφορά των δημοσιογράφων θα πρέπει να είναι ενιαία και η τήρηση των κανόνων της δημοσιογραφικής δεοντολογίας διαχρονική και ανεξάρτητη από τον τρόπο εκδήλωσης της, επομένως και μέσα από τις σελίδες κοινωνικής δικτύωσης, οι οποίες συνεχώς αποκτούν και μεγαλύτερη σημασία όσον αφορά στην ενημέρωση. Και αυτό γιατί θα ήταν αντιφατικό και υπονομευτικό του κύρους του δημοσιογραφικού λειτουργήματος, οι λειτουργοί των ΜΜΕ να σέβονται μεν τις πρόνοιες του Κώδικα μέσα στο χώρο της δημοσιογραφικής εργασίας αλλά να τις ξεχνούν και να τις παραβιάζουν όταν περάσουν το κατώφλι του δημοσιογραφικού γραφείου, ή να μπορούν να ξεφεύγουν από την υποχρέωση εφαρμογής των προνοιών του Κώδικα με το επιχείρημα της ιδιωτικής ή προσωπικής δραστηριότητας. Στην προκειμένη περίπτωση, το ερώτημα είναι κατά πόσο η δημοσιογραφική επαγγελματική ιδιότητα του καθ’ ου το παράπονο μπορεί να ανιχνευθεί πίσω από τη δραστηριότητα στο συγκεκριμένο μήνυμα που ανάρτησε στο Twitter. Ο Μαρίνος Νομικός είναι γνωστός δημοσιογράφος-σχολιαστής σε διάφορα έντυπα επί τηλεοπτικών και κινηματογραφικών θεμάτων. Η Επιτροπή θεωρεί πως, αν και ο ίδιος χαρακτηρίζει το λογαριασμό του «προσωπικό» πλείστα όσα μηνύματά του εκπηγάζουν από τη δημοσιογραφική του ιδιότητα. Στην προκειμένη περίπτωση σχολιάζεται με την κριτική ματιά του δημοσιογράφου η εργασία ενός άλλου δημοσιογράφου, προς την οποία απευθύνεται μάλιστα με συναδελφική οικειότητα, π.χ. «τα αστεία Μελίνα μου…» Υπό το φως των ανωτέρω, η Επιτροπή αποφάσισε ότι έχει αρμοδιότητα να κρίνει το tweet του Μαρίνου Νομικού το οποίο ανάρτησε στο Twitter, όπου θα μπορούσαν να το δουν χιλιάδες άτομα και να το διαβάσει οποιοσδήποτε. Ο Μαρίνος Νομικός έθεσε το ερώτημα «εάν βριζόμασταν με τη Μελίνα στο δρόμο θα μπορούσε να επέμβει η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας». Η απάντηση είναι αρνητική. Όμως στην προκειμένη περίπτωση δεν επρόκειτο για ένα ιδιωτικό μήνυμα, αλλά για μήνυμα που αναρτήθηκε δημοσίως σε ένα λογαριασμό Twitter που τον ακολουθούν σχεδόν πέντε χιλιάδες άτομα και θα μπορούσαν να το δουν άλλες τόσες χιλιάδες τυχαίοι επισκέπτες Όπως παραδέχεται και ο ίδιος, το σχόλιό του «ήταν πρόστυχο, χυδαίο και σχεδόν πορνογραφικό» –όπως πολλά από τα tweets του, σύμφωνα με τη δική του παραδοχή. Περαιτέρω, στο δεύτερο tweet που έγραψε την κατηγορεί, ή αφήνει σαφώς να υπονοηθεί ότι πήγε στη Σουηδία όχι για να κάμει δημοσιογραφική εργασία, δηλαδή να μεταδώσει το διαγωνισμό τραγουδιού της Γιουροβίζιον αλλά για να κάμει διακοπές πληρωμένες από το ΡΙΚ. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή αποφάσισε ότι τα δύο μηνύματα περιέχουν αναφορές που συνιστούν παραβιάσεις, οι οποίες διαπερνούν το σύνολο της γενικής πρόνοιας του Κώδικα που προβλέπει ότι: «Το ήθος, η αξιοπρέπεια και εντιμότητα, η διαγωγή, η συμπεριφορά και το επαγγελματικό επίπεδο των λειτουργών θα πρέπει να είναι της υψηλότερης δυνατής στάθμης. Οι λειτουργοί των ΜΜΕ αποφεύγουν δημοσιεύματα ή μεταδόσεις ή τη χρήση γλώσσας, που με βάση τις επικρατούσες αντιλήψεις, έχουν χυδαίο ή αισχρό περιεχόμενο. Οι λειτουργοί έχουν δικαίωμα να κρίνουν το έργο συναδέλφων τους, αλλά το πράττουν με σεβασμό στην τιμή και υπόληψή τους και αποφεύγουν προσωπικές επιθέσεις και μειωτικές της προσωπικότητας αναφορές». Δεδομένης της θέσης του Μαρίνου Νομικού ότι προσωπικά δεν κάνει διακρίσεις φύλου, η Επιτροπή δεν θεώρησε την πρώτη ανάρτησή του ως «σεξιστική», δηλαδή ως παραβίαση της πρόνοιας του άρθρου 12 περί αποφυγής δυσμενών διακρίσεων στη βάση του φύλου και του προσωπικού καθεστώτος της παραπονούμενης. Η Επιτροπή θεωρεί χρήσιμο να υποδείξει ότι η διαχωριστική γραμμή μεταξύ της συμπεριφοράς των λειτουργών των ΜΜΕ ως δημοσιογράφων και ως ιδιωτών πολιτών είναι πολύ λεπτή οσάκις αφορά σε θέματα που είναι δυνατό να υποδηλώνουν «δημοσιογραφική δραστηριότητα». Γι’ αυτό απευθύνεται προς τα ΜΜΕ αναφέροντας ότι έχουν ευθύνη, αλλά και συμφέρον, να επιστήσουν την προσοχή των δημοσιογράφων που εργοδοτούν στο γεγονός ότι η διάταξη του Κώδικα η οποία ορίζει πως «το ήθος, η αξιοπρέπεια και εντιμότητα, η διαγωγή, η συμπεριφορά και το επαγγελματικό επίπεδο των λειτουργών θα πρέπει να είναι της υψηλότερης δυνατής στάθμης» αφορά σε όλες τις ενέργειές τους που σχετίζονται με τη δημοσιογραφική επαγγελματική τους ιδιότητα ή εκπορεύονται από την ιδιότητα αυτή. Σε τελευταία ανάλυση η κρίση του κοινού για τη συμπεριφορά των δημοσιογράφων αντανακλά στα ίδια τα ΜΜΕ.
ΠΡΟΝΟΙΑ/EΣ ΚΩΔΙΚΑ:
ΜΜΕ:
ΑΡ. ΠΑΡΑΠΟΝΟΥ:
21/2016
ΗΜ. ΑΠΟΦΑΣΗΣ:
12/07/2016
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ:
ΝΑΙ
Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας εξέτασε παράπονο (21/7/6/2016) από τον Αν. Διευθυντή/Αρχισυντάκτη του Κυπριακού Πρακτορείου Ειδήσεων Γιώργο Πενηνταέξ για δημοσίευση από το Cyprus Mail είδησης του Πρακτορείου, ακόμα και αποκλειστικών συνεντεύξεων, χωρίς αναφορά στην πηγή. Ειδικότερα παραπονέθηκε η εφημερίδα δημοσίευσε στις 5/5/2016 αποκλειστική κάλυψη από δημοσιογράφο και κινηματογραφιστή του ΚΥΠΕ της πορείας των εργασιών αναστήλωσης του μοναστηριού του Αποστόλου Ανδρέα, χωρίς αναφορά στην πηγή, κατά παράβαση των σχετικών προνοιών του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας. Η είδηση μεταδόθηκε από το ΚΥΠΕ στις 4/5/2016 και περιλάμβανε αποκλειστικές δηλώσεις στην απεσταλμένη του πρακτορείου Αιμιλία Χριστοφή. Η εφημερίδα απάντησε ότι στις 4/5/16 λίγο μετά τις 8 το βράδυ το ΚΥΠΕ ανάρτησε στην ιστοσελίδα του ιστορία για τον Απόστολο Ανδρέα με τον τίτλο «History is in the making». Λίγο πριν τις 9 το βράδυ η Cyprus Mail ανάρτησε στην ιστοσελίδα της www.cyprus-mail.com την είδηση αυτή αυτούσια (http://cyprus-mail.com/2016/05/04/history-in-the-making-at-apostolos-andreas/). Ως συντάκτης της είδησης τις ιστοσελίδας αναγράφετε η Αιμιλία Χριστοφή, και αναφέρεται ως πηγή το CNA News Service. Επίσης στον τίτλο του κειμένου αποδίδεται και το συνοδευτικό video στο ΚΥΠΕ (History in the making at Apostolos Andreas (VIDEO by CΝΑ.) Στην έντυπη έκδοση της εφημερίδας Cyprus Mail στις 5/5/16 δημοσιεύθηκε είδηση υπό τον τίτλο ‘History is in the making’ με συντάκτη την Αντρια Καδής. Η εφημερίδα ανάφερε ότι η δημοσιογράφος άντλησε από το ΚΥΠΕ καθώς και από άλλες πηγές (UNDP) για την είδηση που έγραψε. Όπως ανέφερε η εφημερίδα, η είδηση της κυρίας Καδής είναι 519 λέξεις ενώ της Αιμιλίας Χριστοφή 837. Σύμφωανα με την εφημερίδα, σύγκριση των δύο κειμένων που έγινε με τη χρήση της ιστοσελίδας www.copyscape.com κατέδειξε ότι μόνο 8% των λέξεων είναι κοινές εκ των οποίων οι πλείστες δεν μπορούσαν να γραφτούν διαφορετικά. (Greek Cypriots, Turkish Cypriots, Church of Cyprus, University of Patra και άλλες) Η εφημερίδα ανέφερε ότι δεν ήταν σκοπός της να χρησιμοποιήσει κείμενα χωρίς αναφορά της πηγής, αν και το συγκεκριμένο κείμενο είχε γραφτεί εξ ολοκλήρου από την δημοσιογράφο της εφημερίδας, αλλά ενδεχομένως εκ παραδρομής δεν αναφέρθηκε ότι ορισμένες από τις πληροφορίες αντλήθηκαν και από το ΚΥΠΕ. Από την εξέταση των κειμένων προκύπτει ότι πράγματι η είδηση που δημοσιεύθηκε στην ιστοσελίδα της εφημερίδας αποδίδεται στην Αιμιλία Χριστοφή και αναφέρεται ως πηγή το ΚΥΠΕ. Η είδηση που δημοσιεύθηκε στην έντυπη εφημερίδα με συντάκτη την Αντρια Καδής είναι πιο σύντομη από εκείνη του ΚΥΠΕ. Κάποια στοιχεία θα μπορούσαν να αντληθούν από άλλες πηγές, αλλά από τη σύγκριση των δύο κειμένου προκύπτει ότι περιλαμβάνει δηλώσεις που έγιναν αποκλειστικά στην Αιμιλία Χριστοφή από τους συμπροέδρους της Επιτροπής για την Πολιτιστική Κληρονομιά Τάκη Χατζηδημητρίου και Αλί Τουνσάϋ. Επίσης, παρά τη θέση ότι μόνο το 8% των λέξεων είναι οι ίδιες, κάποιες παράγραφοι της είδηση λήφθηκαν αυτούσιες από το κείμενο της είδησης της ιστοσελίδας του Cyprus Mail, που είχε ληφθεί αυτούσια από το ΚΥΠΕ. Ενδεικτικά αναφέρονται οι παράγραφοι 1, 2, 7,8 9,10 και 11 της είδησης που είναι γραμμένες λέξη προς λέξη όπως γράφτηκαν στην είδηση του ΚΥΠΕ. Αφού εξέτασε τα ενώπιόν της δεδομένα, η Επιτροπή επισήμανε ότι σε προηγούμενες αποφάσεις της επί παρόμοιας φύσεως παραπόνων υπέδειξε ότι η προστασία των δικαιωμάτων αυτών διέπεται από τις αρχές οι οποίες προκύπτουν από τον Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας, που παραπέμπει επίσης στην ισχύουσα νομοθεσία, καθώς και από τη σχετική νομολογία. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι δεν υπάρχει ενιαία πολιτική της Ευρωπαϊκής Ενωσης επί του θέματος αλλά η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επεξεργάζεται οδηγία προς τα κράτη-μέλη, ώστε να υπάρχει ενιαία ρύθμιση στο χώρο της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Το άρθρο 7 του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας προβλέπει ότι: «Τα Μ.Μ.Ε. και οι λειτουργοί σέβονται και εφαρμόζουν το εκάστοτε ισχύον Δίκαιο και συμβάσεις που αφορούν στην προστασία της πνευματικής ιδιοκτησίας. Εκεί που επιτρέπεται, η αναδημοσίευση από άλλη πηγή γίνεται με σεβασμό προς το συγγραφέα/δημιουργό ή τον ιδιοκτήτη. Τα Μ.Μ.Ε. και οι λειτουργοί των υποχρεούνται να αναφέρουν την προέλευση». Το άρθρο 2 της Διεθνούς Σύμβασης περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας του 1968, πάνω στην οποία στηρίζονται πλείστες εθνικές νομοθεσίες, καθορίζει ότι μεταξύ άλλων προστατεύονται «φιλολογικά, καλλιτεχνικά και επιστημονικά έργα». Στον ορισμό αυτό εμπίπτουν και τα δημοσιογραφικά κείμενα σε έντυπα και ηλεκτρονικά ΜΜΕ, τα οποία παρουσιάζουν γεγονότα ή ιδέες. Η αναπαραγωγή αυτών των πνευματικών δημιουργημάτων, ανεξάρτητα από την ποιότητα και το επίπεδό τους, δεν επιτρέπεται χωρίς την άδεια του κατόχου των πνευματικών δικαιωμάτων, ενώ στις περιπτώσεις που όπως αναλύεται κατωτέρω επιτρέπεται, η αναπαραγωγή γίνεται με αναφορά στην πηγή. Σε περιπτώσεις «πνευματικών δημιουργημάτων» όπως ορίζονται πιο πάνω, επιτρέπεται η καλή τη πίστη αναδημοσίευση, πχ η δημοσίευση αποσπασμάτων από άρθρα ιδεών για σκοπούς κριτικής, προβολής των ιδεών που περιλαμβάνονται στο κείμενο, έκφρασης αντίθετων ιδεών ή απόψεων, ως μέρος είδησης, ως επιχείρημα προς υποστήριξη συγκεκριμένων θέσεων, ως παρωδία, κλπ. Τα κριτήρια της καλής πίστης στις περιπτώσεις αυτές καθορίζονται από το σκοπό της χρήσης, κατά πόσο η αναδημοσίευση περιορίζεται στο απολύτως απαραίτητο για τους σκοπούς της χρήσης, από το κατά πόσο με την αναδημοσίευση έχει μεταβληθεί ουσιωδώς το αρχικό άρθρο, κατά πόσο η αναδημοσίευση αποβλέπει στην εξυπηρέτηση του ιδίου σκοπού με το πρωτότυπο, κατά πόσο με την αναδημοσίευση επιδιώκεται εμπορικό κέρδος και κατά πόσο με την αναδημοσίευση μειώνεται η εμπορική αξία της προστατευόμενης πνευματικής ιδιοκτησίας. Η καλή τη πίστη αναδημοσίευση επιτρέπεται από τον Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας («εκεί που επιτρέπεται, η αναδημοσίευση γίνεται...»), αλλά υπό τους όρους που θέτει ο Κώδικας, δηλαδή με σεβασμό προς το συγγραφέα/δημιουργό, γεγονός που σημαίνει την αναγνώριση της πατρότητας του έργου με αναφορά στην προέλευση. Η προστασία αφορά σε «πρωτότυπα συγγραφικά έργα» και με την έννοια αυτή τα γεγονότα στα οποία αναφέρεται μια είδηση δεν θεωρούνται πρωτότυπα. Τα γεγονότα είναι το δημιούργημα κάποιου ατόμου ή αιτίας και επομένως ένας δημοσιογράφος ή ένα ΜΜΕ δεν μπορεί να τα κατοχυρώσει κάτω από το δικαίωμα της πνευματικής ιδιοκτησίας. Κατά τον ίδιο τρόπο δεν μπορούν να κατοχυρωθούν ευρήματα που αποκαλύπτονται μέσα από δημοσιογραφική έρευνα εφ’ όσον αυτά δεν είναι το δημιούργημα του ερευνητή, (όμως ο τρόπος παρουσίασής τους, π.χ. ένα γραφικό που αποτυπώνει το αποτέλεσμα της έρευνας μπορεί να είναι πρωτότυπο δημιούργημα) ούτε και οι ιδέες, π.χ. απόψεις επί ενός συγκεκριμένου θέματος ή ο τρόπος για την κατασκευή ή δημιουργία ενός αντικειμένου, π.χ. την παρασκευή ενός συγκεκριμένου πιάτου φαγητού. Όμως ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάζονται ιδέες, ή γεγονότα ή προϋπάρχοντα δεδομένα σε ένα δημοσιογραφικό κείμενο, δηλαδή η επιλογή και η σειρά τοποθέτησης των λέξεων σε ένα κείμενο και εν τέλει το ύφος (στυλ), αποτελεί πνευματική δημιουργία και προστατεύεται από το δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας. Με βάση τα πιο πάνω, ένα ΜΜΕ μπορεί να δημοσιεύσει ή να μεταδώσει γεγονότα που δημοσίευσε ή μετέδωσε προηγουμένως ένα άλλο ΜΜΕ, είτε ύστερα από δική του επιβεβαίωση των γεγονότων είτε και χωρίς επιβεβαίωση. Πρόκειται για επιτρεπόμενη αναδημοσίευση, η οποία, όμως, δεν μπορεί να γίνει με τη χρήση του ιδίου λεξιλογίου, της ίδιας φρασεολογίας και του ιδίου ύφους. Νοείται ότι το προϊόν μιας δημοσιογραφικής έρευνας επί γεγονότων που δημοσιεύτηκαν δεν θεωρείται αναδημοσίευση αν η είδηση που προέκυψε από μια τέτοια έρευνα υπερακοντίζει ουσιωδώς την αρχική ή είναι μια εντελώς διαφορετική είδηση. Όπως προκύπτει από τα ανωτέρω, και με την επιφύλαξη για τους όρους του συμβολαίου μεταξύ παρόχου και συνδρομητή, τα ΜΜΕ έχουν υποχρέωση να σέβονται το δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας των πρακτορείων ειδήσεων από τα οποία λαμβάνουν την πληροφόρησή τους, ιδιαίτερα οσάκις διατηρούν τη φρασεολογία και το ύφος της αρχικής είδησης και στις περιπτώσεις που τα ίδια τα πρακτορεία δημοσιεύουν ειδοποίηση ότι διατηρούν τα πνευματικά δικαιώματα επί των ειδήσεών τους. Κατά συνέπεια, και λαμβάνοντας υπόψη της πιο πάνω αρχές, η Επιτροπή αποφάσισε ότι η δημοσίευση του κειμένου για την πορεία των εργασιών αναστήλωσης της Μονής Αποστόλου Ανδρέα στην έντυπη έκδοση του Cyprus Mail χωρίς αναφορά στην πηγή συνιστά παραβίαση των προνοιών του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας. Η Επιτροπή σημείωσε με ικανοποίηση τη βεβαίωση της εφημερίδας ότι η παράλειψη οφείλεται σε παραδρομή και επίσης ότι δεν αποτελεί πολιτική της εφημερίδας η δημοσίευση ειδήσεων χωρίς αναφορά στην πηγή. Η Επιτροπή θεωρεί χρήσιμο να υποδείξει ότι ανεξάρτητα από το σεβασμό των κατοχυρωμένων δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας ως ανωτέρω, λόγοι στοιχειώδους αβροφροσύνης μεταξύ των δημοσιογράφων και των ΜΜΕ σε ένα μικρό χώρο όπως η Κύπρος συνηγορούν υπέρ του σεβασμού και της αναγνώρισης της εργασίας των άλλων με την αναφορά της πηγής σε κάθε περίπτωση. Επίσης θεωρεί ότι οι δημοσιογράφοι και τα ΜΜΕ θα πρέπει να αναφέρουν, στις περιπτώσεις και στο βαθμό που αυτό είναι δυνατό, με όσο πιο συγκεκριμένο τρόπο γίνεται την πηγή προέλευσης της πληροφόρησής τους, γεγονός που βοηθά το κοινό να εκτιμήσει την αξιοπιστία των πληροφοριών. Από την άλλη, η αναφορά της πηγής προέλευσης αποτελεί σε κάποιο βαθμό ασπίδα προστασίας, έχοντας όμως πάντα υπόψη ότι η επίκληση της αναδημοσίευσης δεν αποτελεί υπεράσπιση για οποιαδήποτε παραβίαση είτε δεοντολογικών είτε νομικών κανόνων.
ΠΡΟΝΟΙΑ/EΣ ΚΩΔΙΚΑ:
ΜΜΕ:
ΑΡ. ΠΑΡΑΠΟΝΟΥ:
20/2016
ΗΜ. ΑΠΟΦΑΣΗΣ:
12/07/2016
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ:
ΝΑΙ
Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας εξέτασε παράπονο (20/6/6/2016) από τον Αν. Διευθυντή/Αρχισυντάκτη του Κυπριακού Πρακτορείου Ειδήσεων Γιώργο Πενηνταέξ για δημοσίευση από τη ΧΑΡΑΥΓΗ ειδήσεων του Πρακτορείου, περιλαμβανομένης και αποκλειστικής συνέντευξης, χωρίς αναφορά στην πηγή. Ειδικότερα παραπονέθηκε ότι η εφημερίδα «Χαραυγή» δημοσίευσε στις 19/52016 αποκλειστική συνέντευξη του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Κώστα Κληρίδη χωρίς αναφορά στην πηγή και στις 13/5/2016 αποκλειστική είδηση του ΚΥΠΕ για την επαναλειτουργία της εκκλησίας Αγίας Αννας στην Αμμόχωστο ύστερα από 600 χρόνια, επίσης χωρίς αναφορά στην πηγή, κατά παράβαση των σχετικών προνοιών του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας. Η πρώτη είδηση αφορούσε απαντήσεις που έδωσε ο Γενικός Εισαγγελέας στο ΚΥΠΕ σε σειρά ερωτήσεων για τρέχοντα θέματα, όπως τα Panama papers, η λίστα Λαγκάρντ, η πορεία της δίωξης των Ανδρέα Βγενόπουλου και Ευθύμιου Μπουλούτα και η κατάσταση στη Γενική Εισαγγελία. Η συνέντευξη είχε μεταδοθεί από το ΚΥΠΕ στις 18/5/2016 υπό τον τίτλο «Γ. Εισαγγελέας στο ΚΥΠΕ: Θα κάνουμε το παν για να οδηγηθούν οι υπαίτιοι στη δικαιοσύνη». Η είδηση για την τέλεση εσπερινού στον ιερό Ναό Αγία Αννας των Μαρωνιτών στην εντός των τειχών κατεχόμενη Αμμόχωστο για πρώτη φορά ύστερα από 600 χρόνια μεταδόθηκε από το ΚΥΠΕ στις 12/5/2016 και δημοσιεύθηκε την επομένη στη «Χαραυγή». Ο παραπονούμενος επισύναψε φωτοαντίγραφα τόσο των ειδήσεων του ΚΥΠΕ όσο και των προαναφερθέντων δημοσιευμάτων από τα οποία προκύπτει η ακρίβεια των καταγγελιών του. Η αρχισυντάκτρια της εφημερίδας Νίκη Κουλέρμου παραθέτοντας της θέσεις της εφημερίδας ανέφερε ότι «είναι συνήθης πρακτική της Χαραυγής να αναφέρεται το ΚΥΠΕ ως η πηγή της είδησης, όταν αυτό ισχύει, έστω και αν η εφημερίδα είναι συνδρομητής του Κυπριακού Πρακτορείου Ειδήσεων και ότι την ίδια πρακτική ακολουθεί ιδιαίτερα όταν αναδημοσιεύει αποκλειστικότητες του ΚΥΠΕ ή άλλων ΜΜΕ». Περαιτέρω ανέφερε ότι στις επίμαχες περιπτώσεις η μη αναφορά στην πηγή δεν οφειλόταν σε σκοπιμότητα αλλά σε αβλεψία. Εξ άλλου ενημέρωσε την Επιτροπή ότι έχει ήδη γίνει σύσταση στο συντακτικό προσωπικό της εφημερίδας σε περιπτώσεις μεταφοράς ειδήσεων από άλλα μέσα και την ανάγκη αναφοράς της πηγής και επίσης απηύθυνε σχετική επιστολή στον ΚΥΠΕ. Αφού εξέτασε τα ενώπιόν της δεδομένα, η Επιτροπή επισήμανε ότι σε προηγούμενες αποφάσεις της επί παρόμοιας φύσεως παραπόνων υπέδειξε ότι η προστασία των δικαιωμάτων αυτών διέπεται από τις αρχές οι οποίες προκύπτουν από τον Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας, που παραπέμπει επίσης στην ισχύουσα νομοθεσία, καθώς και από τη σχετική νομολογία. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι δεν υπάρχει ενιαία πολιτική της Ευρωπαϊκής Ενωσης επί του θέματος αλλά η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επεξεργάζεται οδηγία προς τα κράτη-μέλη, ώστε να υπάρχει ενιαία ρύθμιση στο χώρο της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Το άρθρο 7 του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας προβλέπει ότι: «Τα Μ.Μ.Ε. και οι λειτουργοί σέβονται και εφαρμόζουν το εκάστοτε ισχύον Δίκαιο και συμβάσεις που αφορούν στην προστασία της πνευματικής ιδιοκτησίας. Εκεί που επιτρέπεται, η αναδημοσίευση από άλλη πηγή γίνεται με σεβασμό προς το συγγραφέα/δημιουργό ή τον ιδιοκτήτη. Τα Μ.Μ.Ε. και οι λειτουργοί των υποχρεούνται να αναφέρουν την προέλευση». Το άρθρο 2 της Διεθνούς Σύμβασης περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας του 1968, πάνω στην οποία στηρίζονται οι πλείστες εθνικές νομοθεσίες, καθορίζει ότι μεταξύ άλλων προστατεύονται «φιλολογικά, καλλιτεχνικά και επιστημονικά έργα». Στον ορισμό αυτό εμπίπτουν και τα δημοσιογραφικά κείμενα σε έντυπα και ηλεκτρονικά ΜΜΕ, τα οποία παρουσιάζουν γεγονότα ή ιδέες. Η αναπαραγωγή αυτών των πνευματικών δημιουργημάτων, ανεξάρτητα από την ποιότητα και το επίπεδό τους, δεν επιτρέπεται χωρίς την άδεια του κατόχου των πνευματικών δικαιωμάτων, ενώ στις περιπτώσεις που, όπως αναλύεται κατωτέρω, επιτρέπεται η αναπαραγωγή αυτή πρέπει να γίνεται με αναφορά στην πηγή. Σε περιπτώσεις «πνευματικών δημιουργημάτων» όπως ορίζονται πιο πάνω, επιτρέπεται η καλή τη πίστη αναδημοσίευση, πχ η δημοσίευση αποσπασμάτων από άρθρα ιδεών για σκοπούς κριτικής, προβολής των ιδεών που περιλαμβάνονται στο κείμενο, έκφρασης αντίθετων ιδεών ή απόψεων, ως μέρος είδησης, ως επιχείρημα προς υποστήριξη συγκεκριμένων θέσεων, ως παρωδία, κλπ. Τα κριτήρια της καλής πίστης στις περιπτώσεις αυτές καθορίζονται από το σκοπό της χρήσης, κατά πόσο η αναδημοσίευση περιορίζεται στο απολύτως απαραίτητο για τους σκοπούς της χρήσης, από το κατά πόσο με την αναδημοσίευση έχει μεταβληθεί ουσιωδώς το αρχικό άρθρο, κατά πόσο η αναδημοσίευση αποβλέπει στην εξυπηρέτηση του ιδίου σκοπού με το πρωτότυπο, κατά πόσο με την αναδημοσίευση επιδιώκεται εμπορικό κέρδος και κατά πόσο με την αναδημοσίευση μειώνεται η εμπορική αξία της προστατευόμενης πνευματικής ιδιοκτησίας. Η καλή τη πίστη αναδημοσίευση επιτρέπεται από τον Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας («εκεί που επιτρέπεται, η αναδημοσίευση γίνεται...»), αλλά υπό τους όρους που θέτει ο Κώδικας, δηλαδή με σεβασμό προς το συγγραφέα/δημιουργό, γεγονός που σημαίνει την αναγνώριση της πατρότητας του έργου με αναφορά στην προέλευση. Η προστασία αφορά σε «πρωτότυπα συγγραφικά έργα» και με την έννοια αυτή τα γεγονότα στα οποία αναφέρεται μια είδηση δεν θεωρούνται πρωτότυπα. Τα γεγονότα είναι το δημιούργημα κάποιου ατόμου ή αιτίας και επομένως ένας δημοσιογράφος ή ένα ΜΜΕ δεν μπορεί να τα κατοχυρώσει κάτω από το δικαίωμα της πνευματικής ιδιοκτησίας. Κατά τον ίδιο τρόπο δεν μπορούν να κατοχυρωθούν ευρήματα που αποκαλύπτονται μέσα από δημοσιογραφική έρευνα εφ’ όσον αυτά δεν είναι το δημιούργημα του ερευνητή, πχ μια έρευνα για την εξέλιξη ενός συγκεκριμένου τομέα της οικονομίας. Ομως ο τρόπος παρουσίασής τους, δηλαδή η επιλογή και η σειρά των λέξεων σε ένα κείμενο ή ένα γραφικό που αποτυπώνει το αποτέλεσμα της έρευνας μπορεί να είναι πρωτότυπο δημιούργημα. Επίσης, ούτε και οι ιδέες ή οι απόψεις επί ενός συγκεκριμένου θέματος ή ο τρόπος για την κατασκευή ή δημιουργία ενός αντικειμένου, π.χ. την παρασκευή ενός συγκεκριμένου πιάτου φαγητού δεν μπορούν να κατοχυρωθούν, όμως ο τρόπος περιγραφής, δηλαδή το ύφος, μπορεί να θεωρηθεί ως πρωτότυπο πνευματικό δημιούργημα. Επομένως είναι ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάζονται ιδέες, ή γεγονότα ή προϋπάρχοντα δεδομένα σε ένα δημοσιογραφικό κείμενο, δηλαδή η επιλογή και η σειρά τοποθέτησης των λέξεων σε ένα κείμενο και εν τέλει το ύφος (στυλ) που αποτελεί πνευματική δημιουργία η οποία προστατεύεται από το δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας. Με βάση τα πιο πάνω, ένα ΜΜΕ μπορεί να δημοσιεύσει ή να μεταδώσει γεγονότα που δημοσίευσε ή μετέδωσε προηγουμένως ένα άλλο ΜΜΕ, είτε ύστερα από δική του επιβεβαίωση των γεγονότων είτε και χωρίς επιβεβαίωση. Πρόκειται για επιτρεπόμενη αναδημοσίευση, η οποία, όμως, δεν μπορεί να γίνει με τη χρήση του ιδίου λεξιλογίου, της ίδιας φρασεολογίας και του ιδίου ύφους. Νοείται ότι το προϊόν μιας δημοσιογραφικής έρευνας επί γεγονότων που δημοσιεύτηκαν δεν θεωρείται αναδημοσίευση αν η είδηση που προέκυψε από μια τέτοια έρευνα υπερακοντίζει ουσιωδώς την αρχική ή είναι μια εντελώς διαφορετική είδηση. Όπως προκύπτει από τα ανωτέρω, και με την επιφύλαξη για τους όρους του συμβολαίου μεταξύ παρόχου και συνδρομητή, τα ΜΜΕ έχουν υποχρέωση να σέβονται το δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας των πρακτορείων ειδήσεων από τα οποία λαμβάνουν την πληροφόρησή τους, ιδιαίτερα οσάκις διατηρούν τη φρασεολογία και το ύφος της αρχικής είδησης και δη στις περιπτώσεις που τα ίδια τα πρακτορεία δημοσιεύουν ειδοποίηση ότι διατηρούν τα πνευματικά δικαιώματα επί των ειδήσεών τους. Κατά συνέπεια, και λαμβάνοντας υπόψη τις πιο πάνω αρχές, η Επιτροπή αποφάσισε ότι η δημοσίευση των προαναφερθέντων κειμένων από τη «Χαραυγή» χωρίς αναφορά στην πηγή συνιστά παραβίαση των προνοιών του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας. Η Επιτροπή έλαβε υπόψη το γεγονός και σημείωσε με ικανοποίηση τη βεβαίωση της εφημερίδας ότι η παράλειψη οφείλεται σε παραδρομή και επίσης ότι έγινε σύσταση στο προσωπικό για την ανάγκη αναφοράς στην πηγή των ειδήσεων. Η Επιτροπή θεωρεί χρήσιμο να υποδείξει ότι ανεξάρτητα από το σεβασμό των κατοχυρωμένων δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας ως ανωτέρω, λόγοι στοιχειώδους αβροφροσύνης μεταξύ των δημοσιογράφων και των ΜΜΕ σε ένα μικρό χώρο όπως η Κύπρος συνηγορούν υπέρ του σεβασμού και της αναγνώρισης της εργασίας των άλλων με την αναφορά της πηγής σε κάθε περίπτωση. Επίσης θεωρεί ότι οι δημοσιογράφοι και τα ΜΜΕ θα πρέπει να αναφέρουν, στις περιπτώσεις και στο βαθμό που αυτό είναι δυνατό, με όσο πιο συγκεκριμένο τρόπο γίνεται την πηγή προέλευσης της πληροφόρησής τους, γεγονός που βοηθά το κοινό να εκτιμήσει την αξιοπιστία των πληροφοριών. Από την άλλη, η αναφορά της πηγής προέλευσης αποτελεί σε κάποιο βαθμό ασπίδα προστασίας, έχοντας όμως πάντα υπόψη ότι η επίκληση της αναδημοσίευσης δεν αποτελεί υπεράσπιση για οποιαδήποτε παραβίαση είτε δεοντολογικών είτε νομικών κανόνων.
ΠΡΟΝΟΙΑ/EΣ ΚΩΔΙΚΑ:
ΜΜΕ:
ΑΡ. ΠΑΡΑΠΟΝΟΥ:
18/2016
ΗΜ. ΑΠΟΦΑΣΗΣ:
12/07/2016
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ:
ΝΑΙ
Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας εξέτασε παράπονο (18/20/5/2016) από το Μιχάλη Αλεξόπουλο εναντίον της ιστοσελίδας TOTHEMAONLINE για δημοσίευμα σχετικά με επεισόδιο σε σχολείο στο οποίο δάσκαλος φέρεται να είχε κτυπήσει μαθητή. Ειδικότερα, ο παραπονούμενος, ο οποίος ανέφερε ότι είναι γενικός αντιπρόσωπος της ΠΟΕΔ, παραπονέθηκε ότι στις 12 Μαΐου, 2016, η ιστοσελίδα TOTHEMAONLINE δημοσίευσε είδηση με την υπογραφή του δημοσιογράφου Φάνη Μακρίδη, σύμφωνα με την οποία υποβλήθηκε στην αστυνομία παράπονο ότι δάσκαλος στο σχολείο του Καλού Χωριού της επαρχίας Λάρνακας κτύπησε και έστειλε στο νοσοκομείο δεκάχρονο μαθητή, υποστηρίζοντας ότι ο ισχυρισμός αυτός δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα. Όπως ανέφερε, είναι προσωπικός φίλος του θιγομένου δασκάλου, ο οποίος είναι ενήμερος για το παράπονο και το προσυπογράφει. Σύμφωνα με το δημοσίευμα, οι γονείς παιδιού που φοιτά στο σχολείο Καλού Χωριού Λάρνακας κατάγγειλαν το δάσκαλο ότι, στις 11/5/2016, κτύπησε το παιδί στο σβέρκο εντός της τάξης, με αποτέλεσμα το παιδί να πέσει με το κεφάλι πάνω σε κρεμάστρα και να τραυματισθεί. Επίσης ανέφερε πως το «παράδοξο» ήταν ότι το σχολείο δεν ειδοποίησε για το συμβάν τους γονείς του μαθητή, αλλά το πληροφορήθηκε η μητέρα του παιδιού από άλλο γονέα που περίμενε να παραλάβει το παιδί του. Σύμφωνα πάντα με ο δημοσίευμα, η μητέρα αφού παρέλαβε το παιδί της, πήγε με το σύζυγό της στον αστυνομικό σταθμό Αραδίππου και κατήγγειλε το γεγονός. Το δημοσίευμα ανέφερε πως το παιδί μεταφέρθηκε στης Πρώτες Βοήθειες του Γενικού Νοσοκομείου Λάρνακας όπου υποβλήθηκε σε εξετάσεις, περιλαμβανομένων ακτινογραφιών. Οι γιατροί, σύμφωνα με το δημοσίευμα, συνέστησαν στους γονείς να μην πάει το παιδί στο σχολείο την επόμενη μέρα και να επισκεφθεί και πάλι το νοσοκομείο. Τέλος ο δημοσίευμα ανέφερε πως η καταγγελία του δασκάλου στο Υπουργείο Παιδείας θεωρείτο δεδομένη και πως ο δάσκαλος φερόταν να άσκησε ψυχολογική πίεση στα παιδιά για να μην επιβαρύνουν τη θέση του. Κάτω από το δημοσίευμα αναρτήθηκαν πολλά σχόλια από επισκέπτες, μερικοί από τους οποίους επέκριναν το δάσκαλο, άλλοι έκαμαν εικασίες για το τι δυνατό να έκαμε το παιδί και άλλοι υποστήριζαν ότι τα γεγονότα δεν είχαν ακριβώς όπως περιγράφονταν στο δημοσίευμα. Ο παραπονούμενος ανέφερε πως το δημοσίευμα βρίθει δεοντολογικών ατοπημάτων και ότι, όπως πληροφορήθηκε από την αστυνομία και από αυτόπτες μάρτυρες, το φερόμενο περιστατικό «δεν έχει καμιά σχέση με την πραγματικότητα», προσθέτοντας πως ο δημοσιογράφος όφειλε να διερευνήσει τα γεγονότα, πράγμα που δεν έπραξε, με αποτέλεσμα να παρουσιάσει τις θέσεις μόνο της μιας πλευράς. Ο παραπονούμενος ανέφερε πως, όπως πληροφορήθηκε, ο μαθητής πέταξε μια μπουκάλα στον εκπαιδευτικό αφού έκανε και άλλες αταξίες στην τάξη και ο εκπαιδευτικός τον έβγαλε από την τάξη, για να ηρεμήσει. Περαιτέρω ανέφερε πως τη σκηνή είδε μια γυναίκα που τυχαία βρέθηκε έξω από το σχολείο τη στιγμή εκείνη που θεώρησε πως έπρεπε να ζητήσει το λόγο, μπαίνοντας παράνομα στο κτίριο και στη συνέχεια υπέβαλε καταγγελία στην αστυνομία. Τέλος ο παραπονούμενος ανέφερε πως η υπόθεση έχει αποσυρθεί από την αστυνομία και η οικογένεια παραδέχτηκε πως το παιδί δεν κτυπήθηκε από τον δάσκαλο, γεγονότα που η ιστοσελίδα παρέλειψε να δημοσιεύσει όπως είχε υποχρέωση. Ο Διευθυντής ειδήσεων της ιστοσελίδας Φάνης Μακρίδης, παραθέτοντας της θέσεις του ανέφερε πως στο επίμαχο ρεπορτάζ προβλήθηκαν οι ισχυρισμοί της οικογένειας του παιδιού, χωρίς σε καμία περίπτωση να υιοθετηθούν από την ιστοσελίδα και γι’ αυτό χρησιμοποιήθηκαν λέξεις όπως «φέρεται» και «καταγγέλθηκε». Επίσης ανέφερε: «Σημειώστε ότι είχαμε όλα τα απαραίτητα στοιχεία που επιβεβαίωναν την ύπαρξη καταγγελίας. Ακόμα και το χαρτί από τις Πρώτες Βοήθειες του Γενικού Νοσοκομείου Λάρνακας που επιβεβαιώνουν ότι υπήρχαν ισχυρισμοί των γονέων περί τραυματισμού του παιδιού τους (σ.σ. επισυνάπτω το σχετικό έγγραφο). Πέραν απ’ αυτό, δεν κατονομάσαμε σε καμία περίπτωση τον υπό κατηγορία δάσκαλο, παρ’ όλο που ήταν αντικείμενο αστυνομικής έρευνας. Κι αυτό για να μην τον εκθέσουμε. Με λίγα λόγια, τηρήσαμε τη δεοντολογία, αποφεύγοντας να κάνουμε δικαστήριο μέσω διαδικτύου. «Ακόμη, επικοινωνήσαμε με τον πρόεδρο του Συνδέσμου Γονέων του Δημοτικού Σχολείου Καλού Χωριού Λάρνακας,… ο οποίος μας μετέφερε τις θέσεις του συνδέσμου και μας πληροφόρησε ότι ήρθε σε επαφή με τον ίδιο τον δάσκαλο. Του αναφέραμε ότι είμαστε στη διάθεση του δασκάλου για να μεταφέρουμε και τις δικές του θέσεις. Του είπαμε, συγκεκριμένα, ότι μπορεί ελεύθερα να διαβιβάσει το μήνυμά στον δάσκαλο». Εξ άλλου ανέφερε ότι σε νεότερο δημοσίευμα την επομένη «καλύψαμε και τη θέση του δασκάλου μέσω πληροφοριών μας». Στο δεύτερο δημοσίευμα, στις 13/5/2016, υπό τον τίτλο «Καλό Χωριό- Καταγγελία ξυλοδαρμού 10χρονου από δάσκαλο- Η ιατρική έκθεση δείχνει τραυματισμό –ΕΓΓΡΑΦΟ» αναφερόταν κυρίως στο περιεχόμενο ιατρικής βεβαίωσης (της οποίας δημοσιεύθηκε φωτοτυπία) ότι δηλαδή υπήρξε η διάγνωση ότι: «Αναφερόμενος ξυλοδαρμός –κάκωση κεφαλής» και σύσταση παραμονής εκτός σχολείου για μια ημέρα και επανόδου στο νοσοκομείο για περαιτέρω εξέταση. Στη συνέχεια επαναλαμβανόταν το περιεχόμενο της προηγούμενης είδησης τις ιστοσελίδας με την προσθήκη ότι «για κατάθεση κλήθηκε και ο δάσκαλος, ο οποίος ισχυρίστηκε ότι το παιδί του έριξε πλαστικό μπουκάλι στην πλάτη και ότι απλώς το έβγαλε έξω από την τάξη». Η είδηση αναφερόταν επίσης σε επικοινωνία με τον πρόεδρο του Συνδέσμου Γονέων του σχολείου και κατέληγε με την πληροφορία ότι «το Υπουργείο Παιδείας είναι ενημερωμένο για το συμβάν και θα περιμένει να δει την κατάληξη του θέματος και σε περίπτωση που προχωρήσει νομικά η υπόθεση τότε ανάλογα με την ετυμηγορία του Δικαστηρίου θα ενεργήσει. Ο καθ’ ου το παράπονο υποστήριξε τέλος ότι η θέση του είναι πως «τηρήθηκε η δεοντολογία στο έπακρο». Η Επιτροπή εξέτασε πρωτίστως τη θέση του καθ’ ου το παράπονο ότι δεν κατονόμασε σε καμιά περίπτωση τον «υπό κατηγορία» δάσκαλο, σημειώνοντας ότι ο χαρακτηρισμός «υπό κατηγορία» είναι ανακριβής, δεδομένου ότι στο στάδιο κατά το οποίο γραφόταν η είδηση ο δάσκαλος δεν ήταν καν ύποπτος, αλλά απλώς υπό καταγγελία και ποτέ δεν υπήρξε ύποπτος ή κατηγορούμενος. Το γεγονός πως δεν κατονομάστηκε ο δάσκαλος δεν έχει καμιά σημασία, γιατί δεν χρειάζεται να αναφερθεί το όνομα κάποιου προκειμένου να αναγνωρισθεί. Είναι αρκετό από τα στοιχεία που αναφέρονται σε μια είδηση να είναι δυνατό έστω και ένα άτομο να αναγνωρίσει κάποιον για να συντελεστεί η ταυτοποίησή του. Ο αριθμός των προσώπων που θα το αναγνωρίσουν έχει σχέση με την έκταση της αναγνώρισης, αλλά όχι με τον αναγνώριση αυτή καθ’ εαυτή. Το σύνολο των εκπαιδευτικών του δημοτικού σχολείου Καλού Χωριού ανέρχεται σε 10 άτομα, από τα οποία μόνο 4 είναι άνδρες. Η Επιτροπή αποφάσισε ότι σε μια μικρή κοινότατα όπως το Καλό Χωριό είναι αναμενόμενο να γνωρίζει ο καθένας ποιος δάσκαλος ανάμεσα σε τέσσερις ενεχόταν στο κατ’ ισχυρισμό επεισόδιο, όπως επίσης και οι συνάδελφοί του δασκάλου, φίλοι και γνωστοί. Υπάρχουν πολλά παραδείγματα ατόμων που καταδικάστηκαν σε αγωγές δυσφήμησης που ήγειραν πρόσωπα που δεν κατονομάστηκαν αλλά τα οποία ήταν δυνατό να αναγνωρισθούν από τα συμφραζόμενα. Συνήθως ένα άτομο πρέπει να ανήκει σε μια σχετικά πολυάριθμη ομάδα για να μπορεί να ευσταθήσει ο ισχυρισμός ότι δεν ήταν δυνατό να αναγνωρισθεί μεταξύ των άλλων μελών της ομάδας. Στη δικαστική πρακτική και ανάλογα με την περίπτωση θεωρείται ότι μια αγωγή μπορεί να ευσταθήσει όταν εγείρεται από ένα άτομο που δεν κατονομάστηκε αλλά ανήκει σε μια ομάδα όχι μεγαλύτερη των 12 ατόμων. Επίσης η Επιτροπή επισήμανε πως το επίμαχο στοιχείο στο παράπονο δεν ήταν κατά πόσο έγινε καταγγελία στην αστυνομία, αλλά κατά πόσο το δημοσίευμα στο σύνολό του έθιγε το δάσκαλο και κατά πόσο επιδείχθηκε η δέουσα μέριμνα για να παρουσιασθεί η δική του θέση. Εξετάζοντας το περιεχόμενο της επίμαχης είδησης, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι ο τίτλος, που είναι αναπόσπαστο μέρος της είδησης και μάλιστα το πιο κρίσιμο, γιατί μεταφέρει αυτό που θεωρείται η ουσία της είδησης, καταλόγιζε ευθέως και χωρίς περιστροφές ή επιφυλάξεις μια αξιόποινη πράξη στο δάσκαλο. Ο τίτλος ανέφερε: «Καλό Χωριό: Δάσκαλος «έστειλε» 10χρονο μαθητή στο Νοσοκομείο! – Καταγγελία στην Αραδίππου». Ο τίτλος είναι το πρώτο πράγμα που διαβάζει ο αναγνώστης και σε πολλές περιπτώσεις ίσως και το μόνο. Στην περίπτωση αυτό το μήνυμα είναι τόσο ευθύ και σαφές που κατά την άποψη της Επιτροπής δεν χρειάζεται καν συζήτηση για το αν η είδηση καταλογίζει στον δάσκαλο το γεγονός ότι «έστειλε» μαθητή στο Νοσοκομείο. Επίσης η Επιτροπή σημείωσε ότι η είδηση συνοδεύθηκε από εικόνες αστυνομικού τμήματος, που καμιά σχέση δεν είχαν με το επίμαχο επεισόδιο, οι οποίες τείνουν να ενισχύσουν την αληθοφάνεια όσων αναφέρονται στο κείμενο στην αντίληψη ανίδεων επισκεπτών της ιστοσελίδας. Επιβεβαίωση της θέσης αυτής αποτελούν τα σχόλια επισκεπτών της ιστοσελίδας, τα οποία άνευ ετέρου θεώρησαν το δάσκαλο ένοχο και τον καταδίκασαν, ενώ διατύπωσαν διάφορες κατηγορίες και χαρακτηρισμούς κατά των δασκάλων γενικά. Είναι εντυπωσιακοί οι χαρακτηρισμοί που χρησιμοποιήθηκαν για το δάσκαλο και τους δασκάλους γενικά, με αφορμή την είδηση: «ο κάθε τυχαίος», «να πάει σε ψυχολόγο», «δεν είχε δικαίωμα να το κτυπήσει», «θέλει ένα γερό ξύλο», «ο άχρηστος», «κανονικά οι δάσκαλοι πρέπει να περνάνε από ψυχολόγο». Όπως η Επιτροπή αποφάσισε σε προηγούμενες ανάλογες περιπτώσεις, η ιστοσελίδα που δίδει αφορμή και τη δυνατότητα να αναρτηθούν σχόλια και αφήνει αναρτημένα επιλήψιμα σχόλια αναγνωστών φέρει απόλυτη ευθύνη γι’ αυτά. (Ιδε υποθέσεις 8/27/5/2015 και (1/14/1/2014, καθώς και απόφαση ΕΔΑΔ στην υπόθεση DEFLI v. ESTONIA, αντίστοιχα: http://www.cmcc.org.cy/Decisions/index_2014_files/1_2014.html http://www.cmcc.org.cy/Decisions/index_2015_files/8_2015.html http://hudoc.echr.coe.int/eng?i=001-155105 ) Κατά συνέπεια η Επιτροπή έκρινε ότι το περιεχόμενο του τίτλου, αλλά και των καταδικαστικών, υβριστικών και προσβλητικών σχολίων για το δάσκαλο, που αφέθηκαν αναρτημένα, συνιστούσε παραβίαση του τεκμηρίου της αθωότητας του δασκάλου, κατά παράβαση της πρόνοιας του άρθρου 9 του Κώδικα Δημοσιγοραφικής Δεοντολογίας. Το άρθρο 9 προνοεί ότι: «Οι λειτουργοί σέβονται πλήρως την αρχή ότι ο ύποπτος ή κατηγορούμενος για διάπραξη αδικήματος είναι αθώος μέχρις αποδείξεως του αντιθέτου, σύμφωνα με τη νόμιμη διαδικασία και συνεπώς αποφεύγουν να δημοσιοποιήσουν ο,τιδήποτε το οποίο να οδηγεί σε συμπεράσματα ως προς την ενοχή ή αθωότητα του υπόπτου ή/και κατηγορουμένου ή τείνει να τον διασύρει ή διαπομπεύσει». Η Επιτροπή έκρινε επίσης ότι η είδηση συνιστά παραβίαση των προνοιών του άρθρου 12 που προβλέπει ότι είναι γενικά ανεπίτρεπτος ο χλευασμός, η διαπόμπευση και ο διασυρμός οποιωνδήποτε ατόμων ή ομάδων και όχι μόνο των κατηγορουμένων ή υπόπτων. Η Επιτροπή αποφάσισε περαιτέρω ότι η είδηση ήταν μονομερής και μεροληπτική κατά παράβαση της γενικής διάταξης περί παροχής αντικειμενικής και ολοκληρωμένης πληροφόρησης, δεδομένου ότι περιορίστηκε στην παράθεση των ισχυρισμών της μιας πλευράς, χωρίς καμιά ουσιαστική μέριμνα να παρουσιασθεί η άποψη του δασκάλου. Μια καταγγελία στην αστυνομία συνιστά εκ των πραγμάτων μια μονομερή παράθεση γεγονότων και το γεγονός ότι απλώς έγινε μια καταγγελία δεν αποτελεί δικαιολογία για να παρατίθενται οι απόψεις της μιας πλευράς σε μια υπόθεση, κατά τρόπο που παραβιάζει τις αρχές της δημοσιογραφικής δεοντολογίας περί ακρίβειας των πληροφοριών, παροχής αντικειμενικής, ολοκληρωμένης και έγκυρης πληροφόρησης και παροχής της ευκαιρίας για άσκηση του δικαιώματος απάντησης. Ο παραπονούμενος ανέφερε ότι διαβίβασε μήνυμα προς το δάσκαλο μέσω του προέδρου του Συνδέσμου Γονέων ότι ήταν πρόθυμος να δημοσιεύσει τη θέση του για το επεισόδιο. Όμως η Επιτροπή έκρινε ότι αυτό δεν συνιστούσε επαρκή προσπάθεια, γιατί μια σοβαρή ενέργεια, όπως ήταν η λήψη της άλλης άποψης, αφέθηκε στην καλή θέληση ενός τρίτου. Η Επιτροπή θώρησε πως, δεδομένης της σοβαρότητας της καταγγελίας που διατυπώθηκε εναντίον του για μια πράξη που έθετε σε κίνδυνο τη θέση του ως δασκάλου, θα έπρεπε να είχε επιδιωχθεί άμεση και προσωπική επαφή με τον ίδιο το δάσκαλο. Είναι γεγονός ότι στην είδηση για το ίδιο θέμα την επομένη ημέρα αναφέρθηκε ότι ο δάσκαλος κλήθηκε σε κατάθεση και «ισχυρίστηκε ότι το παιδί του έριξε πλαστικό μπουκάλι στην πλάτη και ότι απλώς το έβγαλε έξω από την τάξη». Η Επιτροπή έκρινε ότι η ζημιά για το δάσκαλο είχε ήδη γίνει με το πρώτο δημοσίευμα, λαμβάνοντας υπόψη και την έκταση που δόθηκε στο θέμα. Επίσης σημείωσε πως η παράθεση των απόψεων του δασκάλου δεν ήταν το κύριο μέρος της είδησης, η οποία μάλλον επικεντρώθηκε στο θέμα του φερόμενου ξυλοδαρμού του παιδιού και στην ενίσχυση της εντύπωσης αυτής, με τη δημοσίευση της φωτοτυπίας του πιστοποιητικού του νοσοκομείου ύστερα από εξέτασή του, το οποίο εξασφάλισε η ιστοσελίδα. Περαιτέρω, η Επιτροπή έκρινε ότι η πληροφόρηση που παρέσχε η ιστοσελίδα δεν ήταν ολοκληρωμένη, γιατί ήγειρε διάφορα σημεία τα οποία άφησε να αιωρούνται. Μεταξύ άλλων είχε γράψει πως «η καταγγελία του εν λόγω δασκάλου στο Υπουργείο Παιδείας θεωρείται δεδομένη». Η φράση «θεωρείται δεδομένη» υπονοεί ότι η αναφορά αυτή συνιστά εικασία ότι θα ακολουθούσε η λήψη μέτρων κατά του δασκάλου, αναφέροντας μάλιστα ότι το Υπουργείο θα ενεργούσε ανάλογα με την ετυμηγορία του Δικαστηρίου αν προχωρούσε νομικά η υπόθεση. Ωστόσο, η ιστοσελίδα άφησε αναπάντητα ερωτήματα και τη σκιά πάνω από το δάσκαλο, παραλείποντας να επανέλθει στο θέμα που ανέδειξε και να παράσχει πληροφόρηση για την εξέλιξη και κατάληξη της υπόθεσης, η οποία εκ των υστέρων διαφάνηκε ότι δεν ήταν τόσο σοβαρή όσο δόθηκε η εντύπωση ότι ήταν. Η Επιτροπή, διερευνώντας το θέμα, έλαβε υπεύθυνη πληροφόρηση από την Αστυνομία πως οι γονείς του παιδιού που υπέβαλαν την καταγγελία στην Αστυνομία την απέσυραν στη συνέχεια, αφού είχαν συνάντηση με τη διευθύντρια του σχολείου και το δάσκαλο, κατά την οποία δόθηκαν αμοιβαίες εξηγήσεις, τόσο ως προς το επεισόδιο όσο και για το πώς προκλήθηκε το τραύμα στην κεφαλή του παιδιού. Επίσης το Υπουργείο Παιδείας δεν θεώρησε ότι μπορούσε ή είχε επαρκή στοιχεία για να κινηθεί πειθαρχικά εναντίον του δασκάλου. Η Επιτροπή θεωρεί την περίπτωση αυτή τυπική πολλών άλλων υποθέσεων κατά τις οποίες ειδήσεις στηρίζονται σε καταγγελίες στην Αστυνομία. Η Επιτροπή επισημαίνει ότι μια καταγγελία στην αστυνομία είναι εξ ορισμού ένας μονόπλευρος ισχυρισμός, γι’ αυτό και οι δημοσιογράφοι όταν χειρίζονται υποθέσεις του είδους αυτού οφείλουν να ενεργούν προσεκτικά ώστε να μη παρέχουν μονόπλευρη πληροφόρηση, να μη διασύρουν πρόσωπα και να μη παραβιάζουν το τεκμήριο της αθωότητας προσώπων προτού καν μια υπόθεση οδηγηθεί στο δικαστήριο. Επίσης οφείλουν να έχουν υπόψη ότι πλείστες όσες καταγγελίες δεν έχουν δικαστική συνέχεια και επομένως είναι άδικο και αντιδεοντολογικό να θυματοποιούνται άτομα και να κρίνονται από την κοινή γνώμη χωρίς δίκη. Η Επιτροπή επισημαίνει σχετικά ότι η χρήση λέξεων που στην ουσία παρέχουν κάλυψη στο δημοσιογράφο, δεν παρέχουν την ίδια προστασία στα επηρεαζόμενα πρόσωπα. Φράσεις όπως «φέρεται», «έγινε καταγγελία ότι…», «υπάρχει ισχυρισμός ότι…» δίδουν τη δυνατότητα στο δημοσιογράφο να προβάλει το επιχείρημα ότι δεν υιοθετεί τα αναφερόμενα σε μια είδηση, αλλά είναι γενικά παρατηρημένο ότι οι φράσεις αυτές και παρόμοιες είναι ψιλά γράμματα για τους πλείστους αναγνώστες. Το θέμα που εγείρεται δεν είναι αν ο δημοσιογράφος συμμερίζεται ή όχι αυτά που καταγγέλλονται, αλλά αν τα άτομα προς τα οποία απευθύνεται η είδηση, δηλαδή οι αναγνώστες, είναι δυνατό να τα εκλάβουν.
ΠΡΟΝΟΙΑ/EΣ ΚΩΔΙΚΑ:
ΜΜΕ:
ΑΡ. ΠΑΡΑΠΟΝΟΥ:
15/2016
ΗΜ. ΑΠΟΦΑΣΗΣ:
14/06/2016
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ:
ΟΧΙ
Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας εξέτασε παράπονο (15/20/4/2016) από τον Πρόεδρο της ΣΤΟΚ (Συνομοσπονδία Τοπικών Ομοσπονδιών Κύπρου) Μαρίνο Τιμοθέου εναντίον της ιστοσελίδας TOTHEMAONLINE για δημοσίευμα που αναφερόταν στον καθορισμό του γηπέδου για τη διεξαγωγή αγώνα της ημιτελικής φάσης του ποδοσφαιρικού πρωταθλήματος πρωταθλητριών της Συνομοσπονδίας. Το δημοσίευμα αποτελούσε κριτική του γεγονότος ότι το Καλό Χωριό, το γήπεδο του οποίου ορίστηκε για τη διεξαγωγή του αγώνα μεταξύ ΑΕΚ- Κοράκου και Ανόρθωσης Μουταγιάκας για την ημιτελική φάση του πρωταθλήματος πρωταθλητριών του αγροτικού ποδοσφαίρου ήταν το χωριό του παραπονούμενου προέδρου της ΣΤΟΚ. Ανέφερε ότι κάποιοι μπορούσαν να πουν ότι αυτό βόλευε την Α.Ε. Μουτταγιάκας, επειδή το χωριό τους είναι πολύ κοντά στο Καλό Χωριό και ότι θα ταλαιπωρείτο η ομάδα της Κοράκου που είναι πιο μακριά, αλλά το επιλήψιμο στην υπόθεση ήταν ότι ο πρόεδρος της ΣΤΟΚ, Μαρίνος Τιμοθέου, κατάγεται από το Καλό Χωριό. Περαιτέρω ανέφερε: «Κάποιος κάλλιστα μπορεί να τον κατηγορήσει ότι κανονίζει παιχνίδια στο χωριό του για να έχει αυτό έσοδα, αδιαφορώντας για την ταλαιπωρία και τις ισορροπίες, Εμείς δεν έχουμε στοιχεία για να τον κατηγορήσουμε ευθέως για κάτι τέτοιο. Σίγουρα όμως δεν μπορούμε να τον απαλλάξουμε με τίποτα». Το σχόλιο κατέληγε με την παρατήρηση ότι όλα αυτά δεν φαίνεται να απασχολούν ιδιαίτερα τον Μαρίνο Τιμοθέου και ότι ήταν «ψιλά γράμματα» γι’ αυτόν. Το παράπονο ανέφερε ότι ο συντάκτης του σχολίου δεν έκαμε ενδελεχή έρευνα και δεν ζήτησε τη θέση και/ή την άποψη του παραττονούμενου, παραβιάζοντας κατ' αυτό τον τρόπο τις αρχές που διέπουν τον Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας. Επίσης ανέφερε ότι με τις αναλήθειές του του άρθρο σκοπό είχε να εκθέσει και δυσφημήσει τον Πρόεδρο της ΣΤΟΚ. Περαιτέρω ανέφερε ότι η έγκριτη δημοσιογραφία προϋποθέτει έρευνα και παρουσίαση γεγονότων αξιόπιστα και αντικειμενικά έχοντας κατά νου και τις δύο όψεις του νομίσματος έτσι ώστε ο αναγνώστης να έχει σφαιρική γνώμη και να μπορεί να βγάλει ασφαλή συμπεράσματα. Ανταποκρινόμενος σε παράκληση της Επιτροπής για πληροφορίες, ανέφερε ότι οι δύο αγώνες της ημιτελικής φάσης του πρωταθλήματος πρωταθλητριών αγροτικού ποδοσφαίρου ορίστηκαν από την Εκτελεστική Επιτροπή της ΣΤΟΚ σε συνεδρία της στις 18/4/2016 και ότι κριτήριο για τον ορισμό των γηπέδων είναι το γήπεδο να βρίσκεται σε μέση απόσταση από την έδρα των ομάδων που θα αναμετρηθούν με σκοπό το μετριασμό της ταλαιπωρίας και κούρασης στους ποδοσφαιριστές που θα αγωνιστούν μετά από το οδικό ταξίδι. Ο Διευθυντής Σύνταξης της ιστοσελίδας Φάνης Μακρίδης, πέραν της γραπτής υποβολής των θέσεων του γραπτώς, ζήτησε και κατέθεσε προφορικά στην Επιτροπή. Ανέφερε ότι το δημοσίευμα αποτελούσε νόμιμη έκφραση γνώμης και κριτική για ένα γεγονός ενδιαφέροντος για τις τοπικές κοινωνίες. Επίσης ανέφερε ότι δεν παρέθεσε οποιαδήποτε γεγονότα τα οποία να χρειάζονταν επιβεβαίωση με επικοινωνία με τον παραπονούμενο και ότι δεν διατύπωσε κατηγορίες αλλά έκαμε ορισμένες επισημάνεις πάνω σε μη αμφισβητούμενα γεγονότα, δηλαδή τον ορισμό του γηπέδου ως ανωτέρω, με στόχο την επικράτηση διαφάνειας. Επίσης ανέφερε πως δεν καταλόγισε στον παραπονούμενο σκοπιμότητα και ότι το πνεύμα του σχολίου του ήταν ότι ο κ. Τιμοθέου θα έπρεπε να προστατεύσει τον εαυτό του. Καταλήγοντας ανέφερε ότι αυτό που ήθελε να πει είναι ότι «η γυναίκα του Καίσαρα πρέπει και να φαίνεται ότι είναι τίμια». Εξ άλλου, ανέφερε πως επανειλημμένα προσπάθησε να πάρει τις απόψεις του παραπονουμένου, με τον οποίο συνομίλησε σε δύο περιπτώσεις σε φιλικό επίπεδο μετά το δημοσίευμα, αλλά εκείνος δεν θέλησε να τις αναφέρει. Σύμφωνα με τον κ. Μακρίδη, ο κ. Τιμοθέου συμφώνησε να διαβιβάσει απόφαση του Δ.Σ. της ΣΤΟΚ που θα λαμβανόταν στην επόμενη συνεδρία της, η οποία θα αναφερόταν στη διαδικασία ορισμού των χώρων διεξαγωγής των αγώνων της ΣΤΟΚ. Από την εξέταση όλων των δεδομένων της υπόθεσης η Επιτροπή κατέληξε στην απόφαση πως το επίμαχο δημοσίευμα αποτελούσε έκφραση γνώμης και όχι παράθεση γεγονότων, ώστε να παρίσταται ανάγκη εξακρίβωσής τους. Το δημοσίευμα σχολίαζε το γεγονός του καθορισμού ενός γηπέδου για τη διεξαγωγή ενώ αγώνα, ανεξάρτητα από τη διαδικασία λήψης της απόφασης και επομένως, ως έκφραση γνώμης, έστω και δεικτική, αποτελούσε δικαίωμα που κατοχυρώνεται από την ελευθερία της έκφρασης. Το άρθρο δεν καταλόγισε οτιδήποτε μεμπτό στον κ. Τιμοθέου αλλά διατύπωνε την άποψη ότι ο πρόεδρος της ΣΤΟΚ θα ήταν δυνατό να επικριθεί πως θέλησε να ευνοήσει το χωριό του με τον ορισμό του γηπέδου του για τη διεξαγωγή ενός ποδοσφαιρικού αγώνα. Παρ’ όλο που κάποιος θα μπορούσε να οδηγηθεί στο συμπέρασμα ότι συνιστούσε κατηγορία για τον κ. Τιμοθέου που τον άφηνε εκτεθειμένο σε υποθέσεις, η Επιτροπή επισημαίνει πως τα άτομα που κατέχουν κάποιο αξίωμα που τους τοποθετεί στη δημόσια σφαίρα πρέπει πάντα να είναι έτοιμα να δεχθούν κριτική, έστω και αν είναι σκληρή και άδικη, ως προς ενέργειές τους στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων τους. Πρέπει να σημειωθεί ότι κάτω από το άρθρο δημοσιεύθηκαν 12 σχόλια επισκεπτών, από τα οποία τα 11 επικριτικά για το δημοσίευμα τα οποία δεν αφαιρέθηκαν από την ιστοσελίδα, γεγονός που αποκλείει την ύπαρξη κακής διάθεσης έναντι του παραπονουμένου. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή αποφάσισε ότι δεν υπήρξε παραβίαση ούτε της πρόνοιας περί ακρίβειας των πληροφοριών, η οποία επιβάλλει διασταύρωσης και εξακρίβωση των πληροφοριών ούτε της πρόνοιας περί δυσμενών διακρίσεων, η οποία απαγορεύει το διασυρμό. Από τις θέσεις που παρέθεσε ο κ. Μακρίδης, η Επιτροπή είναι ικανοποιημένη ότι προσπάθησε να πάρει έστω και εκ των υστέρων τις απόψεις του παραπονουμένου επί των σχολίων του, με σκοπό τη δημοσίευσή τους, ικανοποιώντας έτσι το αίτημα του Κώδικα για παροχή του δικαιώματος απάντησης. Ο παραπονούμενος επιφυλάχθηκε να αποστείλει επίσημη ανακοίνωση της ΣΤΟΚ. Η Επιτροπή τον παροτρύνει να το πράξει ή με άλλο τρόπο να παραθέσει τις απόψεις του για δημοσίευση, επισημαίνοντας ότι σε ανάλογες περιπτώσεις στις οποίες το επίμαχο αντικείμενο είναι η έκφραση γνώμης, η διαφορά λύνεται πάντα με την άσκηση του δικαιώματος απάντησης, δεδομένου ότι η Επιτροπή δεν είναι δυνατό να τοποθετηθεί επί απόψεων τις οποίες ο καθένας είναι ελεύθερος να εκφράζει.
ΠΡΟΝΟΙΑ/EΣ ΚΩΔΙΚΑ:
ΜΜΕ:
ΑΡ. ΠΑΡΑΠΟΝΟΥ:
16/2016
ΗΜ. ΑΠΟΦΑΣΗΣ:
14/06/2016
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ:
ΝΑΙ
Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας εξέτασε παράπονο (16/26/4/201) από το Φλουρέντζο Φλουρέντζου, που διαμένει στην Ελβετία, ότι δημοσίευμα του Διονύση Διονυσίου στον ΠΟΛΙΤΗ στις 27 Μαρτίου, 2016, ήταν ανακριβές και παραπλανητικό. Το δημοσίευμα, υπό τον τίτλο «Δόγμα Κύπρου-Ελλάδος κατά των απατεώνων» αφορούσε, σύμφωνα με το συντάκτη του άρθρου, σε μια κοινή στάση των κυβερνήσεων Κύπρου και Ελλάδας ενάντια στα εγκλήματά διαφθοράς και δίωξης των απατεώνων που εμπλέκονται σε υποθέσεις καταδολίευσης του δημοσίου. Το επίμαχο σημείο ήταν αναφορά στον τέως πρόεδρο Δημήτρη Χριστόφια και στον εκτίοντα ποινή φυλάκισης για το σκάνδαλο της επένδυσης στο ακίνητο της Δρομολαξιάς Βενιζέλο Ζαννέτο. Το άρθρο ανέφερε ότι ανεξάρτητα από «όσα διάφορα και αν του καταμαρτυρούμε στο παρελθόν» για τον Πρόεδρο Νίκο Αναστασιάδη, «για ΠΡΩΤΗ φορά στην ιστορία της Κυπριακής Δημοκρατίας εκδικάζονται υποθέσεις και μπαίνουν απατεώνες στη φυλακή και μάλιστα φίλοι του, όπως ο δήμαρχος Λάρνακας Λουρουτζιάτης» και συνέχισε: «Σκεφτείτε μόνο την αναλογία: Θα έκανε ποτέ κάτι τέτοιο ο Δημήτρης Χριστόφιας; Θα έβαζε τον Ζαννέττο στη φυλακή, ενώ ξέρει και για τις επαύλεις και τις πισίνες και το απέραντο κτήμα στο Λατσί; Όχι μόνο δεν έκανε κάτι, αλλά μετά τη ματσαράγκα στη Δρομολαξιά τον ανέδειξε και πολιτικό κρατούμενο μπαινοβγαίνοντας στη φυλακή για να τον στηρίξει». Ο παραπονούμενος ανέφερε ότι είναι συνδεδεμένος με σχέσεις οικογενειακής φιλίας με την οικογένεια Βενιζέλου Ζαννέτου και αντιλήφθηκε ότι «ο κύριος Διονυσίου δεν σέβεται το δικαίωμα μου για έγκυρη, αντικειμενική και ολοκληρωμένη πληροφόρηση, παραβιάζοντας το πρώτο άρθρο του κώδικα που αναφέρει ότι « Τα Μ.Μ.Ε. μεριμνούν ώστε να μη δημοσιεύονται ανακριβείς, παραπλανητικές, φανταστικές ή διαστρεβλωτικές της αλήθειας ειδήσεις, πληροφορίες ή σχόλια». Και αυτό, όπως ανέφερε, γιατί είναι σε θέση να γνωρίζει ότι ο Βενιζέλος Ζαννέτος «δεν διαθέτει «επαύλεις» με «πισίνες» σε ένα «απέραντο κτήμα» αλλά ένα σπίτι, το οποίο κτίστηκε σε περιουσία η οποία ήταν κληρονομιά της γυναίκας του και το εκμεταλλεύεται σαν τουριστικό υποστατικό ενοικιάζοντας το σε τουρίστες». Ο παραπονούμενος υποστήριξε ότι και αν ο κ. Διονυσίου δεν γνώριζε αυτά τα πράγματα, θα έπρεπε να είχε ελέγξει τα γεγονότα. Επίσης ανέφερε ότι το δικαίωμά του στην ακριβή πληροφόρηση δεν αποκαταστάθηκε επειδή η αναίρεση στην οποία προέβη ο κ. Διονυσίου δεν δημοσιεύθηκε στην ίδια στήλη με το δημοσίευμα. Ο Διονύσης Διονυσίου ανέφερε στην Επιτροπή ότι μετά το δημοσίευμα επικοινώνησε μαζί του η κ. Ζαννέτου, η οποία τον πληροφόρησε ότι το αναφερόμενο στο δημοσίευμα ακίνητο ήταν γραμμένο στο όνομά της και επομένως ήταν ανακριβές ότι ο σύζυγός της διέθετε έπαυλη στο Λατσί. Περαιτέρω ο κ. Διονυσίου ανέφερε ότι αφού διαπίστωσε το λάθος του εξετάζοντας τα πιστοποιητικά ιδιοκτησίας προέβη σε διόρθωση για την ανακρίβεια και επίσης δημοσίευσε απολογία προς την κ. Ζαννέτου στην εφημερίδα Πολίτης στις 10 Απριλίου, 2016, στην προσωπική του στήλη, την οποία και υπέγραψε. Επίσης ανέφερε ότι η κ Ζαννέτου εξέφρασε την ικανοποίησή της και τις ευχαριστίες της για την επανόρθωση. Το κείμενο της διόρθωσης δημοσιεύθηκε κάτω από τοπογραφικό σχέδιο του κτήματος και ανέφερε: «Αδικήσαμε τον Βενιζέλο Ζαννέττο με το σχόλιο της στήλης «Σφαιρικά» κάνοντας αναφορά σε έπαυλη που διαθέτει στο Λατσί. Το κτήμα, βέβαια, και η έπαυλη είναι υπαρκτά, αλλά είχαμε την ευκαιρία τη βδομάδα που πέρασε, ιδίοις όμμασιν, να διαπιστώσουμε ότι παραπληροφορηθήκαμε. Το κτήμα, με βάση τα έγγραφα του Κτηματολογίου που ήρθαν ενώπιόν μας, δεν ανήκει στον κ. Ζαννέττο αλλά στη σύζυγο του, η οποία το κληρονόμησε από τον πατέρα της. Το κτήμα, συγκεκριμένα, αγοράστηκε από τον πατέρα της κ. Ζαννέττου το 1972, το οποίο στη συνέχεια η ίδια κληρονόμησε το 1991 και μαζί με τον σύζυγο της Βενιζέλο το αξιοποίησαν ως τουριστικό κατάλυμα, γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο κτίστηκε και η πισίνα. Εν τοιαύτη περιπτώσει και χωρίς κανένα δισταγμό προσφέρουμε στον κ. Ζαννέττο και την οικογένειά του ευθαρσώς και δημόσια την απολογία μας για τη συγκεκριμένη περικοπή του άρθρου που γράψαμε». Η Επιτροπή αποφάσισε ότι υπό το φως των δεδομένων που τέθηκαν ενώπιόν της υπήρξε παραβίαση της πρόνοιας του άρθρου 1 του Κώδικα περί ακρίβειας των πληροφοριών, με τη δημοσίευση ανακριβών πληροφοριών για την κυριότητα του κτήματος. Περαιτέρω η Επιτροπή αποφάσισε ότι τόσο ο δημοσιογράφος όσο και η εφημερίδα επέδειξαν συμμόρφωση προς την πρόνοια του ιδίου άρθρου του Κώδικα, που αναφέρει ότι σε περίπτωση δημοσίευσης ανακριβών πληροφοριών, οι υπεύθυνοι «… χωρούν σε άμεση διόρθωση ή και απολογία». Οι βασικές αρχές που ισχύουν σε περίπτωση επανόρθωσης ανακριβών δημοσιευμάτων είναι ότι το κείμενο πρέπει να είναι ανάλογο με το κείμενο του οποίου επιδιώκεται η διόρθωση, να είναι σε εμφανές σημείο και να δημοσιεύεται, κατά το δυνατό, στην ίδια θέση. Όμως κάθε εφημερίδα ακολουθεί τη δική της πρακτική στο θέμα αυτό και το κατά πόσο η διόρθωση είναι επαρκής κρίνεται από τα δεδομένα κάθε περίπτωσης. Ενώ είναι επιθυμητό κάθε εφημερίδα να έχει συγκεκριμένο χώρο στον οποίο ο αναγνώστης να γνωρίζει ότι δημοσιεύονται επανορθώσεις ανακριβειών, σημασία έχει να μην καταβάλλεται προσπάθεια η διόρθωση να είναι αφανής. Η Επιτροπή αποφάσισε ότι στην προκειμένη περίπτωση ο χώρος δημοσίευσης στην προσωπική στήλη του συντάκτη ήταν εμφανής και δεδομένης της έκτασης, του ύφους και της θέσης στην οποία δημοσιεύθηκε, καθώς και της ικανοποίησης της κ. Ζαννέτου, έκρινε τη διόρθωση και απολογία ως επαρκή.
ΠΡΟΝΟΙΑ/EΣ ΚΩΔΙΚΑ:
ΜΜΕ:
ΑΡ. ΠΑΡΑΠΟΝΟΥ:
13/2016
ΗΜ. ΑΠΟΦΑΣΗΣ:
14/06/2016
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ:
ΝΑΙ
«Η καταχρηστική άσκησή του απαγορεύεται και επίσης περιορίζεται για προστασία του κράτους, της κοινωνικής τάξης και των δικαιωμάτων των τρίτων, ιδιαίτερα των ευάλωτων ομάδων» Μετά τη δημοσιοποίηση των αποφάσεων της Επιτροπής Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας στις υποθέσεις των δηλώσεων του Έλληνα τραγουδιστή Νότη Σφακιανάκη στο ΡΙΚ (υπόθεση 12/2016) και των σκίτσων του ΠΙΝ (Πέτρου Παπαπέτρου στο «Φιλελεύθερο» (υπόθεση 17/2015) διατυπώθηκαν επικρίσεις και ισχυρισμοί ως προς την ορθότητά τους στη βάση ανεδαφικών επιχειρημάτων. Κατόπιν διαβουλεύσεων μεταξύ των μελών της επιτροπής και συζήτησης του θέματος σε συνεδρία της Επιτροπής, κατόπιν εισήγηση του Προέδρου αποφασίστηκε να καταγραφούν στα πρακτικά οι θέσεις και απαντήσεις της Επιτροπής προκειμένου να μη θεωρηθεί ότι η Επιτροπή με οποιοδήποτε τρόπο θεωρεί τις αντιδράσεις δικαιολογημένες. Η καταγραφή αυτή δεν επέχει θέση απάντησης στις επικρίσεις ή αντιδικίας με οποιοδήποτε, αλλά παράθεση των δεδομένων με σκοπό την άρση οποιασδήποτε ενδεχόμενης εντύπωσης μεταξύ των ΜΜΕ, των δημοσιογράφων και του κοινού ότι η άσκηση του δικαιώματος της ελευθερίας της έκφρασης δεν έχει κανένα φραγμό ή περιορισμό. Επειδή το βασικό επιχείρημα που χρησιμοποιήθηκε, ειδικά για την απόφαση στην υπόθεση ΡΙΚ-Σφακιανάκη είναι ότι αντιβαίνει στο δικαίωμα της ελευθερίας της έκφρασης, η Επιτροπή επισημαίνει ότι, η ίδια η Κυπριακή Πολιτεία, κάνοντας χρήση των προνοιών του άρθρου 19 του Συντάγματος που κατοχυρώνει το δικαίωμα, έθεσε περιορισμούς στην ενάσκηση του δικαιώματος αυτού. Το Σύνταγμα ορίζει ότι «Η ενάσκησις των δικαιωμάτων (που πηγάζουν από την ελευθερία της έκφρασης) δύναται να υποβληθή εις διατυπώσεις, όρους, περιορισμούς ή ποινάς προδιαγεγραμμένους υπό του νόμου και αναγκαίους μόνον προς το συμφέρον της ασφαλείας της Δημοκρατίας ή της συνταγματικής τάξεως ή της δημοσίας ασφαλείας ή της δημοσίας τάξεως ή της δημοσίας υγείας ή των δημοσίων ηθών ή προς προστασίαν της υπολήψεως ή των δικαιωμάτων άλλων ή προς παρεμπόδισιν της αποκαλύψεως πληροφοριών ληφθεισών εμπιστευτικώς ή προς διατήρησιν του κύρους και της αμεροληψίας της δικαστικής εξουσίας». Πρόκειται για τους ίδιους ακριβώς περιορισμούς που προβλέπονται από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Με τον κυρωτικό Περί Καταπολέμησης Ορισμένων Μορφών Ξενοφοβίας και Ρατσισμού Μέσω μέσω του Ποινικού Δικαίου Νόμο του 2011, που ως κυρωτικός έχει αυξημένη τυπική ισχύ έναντι οποιασδήποτε άλλης νομοθεσίας, θέσπισε περιορισμούς στην άσκηση του δικαιώματος και προνόησε για την επιβολή ποινών από τα δικαστήρια για παραβίαση των προνοιών του νόμου, δηλαδή πενταετή φυλάκιση ή και πρόστιμο 10.000 ευρώ. Περαιτέρω, η Επιτροπή τονίζει ότι μέσα από νομική μελέτη που έγινε σχετικά με το χειρισμό υποθέσεων ρητορικής μίσους από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο του Συμβουλίου της Ευρώπης προκύπτει ότι το δικαίωμα της Ελευθερίας της Έκφρασης δεν είναι απεριόριστο και ότι η καταχρηστική άσκησή του απαγορεύεται και περιορίζεται για προστασία του κράτους, της κοινωνικής τάξης και των δικαιωμάτων των τρίτων, ιδιαίτερα των πιο ευάλωτων ομάδων, στις οποίες καταλέγονται οι πρόσφυγες. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή θεωρεί άδικους, αβάσιμους και ατεκμηρίωτους ισχυρισμούς που διατυπώθηκαν ως προς την ορθότητα των αποφάσεών της στις υποθέσεις των δηλώσεων του Έλληνα τραγουδιστή Νότη Σφακιανάκη στο ΡΙΚ (υπόθεση 12/2016) και των σκίτσων του ΠΙΝ (Πέτρου Παπαπέτρου στο «Φιλελεύθερο» (υπόθεση 17/2015). Ως προς την υπόθεση ΡΙΚ-Σφακιανάκη, το Δ.Σ. του ΡΙΚ διατύπωσε δογματικά τον παντελώς αστήρικτο από επιχειρήματα επικίνδυνο ισχυρισμό ότι η απόφαση είναι «μεροληπτική και αντίθετη προς το Σύνταγμα και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων». Επίσης διατύπωσε την άποψη ότι η Επιτροπή δεν έκαμε αναφορά στη «σύγχρονη» νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων», προφανώς αγνοώντας το γεγονός ότι η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας εφαρμόζει τον Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας που συνέταξαν οι φορείς του Κώδικα, μεταξύ των οποίων και το ΡΙΚ.. Το Δ.Σ. του ΡΙΚ υποστήριξε τέλος ότι η Επιτροπή κατέληξε «σε μια ολότελα λανθασμένη και επικίνδυνη απόφαση, η οποία συνιστά λογοκρισία εναντίον της Δημόσιας Ραδιοτηλεόρασης». Είναι αξιοσημείωτη η ομοιότητα, ακόμα και ως προς σειρά παρουσίασης των θέσεων του ΡΙΚ, με μια επιστολή που δημοσιεύθηκε στον Τύπο λίγες ημέρες προηγουμένως, ομοιότητα που οδηγεί το συμπέρασμα πως αποτέλεσε το υπόβαθρο της ανακοίνωσης του Δ.Σ. του ΡΙΚ. Στην επιστολή εκείνη προβλήθηκε το ανερμάτιστο επιχείρημα ότι ενώ με βάση τον Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας η Επιτροπή Δεοντολογίας “έχει υποχρέωση να προασπίζεται το δικαίωμα της Ελευθερίας Έκφρασης και ειδικότερα την ελευθερία των έντυπων και εκπεμπόντων ΜΜΕ”, καταδίκασε το ΡΙΚ γιατί δεν εφάρμοσε δήθεν λογοκρισία και δεν απαγόρευσε τη μετάδοση της ρητορικής μίσους του Σφακιανάκη. Φυσικά η απάντηση είναι πολύ απλή. Τόσο το Κυπριακό Σύνταγμα όσο και η Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου προβλέπουν ότι το δικαίωμα της ελευθερίας της έκφρασης ασκείται μέσα σε σαφώς καθοριζόμενα πλαίσια ή και αποκλείεται παντελώς. Το Κυπριακό Σύνταγμα περιέχει τέτοιους περιορισμούς. Η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου και τις Βασικές Ελευθερίες επίσης θέτει όρια (Αρθρο 10§2), και φθάνει στο σημείο απαγόρευσης της κατάχρησης του δικαιώματος όταν η άσκησή του τείνει να καταστρέψει βασικές αρχές και αξίες της Σύμβασης. Κατά τον ίδιο τρόπο, ο Κώδικας Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας που γράφτηκε στη βάση και του Κυπριακού Συντάγματος και της Ευρωπαϊκής Σύμβασης θέτει όρια στο δικαίωμα αυτό –τα ίδια με εκείνα της Ευρωπαϊκής Σύμβασης. Όμως η πιο επικίνδυνη άποψη που διατυπώθηκε είναι ότι υπάρχει μια «σύγχρονη» απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων που περίπου αποτελεί ευαγγέλιο, αφού παρουσιάστηκε ως ορίζουσα «το πλαίσιο των υποχρεώσεων του Μέσου και του δημοσιογράφου». Ο ισχυρισμός αυτός είναι πέρα για πέρα αβάσιμος και η προσέγγιση του θέματος από αυτή την άποψη είναι απλουστευτική, επιφανειακή και ελάχιστα επιστημονική. Η υπό αναφορά απόφαση του ΕΔΑΔ εκδόθηκε στην υπόθεση Jersild v. Denmark, 23 September, 1994. Κατά παραπλανητικό τρόπο αναφέρθηκε ότι είναι σύγχρονη, ενώ εκδόθηκε πριν από πριν από 22 χρόνια. Θα ανέμενε κανείς, με βάση την επιχειρηματολογία που διατυπώθηκε, ότι μετά την απόφαση αυτή όλες οι άλλες αποφάσεις του ΕΔΑΔ θα ήταν ευθυγραμμισμένες με αυτή. Όμως κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει καθόλου, σύμφωνα με τα συμπεράσματα νομικής μελέτης που έγινε για λογαριασμό της Επιτροπής ως προς το δικαίωμα της ελευθερίας της έκφρασης, την έκταση και τα όριά του, με βάση όλες τις αποφάσεις του ΕΔΑΔ σε υποθέσεις ρητορικής μίσους. (Ιδε Επισυνημμένο 1) Όπως πρέπει να είναι γνωστό σε όλους, το δικαίωμα της ελευθερία της έκφρασης κατοχυρώνεται στο άρθρο 10§1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης. 1 2 Μετά την υπόθεση Jersild v. Denmark, το ΕΔΑΔ εξέδωσε μια πλειάδα αποφάσεων στις οποίες αρνήθηκε να προσφέρει την προστασία του δικαιώματος της ελευθερίας της έκφρασης, είτε (1) γιατί έκρινε πως η άσκησή του έγινε με τρόπο που συνιστούσε κατάχρηση γιατί ακύρωνε βασικές αξίες και δικαιώματα που πηγάζουν από τη Σύμβαση (άρθρο 17), είτε (2) γιατί έκρινε ότι ο περιορισμός του δικαιώματος της έκφρασης ήταν αναγκαίος στη βάση της παραγράφου 2 του Αρθρου 10 της Σύμβασης. 3 Στην υπόθεση Jersild v. Denmark, 23 September, 1994, ήταν μια από τις περιπτώσεις στης οποίες το ΕΔΑΔ δικαίωσε τον αιτητή αφού έκρινε την υπόθεση στη βάση των ιδιαίτερων γεγονότων και χαρακτηριστικών της και λόγω του ειδικού σκοπού που επεδίωκε. Αιτητής ήταν ο Olaf Jens Jersild του κρατικού ραδιοτηλεοπτικού σταθμού της Δανίας, ο οποίος κατά τον επίμαχο χρόνο ήταν παρουσιαστής τηλεοπτικού προγράμματος. Ο δημοσιογράφος ετοίμασε ένα ντοκιμαντέρ το οποίο περιείχε πολύ χαρακτηριστικές ρατσιστικές δηλώσεις τριών μελών μιας οργάνωσης νεαρών που ήταν γνωστοί ως «πρασινοχίτωνες» (Greenjackets), οι οποίες ήταν εξόχως προσβλητικές και εχθρικές για τους μετανάστες διαφόρων εθνικών ομάδων στη Δανία. Τόσο οι νεαροί όσο και ο δημοσιογράφος και ο διευθυντής ειδήσεων της κρατικής ραδιοτηλεόρασης καταδικάστηκαν από τα εθνικά δικαστήρια της Δανίας. Ο δημοσιογράφος προσέφυγε στο ΕΔΑΔ επικαλούμενος παραβίαση του άρθρου 10. Το ΕΔΑΔ ξεχώρισε την υπόθεση των νεαρών από εκείνη του δημοσιογράφου, κρίνοντας πως δεν είχαν δικαίωμα προστασίας για τις ρατσιστικές τους δηλώσεις. Στο σκεπτικό και στην απόφασή του επισήμανε ότι σκοπός του δημοσιογράφου δεν ήταν να κάμει ρατσιστική προπαγάνδα, αλλά να συμβάλει σε μια δημόσια συζήτηση με την παρουσίαση, ανάλυση και εξήγηση της στάσης των νεαρών με στόχο την αφύπνιση των αρχών και της κοινωνίας επί ενός θέματος μεγάλου δημοσίου ενδιαφέροντος, το οποίο βρισκόταν στο επίκεντρο έντονης δημόσιας. Επί πλέον, το ΕΔΑΔ υπέδειξε ότι το πρόγραμμα στο πλαίσιο του οποίου προβλήθηκε είχε ως περιεχόμενό του σοβαρά ζητήματα και απευθυνόταν σε ένα επίλεκτο ακροατήριο με μόρφωση και κριτική σκέψη. Πρέπει να σημειωθεί ότι υπέρ της απόφασης ψήφισαν μόνο 10 δικαστές και εναντίον 7, μεταξύ των οποίων ο Κύπριος δικαστής Ανδρέας Λοϊζου. Στην χωριστή απόφαση του κ. Λοίζου, εκ μέρους των διαφωνούντων, επισημάνθηκε ότι ένας από τους κύριους λόγους της διαφωνίας ήταν ότι ο δημοσιογράφος είχε υποχρέωση, αλλά δεν το έπραξε, να κάμει αποφασιστικότερη παρέμβαση και να προβεί σε ξεκάθαρη δήλωση ότι οι απόψεις αυτές ήταν ανυπόφορες και απαράδεκτες για μια κοινωνία βασισμένη στο σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Ακολουθώντας την ίδια συλλογιστική στην υπόθεση Gündüz v. Turkey, 4 December, 2003, το ΕΔΑΔ πρόσφερε την προστασία του άρθρου 10 στον Muslum Gunduz, ηγέτη της ισλαμικής ομάδας Aczmendi στην Τουρκία, ο οποίος στη διάρκεια τετράωρης συζήτησης στην τηλεόραση υποστήριξε ότι ο Κεμαλισμός κατέστρεψε το Ισλάμ και ότι τόσο ο Κεμαλισμός όσο και η δημοκρατία δυτικού τύπου εκπροσωπούσαν αξίες που ήταν ήταν ασυμβίβαστες με το Ισλάμ. Επίσης υποστήριξε ότι η δημοκρατία στην Τουρκία ήταν δεσποτική, ανελέητη και ασεβής. Το ΕΔΑΔ ανέφερε ότι έλαβε υπόψη ότι ο αιτητής έκαμε τις δηλώσεις στου στη διάρκεια δημόσιας συζήτησης και τις έκαμε όχι με πρόθεση υπόθαλψης μισαλλοδοξίας, αλλά με σκοπό να συμβάλει στη συζήτηση επί θέματος μεγάλου ενδιαφέροντος υπό τις συνθήκες που επικρατούσαν κατά τον επίμαχο χρόνο στην Τουρκία. Όμως στην υπόθεση Gunduz v. Turkey, 13 November, 2003, το ΕΔΑΔ αρνήθηκε ένα μήνα νωρίτερα την προστασία του άρθρου 10 στον Gunduz για ανάλογες απόψεις, επειδή είχαν εκφρασθεί υπό διαφορετικές συνθήκες και με διαφορετικό σκοπό, δηλαδή με τη μορφή δημόσιας προτροπής σε βία και ανατροπή της ισχύουσας τάξης στην Τουρκία. Το αβασάνιστο συμπέρασμα που προκύπτει από τη μελέτη των αποφάσεων του ΕΔΑΔ, με τις οποίες είτε αναγνώρισε την ύπαρξη προστασίας με βάση το άρθρο 10 είτε όχι, είναι πως λαμβάνει υπόψη τα ιδιαίτερα γεγονότα κάθε περίπτωσης. Και όχι μόνο αυτό, αλλά προβαίνει και σε ερμηνεία γεγονότων και καταστάσεων λαμβάνοντας υπόψη αυτό που ονομάζεται «περιρρέουσα ατμόσφαιρα», όπως το πολιτικό και κοινωνικό υπόβαθρο κατά τον ουσιαστικό χρόνο. Αυτό είναι περισσότερο από εμφανές σε δύο ιδιαίτερα χαρακτηριστικές και ενδιαφέρουσες υποθέσεις, γιατί αφορούν στη διάδοση ρατσιστικών μηνυμάτων μέσω της σάτιρας και της γελοιογραφίας, τις υποθέσεις M’Bala M’Bala v. France, 20 Οκτωβρίου, 2015 και Leroy v. France, 2 October 2008. Στην πρώτη υπόθεση, ο Dieudonné M’Bala M’Bala, κωμικός και πολιτικός ακτιβιστής, υπό την κάλυψη σατιρικής θεατρικής παραγωγής βράβευσε τον ακαδημαϊκό Robert Faurisson για την άποψή του ότι δεν υπήρξαν θάλαμοι αερίων στα στρατόπεδα των Ναζί. Το υπό κρίση γεγονός αφορούσε μια σκηνή που διαδραματίστηκε στο τέλος μιας κωμικής παράστασης. Ο ακαδημαϊκός Robert Faurisson που βρισκόταν ανάμεσα στο ακροατήριο ανέβηκε στη σκηνή και ένας άντρας ντυμένος με ριγωτή στολή του πρόσφερε το βραβείο, ένα κηροπήγιο με τρεις κλάδους, ο καθένας από τους οποίους είχε ένα μήλο στην κορυφή. Στη διάρκεια της τελετουργίας αυτής δεν προφέρθηκε ούτε μία λέξη. Το ΕΔΑΔ ερμήνευσε το νόημα της υπό αναφορά σκηνής και επισήμανε πως υπό το κάλυμμα μιας σατιρικής καλλιτεχνικής παραγωγής ο αιτητής διέσπειρε το μίσος και εξευτέλιζε τους Εβραίους, συνάγοντας ότι η ριγωτή στολή παρέπεμπε σε Εβραίους κρατουμένους στα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Επίσης το ΕΔΑΔ συμπέρανε ότι με τη βράβευση ενός ακαδημαϊκού που αρνήθηκε την ύπαρξη θαλάμων αερίων στα Ναζιστικά στρατόπεδα, ο M’Bala M’Bala αρνήθηκε το Ολοκαύτωμα, πράξη που συνιστά αδίκημα. Το ΕΔΑΔ επισήμανε ότι αυτή η συγκαλυμμένη ρητορική μίσους ήταν εξ ίσου επικίνδυνη όσο μια απερίφραστη ρητορική μίσους. Το ΕΔΑΔ υπέδειξε ότι ο αιτητής έκαμε κατάχρηση του δικαιώματος της ελευθερίας της έκφρασης, γεγονός που αν γινόταν δεκτό θα συνέβαλλε στην καταστροφή των δικαιωμάτων και ελευθεριών της Σύμβασης. Κατά συνέπεια αρνήθηκε την παροχή της προστασίας του Αρθρου 10§1. Στην υπόθεση Leroy v. France, 2 October 2008, το ΕΔΑΔ αρνήθηκε την προστασία του άρθρου 10 στο Βάσκο σκιτσογράφο-γελοιογράφο Denis Leroy, ο οποίος καταδικάστηκε γιατί στις 13 Σεπτεμβρίου, 2001 δημοσίευσε σε έντυπο το οποίο είχε μόνο περιορισμένη κυκλοφορία στη Χώρα των Βάσκων ένα σκίτσο που αναπαριστούσε την επίθεση εναντίον των δίδυμων πύργων στη Νέα Υόρκη, η οποία είχε διενεργηθεί δύο ημέρες νωρίτερα. Κάτω από το σκίτσο υπήρχε η λεζάντα «Εμείς το ονειρευτήκαμε…η Χαμάς το κατάφερε». (παρωδία διαφήμισης: «Εμείς το ονειρευθήκαμε…η Σόνι το κατάφερε» Το ΕΔΑΔ, ασκώντας την κρίση του, προέβη σε ερμηνεία του σκίτσου, αναφέροντας πως τα γεγονότα της 11ης Σεπτεμβρίου έριξαν τον κόσμο στο χάος και ότι το μήνυμά του δεν ήταν απλώς η επίκριση του Αμερικανικού ιμπεριαλισμού, όπως ήταν ο ισχυρισμός του σκιτσογράφου, αλλά υποστήριζε και εξυμνούσε τη βίαιη καταστροφή του και ενθάρρυνε τους αναγνώστες να κρίνουν θετικά μια εγκληματική πράξη. Το δικαστήριο στήριξε την άποψή του στη λεζάντα, κρίνοντας ότι με αυτή ο σκιτσογράφος εξέφρασε ηθική υποστήριξη προς εκείνους που νόμιζε τότε ότι ήταν οι δράστες των επιθέσεων της 11ης Σεπτεμβρίου. (Όπως φάνηκε αργότερα, οι επιθέσεις έγιναν στην πραγματικότητα από την Αλ Γκάϊτα). Περαιτέρω το ΕΔΑΔ ανέφερε ότι με την επιλογή των λέξεων ο σκιτσογράφος σχολίασε με τρόπο που υποδηλούσε ενστερνισμό της βίας που ασκήθηκε εναντίον χιλιάδων πολιτών και έθιξε την αξιοπρέπεια των θυμάτων των επιθέσεων, απορρίπτοντας τη θέση του αιτητή ότι δεν είχε περάσει από το νου του αυτή η πτυχή. Τόνισε ακόμα πως το σκίτσο προσέλαβε ειδική σημασία υπό τις περιστάσεις, γιατί δεν μπορούσαν να παραγνωρισθούν οι επιπτώσεις του μηνύματος του σε μια πολιτικά ευαίσθητη περιοχή, δηλαδή τη Χώρα των Βάσκων. 6 Συμπέρασμα Όπως προκύπτει από τις προαναφερθείσες αποφάσεις αποτελεί επιβεβλημένη πρακτική η εξέταση και αναφορά στις συνθήκες κάτω από τις οποίες εκφέρεται η ρητορική μίσους. Επίσης αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του σκεπτικού των αποφάσεων του ΕΔΑΔ η ερμηνεία των επίμαχων πράξεων, δηλώσεων ή δημοσιευμάτων και οι ενδεχόμενες επιπτώσεις υπό τις δεδομένες συνθήκες, δηλαδή αυτό που ονομάζεται «περιρρέουσα ατμόσφαιρα». Δεδομένων των πιο πάνω, θα πρέπει να θεωρηθεί ότι η Επιτροπή ακολούθησε την ορθή πρακτική και κατέληξε στις ορθές αποφάσεις και στις δύο προαναφερθείσες υποθέσεις, αιτιολογώντας επαρκώς κάθε σημείο τους. Η Επιτροπή προτρέπει όσους πραγματικά ενδιαφέρονται να πληροφορηθούν έγκυρα και να σχηματίσουν ορθές αντιλήψεις γύρω από την άσκηση του δικαιώματος της ελευθερίας της έκφρασης και την απαγόρευση της ρητορικής μίσους να μελετήσουν προσεκτικά τη νομική μελέτη, που είναι διαθέσιμη ως παράρτημα αυτής της ανακοίνωσης. 4 Επίσης θεωρεί χρέος της να τονίσει ότι θεωρεί επικίνδυνη την έκφραση επιδερμικών αντιλήψεων, ιδιαίτερα από σώματα του ηγούνται οργανισμών όπως η δημόσια ραδιοτηλεόραση, όταν μάλιστα δεν στηρίζονται και δεν υποστηρίζονται από έγκυρη πληροφόρηση αλλά εδράζονται σε ατάκες του είδους που διατυπώνονται στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Κατοχύρωση του Δικαιώματος της Ελευθερίας της Εκφρασης από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου και τις Βασικές Ελευθερίες: Αρθρο 10 (1). Κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στην ελευθερία της έκφρασης. Αυτό το δικαίωμα περιλαμβάνει την ελευθερία της γνώμης, καθώς και της λήψης και μετάδοσης πληροφοριών και ιδεών χωρίς παρέμβαση από δημόσια αρχή και ασχέτως συνόρων. Αρθρο 10 (2). Η ενάσκηση αυτών των ελευθεριών, καθώς συνεπάγεται καθήκοντα και ευθύνες, μπορεί να υπόκειται σε διατυπώσεις, όρους και περιορισμούς ή κυρώσεις εφόσον αυτές περιγράφονται στον νόμο και είναι αναγκαίες σε μια δημοκρατική κοινωνία για λόγους εθνικής ασφάλειας, εδαφικής ακεραιότητας ή δημόσιας ασφάλειας, για την αποτροπή της διατάραξης της τάξης ή του εγκλήματος, για την προστασία της υγείας και των ηθών, για την προστασία της υπόληψης ή των δικαιωμάτων των άλλων, για την αποτροπή της κοινοποίησης πληροφοριών που λήφθηκαν υπό καθεστώς εμπιστευτικότητας, ή για την προστασία του κύρους και της αμεροληψίας της δικαστικής εξουσίας. Αρθρο 17. Τίποτε σε αυτή τη Σύμβαση δεν μπορεί να ερμηνευθεί κατά τρόπο ώστε να επιτρέπει σε ένα Κράτος, ομάδα ή πρόσωπο το δικαίωμα της ενάσκησης δραστηριότητας ή τέλεσης μιας πράξης που αποσκοπεί στην κατάλυση των δικαιωμάτων και ελευθεριών που κατοχυρώνονται εδώ ή στον περιορισμό τους σε έκταση μεγαλύτερη από αυτήν που προβλέπεται από τη Σύμβαση. ------------------------------ Το ΕΔΑΔ, ακολουθεί δύο προσεγγίσεις, όταν ασχολείται με υποθέσεις στις οποίες αντικείμενο είναι η ρητορική μίσους. (α) Την προσέγγιση του αποκλεισμού από την προστασία του δικαιώματος της ελευθερίας της έκφρασης όταν η άσκηση του δικαιώματος αυτού τείνει να ακυρώσει τις βασικές αξίες που καθιερώνει η σύμβαση, όπως η ανοχή, η κοινωνική ειρήνη και η αποφυγή των διακρίσεων. (β) Την προσέγγιση του περιορισμού της προστασίας που παρέχει η Σύμβαση στη βάση των προνοιών του Αρθρου10§2 ------------------------------ Κατάλογος αποφάσεων του ΕΔΑΔ στις οποίες αρνήθηκε την προστασία του άρθρου 10§1 σε υποθέσεις ρητορικής μίσους, στη βάση του αποκλεισμού του άρθρου 17 (α) και στη βάση του περιορισμού του δικαιώματος στη βάση του Αρθρου 102§2 (β). (α). Στην πρώτη περίπτωση εμπίπτουν μερικές χαρακτηριστικές υποθέσεις, όπως Seurot v. France, 18 May 2004, Glimmerveen and Haqenbeek v. the Netherlands, 11 October 1979, Norwood v. the United Kingdom,16 November 2004, Communist Party of Germany v. the Federal Republic of Germany, decision of the European Commission on Human Rights5 of 20 July 1957; B.H, M.W, H.P and G.K. v. Austria (application no. 12774/87), decision of the Commission of 12 October 1989; Nachtmann v. Austria, decision of the Commission of 9 September 1998; Schimanek v. Austria, decision of the Commission of 9 September 1998; Schimanek v. Austria, decision of the Court on the admissibility of 1 February 2000, Hosnik v. Austria, Marais v. France. (β). Στη δεύτερη περίπτωση εμπίπτουν εξ ίσου χαρακτηριστικές περιπτώσεις, όπως Sürek (no.1) v. Turkey.8 July 1999 (Grand Chamber), Gündüz v. Turkey,13 November 2003, Özgür Gündem v. Turkey, 16 Mars, 2000, και Medya FM Reha Radyo ve Iletisim Hizmetleri A. S. v. Turkey, 14 November, 2006. -------------------- Είναι διαθέσιμη ξεχωριστά και στην ιστοσελίδα της Επιτροπής http://www.cmcc.org.cy/press_release_gr.html
ΠΡΟΝΟΙΑ/EΣ ΚΩΔΙΚΑ:
ΜΜΕ:
ΑΡ. ΠΑΡΑΠΟΝΟΥ:
6/2016
ΗΜ. ΑΠΟΦΑΣΗΣ:
14/06/2016
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ:
ΟΧΙ
Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας επιλήφθηκε δύο παραπόνων (6/18/2016 και 13/23/3/2016 από συντεχνία προσωπικού του ΚΟΤ και από τον πρόεδρο του Δ.Σ. του ΚΟΤ Άγγελο Λοΐζουαντίστοιχα για δημοσιεύματα στον «Πολίτη» σε διάφορες ημερομηνίες που αναφέρονταν σε εσωτερικές έρευνες στον ΚΟΤ και σε παραπολιτικό σχόλιο, το οποίο αναφερόταν σε φερόμενη συμφωνία σιωπής για συμβαίνοντα στον ΚΟΤ. Στο βασικό παράπονο, ο Πρόεδρος του ΚΟΤ υποστήριξε ότι δημοσίευμα ημερομηνίας 23/03/2016, ήταν «κακόβουλο, παραπλανητικό και ιδιαίτερα προσβλητικό για τον ΚΟΤ» και ότι οδηγούσε σε πλήρη παραπληροφόρηση, δυσφήμιση και ισοπέδωση του Οργανισμού. Το δημοσίευμα, υπό τον τίτλο «Ομερτά…στον ΚΟΤ», ανέφερε: «Οι καταγγελίες του ΚΟΤ στην αστυνομία για ενδεχόμενη διάπραξη ποινικών αδικημάτων από τον επικεφαλής στο γραφείο του ΚΟΤ στο Άμστερνταμ, δεν ‘έπεισαν’ το προσωπικό που επιμένει να καλύπτει τον Κλεάνθη Ευριπίδου. Σήμερα, ο κ. Ευριπίδου θα εμφανιστεί ενώπιον του δ.σ. του ΚΟΤ, για να ακουστεί και η δική του άποψη σε όσα εντόπισε εναντίον του ο εσωτερικός έλεγχος του ΚΟΤ. Σύμφωνα με πληροφορίες του «Π», ανώτερα στελέχη του οργανισμού, αλλά και ο ίδιος ο πρόεδρος, φέρονται να έχουν εκφραστεί υπέρ του αιτήματος του κ. Ευριπίδου να επιστρέψει στα καθήκοντά του». Ο παραπονούμενος υποστήριξε ότι «για πολλοστή φορά σε δημοσιεύματα της εφημερίδας αυτής, τόσο η ανωνυμία πίσω από την οποία κρύβεται ο συντάκτης αυτού και άλλων ανάλογων δημοσιευμάτων, όσο και ο τρόπος άντλησης της πληροφόρησης, που ουδεμία σχέση έχει με τον επίσημο ΚΟΤ παρά μόνο σε επιλεκτικούς ψιθύρους και υποτιθέμενα καρφώματα, προσβάλει όχι μόνο το εν λόγω έντυπο, αλλά και το επίπεδο της δημοσιογραφίας ευρύτερα». Το κείμενο του παραπόνου είχε σταλεί και ως επιστολή στον «Πολίτη», ο οποίος, αφού τη δημοσίευσε τη σχολίασε αναφέροντας πως ήταν λυπηρό που «ο πρόεδρος του ΚΟΤ κοινοποιεί ανερυθρίαστα τις απόψεις του για τον τρόπο που αντιλαμβάνεται τον ρόλο της δημοσιογραφίας, βαφτίζοντας τη διασταυρωμένη πληροφόρηση ‘ψιθύρους’. Εγραψε επίσης ότι «η αποτυχία του κ. Λο?ζου να διαψεύσει τις πληροφορίες που κατέγραψε το χθεσινό δημοσίευμα του «Π», εκτιμούμε ότι δικαιώνει τη δημοσιογραφία του «Π». Όσον αφορά τέλος στη φερόμενη ανωνυμία του δημοσιεύματος, την οποία στηλιτεύει ο κ. Λο?ζου, οφείλουμε να υποδείξουμε ότι μικροπολιτικές ειδήσεις σε όλα τα σοβαρά έντυπα ανά το παγκόσμιο υπογράφονται από ακρωνύμια που παραπέμπουν σε ονόματα συντακτών». Στην απάντησή του προς την Επιτροπή ο συντάκτης του παραπολιτικού σχολίου Μιχάλης Θεοδώρου (ΘΕΜΙς) ανέφερε πως «διασταυρωμένη πληροφόρηση του ΠΟΛΙΤΗ από δύο άτομα σε διαφορετικές θέσεις και καθήκοντα στον ΚΟΤ ανέφερε ότι λειτουργοί του οργανισμού ‘με επιτελικά καθήκοντα’ είχαν εκφράσει τη δυσφορία τους για τον ‘αντισυναδελφικό πόλεμο’ που δεχόταν ο συνάδελφός τους Κλεάνθης Ευριπίδου, εναντίον το οποίου είχε διαταχθεί εσωτερικός έλεγχος». Επίσης επανέλαβε πως σύμφωνα με διασταυρωμένη πληροφόρηση της εφημερίδας, στελέχη του ΚΟΤ και ο ίδιος ο πρόεδρος του οργανισμού είχαν δει κατ’ αρχήν θετικά το αίτημα του κ. Ευριπίδου για επιστροφή στα καθήκοντά του. Ο συντάκτης του σχολείου ανέφερε επίσης ότι η λέξη «ομερτά» σημαίνει το «Νόμο της Σιωπής» και χρησιμοποιήθηκε για να καταδείξει ότι στον ΚΟΤ «διαπιστώνεται διαμόρφωση βούλησης ανάμεσα σε μέλη τόσο του προσωπικού όσο και του Δ.Σ. για αποφυγή απόδοσης ευθυνών». Επίσης ανέφερε ότι τη διαπίστωση αυτή φωτίζει και το γεγονός ότι στην Επιτροπή Δεοντολογίας είχε υποβληθεί παράπονο από συντεχνία μελών του προσωπικού εναντίον δημοσιευμάτων του ΠΟΛΙΤΗ που αναφέρονταν στα πορίσματα ερευνών για ατασθαλίες, «καθώς ανάλογες καταγγελίες παραβλέπουν την ανάγκη ενημέρωσης της κοινής γνώμης για θέματα τόσο σημαντικά όσο η ενδεχόμενη διάπραξη ποινικών αδικημάτων σε ένα οργανισμό δημοσίου δικαίου, υποβιβάζοντας τη δημοσίευση επί θεμάτων δημόσιου ενδιαφέροντος σε αρνητική δημοσιότητα με αλλότριες προθέσεις...» Κατά την εξέταση του παραπόνου η Επιτροπή έλαβε υπό σειρά δημοσιεύσεων που αναφέρονταν σε έρευνες για τη διαχείριση διαφόρων θεμάτων και κονδυλίων από λειτουργούς του Κυπριακού Οργανισμού Τουρισμού, τα οποία αναφέρονταν σε παράπονο που είχε υποβάλει η συντεχνία ΣΗΔΗΚΕΚ-ΠΕΟ. εναντίον του «Πολίτη» Το παράπονο της Συντεχνίας ήταν ότι στα δημοσιεύματα γινόταν ονομαστική αναφορά σε εργαζόμενους στον ΚΟΤ «πού βρίσκονται υπό έρευνα», με την παρατήρηση ότι «δεν πρέπει να επικρατεί η εντύπωση ότι όλοι είναι ένοχοι, μέχρι να αποδειχθεί ότι είναι αθώοι». Το παράπονο αυτό δεν εξετάστηκε γιατί η Επιτροπή αποφάσισε ότι υποβλήθηκε από αναρμόδιο φορέα, αλλά οι υποθέσεις στις οποίες αναφερόταν λήφθηκαν υπόψη δεδομένου ότι αποτελούσαν το υπόβαθρο του επίμαχου παραπολιτικού σχολίου στο παράπονο το Προέδρου του ΚΟΤ. Ένα από τα δημοσιεύματα αναφερόταν στην έρευνα για τον κ. Ευριπίδου για φερόμενες αδικαιολόγητες δαπάνες του γραφείου του ΚΟΤ στο Άμστερνταμ, που έγιναν αποδεκτές από την προηγούμενη διοίκηση του ΚΟΤ με το δικαιολογητικό της επιτάχυνσης των διαδικασιών. Η Επιτροπή διαπίστωσε ότι το επίμαχο παραπολιτικό, ενώ δίδει την εντύπωση ότι αποτελεί σχόλιο, στην πραγματικότητα είναι είδηση που παρέχει πληροφόρηση για κάποια γεγονότα, δηλαδή ότι ανώτερα στελέχη του ΚΟΤ φέρονται να έχουν εκφραστεί υπέρ του αιτήματος του κ. Ευριπίδου να επανέλθει στη θέση του. Η Επιτροπή δεν έκρινε ότι θα ήταν πρόσφορο να υπεισέλθει στο θέμα της ακρίβειας της είδησης, δεδομένης της βεβαίωσης του συντάκτη της ότι την είχε διασταυρώσει με δύο ανώτερα στελέχη του ΚΟΤ. Η Επιτροπή δεν είχε δικαίωμα να ζητήσει αποκάλυψη των πηγών του δημοσιογράφου για να προβεί σε επαλήθευση του ισχυρισμού. Όμως η Επιτροπή σημείωσε ότι το δημοσίευμα έκαμε ονομαστική αναφορά στον Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου του ΚΟΤ, προβάλλοντας τον ισχυρισμό ότι ήταν μεταξύ εκείνων που ήθελαν την επιστροφή του κ. Ευριπίδου. Δεδομένου του ισχυρισμού αυτού η Επιτροπή θεωρεί ότι ο συντάκτης, προκειμένου να συμμορφωθεί προς την πρόνοια που απαιτεί από τους δημοσιογράφους να βεβαιώνονται ότι παρέχουν ακριβή πληροφόρηση, θα έπρεπε να είχε ελέγξει την ακρίβεια της πληροφορίας αυτής απευθυνόμενος προς το κατονομαζόμενο πρόσωπο, δηλαδή τον Πρόεδρο του ΚΟΤ, και να μη αρκεσθεί στη πληροφόρηση που έλαβε από άλλες πηγές, εφ’ όσον επέλεξε να τον κατονομάσει. Η Επιτροπή εξέτασε επισταμένα τον τίτλο του παραπολιτικού «Ομερτά…στον ΚΟΤ» που σημαίνει όχι απλώς μια συμφωνία σιωπής, αλλά τη σιωπή που επιβάλλει η μαφία για τα εγκλήματά της, η οποία και τιμωρεί με θάνατο όσους την παραβιάζουν. Η Επιτροπή διαπίστωσε ότι ο τίτλος δεν φαίνεται να προκύπτει ευθέως από το κείμενο. Η Επιτροπή έκρινε επίσης ότι ο τίτλος αποτελεί στην ουσία τη μόνη έκφραση γνώμης ή σχόλιο, ως συμπέρασμα των όσων ακολουθούν, το οποίο μπορεί να θεωρηθεί ότι διασύρει τα εμπλεκόμενα άτομα, δεδομένου ότι παραπέμπει στην πρακτική της μαφίας. Υπό την έννοια αυτή η παραπομπή στη μαφία για τα διαδραματιζόμενα στον ΚΟΤ δεν συνάδει με τις πρόνοιες του Κώδικα περί μη διασυρμού ατόμων ή ομάδων. Η Επιτροπή όμως αποφάσισε ότι υπό το πρίσμα της γενικότερης ατμόσφαιρας που επικρατεί κατά την τρέχουσα περίοδο στον τόπο και των πολλών περιπτώσεων διαφθοράς που αποκαλύπτονται δεν θα μπορούσε να εκδώσει απόφαση για παραβίαση των σχετικών προνοιών του Κώδικα. Η Επιτροπή θεωρεί ότι η έκφραση γνώμης για τα συμβαίνοντα σε ένα δημόσιο οργανισμό όπως είναι ο ΚΟΤ, έστω και αν βρίσκεται στη σφαίρα της υπερβολής, είναι θεμιτή. Ατομα που κατέχουν υψηλές θέσεις είτε στο δημόσιο είτε στον ημι-δημόσιο τομέα και διαχειρίζονται χρήματα του δημοσίου θα πρέπει, όπως και τα πρόσωπα που κατέχουν δημόσια αξιώματα, να είναι υπόλογα και ανεκτικά στην κριτική ακόμα και όταν είναι υπερβολική ή και σε κάποιο βαθμό ακόμα και άδικη. Η Επιτροπή πιστεύει ότι είναι προτιμότερο να υπάρχει κριτική και έκφραση γνώμης για όσα συμβαίνουν στο δημόσιο τομέα, ακόμη και αυστηρή, παρά σιωπή που εκτρέφει εκτροπές. Επισημαίνει επίσης ότι όσοι δέχονται κριτική έχουν το δικαίωμα της απάντησης, το οποίο μπορούν να ασκήσουν και προτρέπονται να το πράττουν, εφ’ όσον αισθάνονται ότι αδικούνται. Η Επιτροπή θεωρεί επίσης χρήσιμο να υποδείξει στους δημοσιογράφους ότι, όταν δημοσιεύουν πληροφορίες για καταγγελίες ή έρευνες σχετικά με φερόμενες παρατυπίες στο δημόσιο ή ημιδημόσιο τομέα, πρέπει να έχουν υπόψη ότι οφείλουν να σέβονται το τεκμήριο της αθωότητας ατόμων που φέρονται να εμπλέκονται. Προς τούτο οφείλουν να υποδεικνύουν στις ειδήσεις τους ότι πρόκειται μόνο για καταγγελίες ή κατηγορίες που δεν έχουν ακόμη υποβληθεί στη βάσανο της δικαστικής διαδικασίας προκειμένου να κριθεί η ενοχή ή αθωότητα των κατονομαζομένων προσώπων. Επίσης οφείλουν, εκεί όπου είναι δυνατό, να μεριμνούν ώστε να παραθέτουν και την άλλη άποψη και να μη επιδίδονται σε ένα κυνήγι μαγισσών, έχοντας πάντα υπόψη τη σοφία του ρητού του εκ Μιλήτου Φωκυλίδη «μηδενί δίκην δικάσεις, πριν αμφοίν μύθος ακούσης». (Μη βγάλεις απόφαση για κανένα, πριν ακούσεις και τις δύο πλευρές) Για τα επί μέρους σημεία που έχουν εγερθεί στο παράπονο, ιδιαίτερα για το ότι το επίμαχο κείμενο ήταν ανυπόγραφο, η Επιτροπή έκρινε ότι ο ισχυρισμός αυτός δεν ήταν ακριβής γιατί είχε την υπογραφή ΘΕΜΙς που οδηγεί στην ταυτότητα του συντάκτη. Κυρίως, όμως, η Επιτροπή επισημαίνει ότι μια εφημερίδα δεν δημοσιεύει κατ’ ανάγκη μόνο ενυπόγραφα κείμενα, δεδομένου ότι η εφημερίδα φέρει την τελική ευθύνη για όλα τα κείμενα που δημοσιεύει. Η υπογραφή σε ένα κείμενο παρέχει πληροφόρηση ως προς το συντάκτη του, που ενδεχομένως να είναι ένα κριτήριο για την εγκυρότητά του, και ταυτόχρονα κίνητρο για επίδειξη υπευθυνότητας από μέρους του συντάκτη.
ΠΡΟΝΟΙΑ/EΣ ΚΩΔΙΚΑ:
ΜΜΕ:
ΑΡ. ΠΑΡΑΠΟΝΟΥ:
5/2015
ΗΜ. ΑΠΟΦΑΣΗΣ:
11/06/2016
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ:
ΝΑΙ
Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας εξέτασε παράπονο (5/27/3/2015) από τον κ. Ανδρέα Ηρακλείδη για δημοσίευμα στην ιστοσελίδα City Free Press (http://city.sigmalive.com/article/8388/sexomologiseis-125-tha-poneso-perissotero) το οποίο κατ’ ισχυρισμό προάγει το φυλετικό μίσος. Το δημοσίευμα φέρεται να αποτελεί απάντηση σε νεαρή γυναίκα που παρουσιαζόταν ως φοιτήτρια στην Αγγλία, 21 ετών. Ανέφερε ότι βρισκόταν σε δίλημμα, κατά πόσο θα έπρεπε να προχωρήσει ή όχι σε μια σχέση με ένα άνδρα που ανέφερε ότι ήταν «μαύρος» και επίσης αν θα πονούσε πολύ «επειδή εν να είναι και η πρώτη μου φορά». Η απάντηση, που δόθηκε από άτομο, με το ψευδώνυμο “Tipster”, συμβουλεύει τη φερόμενη ως ερωτούσα να μην προχωρήσει στη σχέση της, αφ’ ενός λόγω «μεγέθους» που θα της προκαλούσε «μια οδυνηρή πρώτη εμπειρία» και αφ’ ετέρου γιατί «μπορεί να σού φαντάζω Κου-Κλούξ Κλαν, αλλά όχι, τούτα τα μαυρόασπρα σενάρια κάπου χαλούν με, όπως χαλούν την κοινωνία μας δαμέσα γενικότερα». Επίσης ανέφερε: «Εν τζιαι εφάν σε τα χρόνια! 21χρονη κοπελίτσα, μόνη, παρθένα ψάχνει Θα έρθει η ώρα σο, φτα΄νει να παραμείνεις χαλαρή και όχι μα απελπισμένη γκόμενα. Οσο το κυνηγάς δεν πρόκειται να συμβεί. Ετσι την παθαίνουν οι πιο πολλές τζιαι μεινίσκουν τελικά, χάσκωντας…» Ο παραπονούμενος ανέφερε πως το δημοσίευμα: Α. Εισηγείται ότι η συνουσία μεταξύ ατόμων διαφορετικών φυλών είναι επίπονη και άρα πρέπει να αποφεύγεται. Β. Διακηρύττει ότι δεν εγκρίνει διαφυλετικές ερωτικές σχέσεις και ότι ούτε η κυπριακή κοινωνία τις εγκρίνει. Γ. Εισηγείται έμμεσα ότι η συνουσία μεταξύ δυο ατόμων με διαφορετικό χρώμα είναι πράξη απελπισίας. Δ. Μειώνει έμμεσα τις τραγικές συνέπειες των πράξεων ρατσιστικών οργανώσεων. Ο υπεύθυνος της διαδικτυακής εφημερίδας CITYFREEPRESS ανέφερε σε τηλεφωνική επικοινωνία του ότι η συντάκτρια του κειμένου για το οποίο υποβλήθηκε το παράπονο δεν μπορούσε να προσέλθει σε συνεδρία υποεπιτροπής για ν παραθέσει τις απόψεις της γιατί θέλει να παραμείνει ανώνυμη. Ανέφερε επίσης ότι το θέμα συζητήθηκε εσωτερικά και εκφράστηκαν κάποιες απόψεις ότι εύλογα θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι περιείχε πράγματι αναφορές που θα μπορούσαν να θεωρηθούν επιλήψιμες και πως θα απέστελλε σύντομα και γραπτή απάντηση. Ωστόσο, και παρά τις υπομνήσεις, δε λήφθηκε καμιά απάντηση, γεγονός που η Επιτροπή αποφάσισε ότι συνιστά άρνηση συνεργασίας στη διερεύνηση παραπόνου και κατά συνέπεια παράβαση της σχετικής πρόνοιας του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας με βάση την οποία τα ΜΜΕ και οι δημοσιογράφοι αναλαμβάνουν την υποχρέωση για συνεργασία στη διερεύνηση παραπόνων. Επίσης, ως αποτέλεσμα του γεγονότος ότι η συντάκτρια της απάντησης δεν προσήλθε σε συνεδρία στην οποία κλήθηκε, έμεινε αδιευκρίνιστο το ερώτημα πως συμβαίνει η ερώτηση και η απάντηση να είναι γραμμένες με το ίδιο ύφος και με παρόμοιες γλωσσικές εκφράσεις. Επίσης παρέμεινε αδιευκρίνιστο με ποια προσόντα η “Tipster” παρείχε συμβουλές8 σε ένα σοβαρό θέμα που αφορούσε στην εξέλιξη της προσωπικής ζωής μιας νεαρής γυναίκας και ενδεχομένως θα μπορούσε να επηρεάσει και άλλες αφελείς, εύπιστες ή ανώριμες νεαρές γυναίκες. Επί της ουσίας του παραπόνου, η Επιτροπή αποφάσισε ότι το δημοσίευμα περιείχε ξενοφοβικές και ρατσιστικές αναφορές, κατά παράβαση των προνοιών του άρθρου 12 του Κώδικα η οποία απαγορεύουν δυσμενείς διακρίσεις με βάση τη φυλή, το χρώμα, τη γλώσσα, την εθνική ή κοινωνική προέλευση, την καταγωγή και το προσωπικό καθεστώς. Επίσης αποδέχθηκε τη θέση του παραπονουμένου ότι το ύφος και ο τρόπος αναφοράς στη ρατσιστική οργάνωση Κου Κλουξ Κλαν, μιας από τις πιο βάρβαρες, άγριες και εγκληματικές ρατσιστικές οργανώσεις υποβαθμίζει τις τραγικές συνέπειες των πράξεων της και ανάλογων οργανώσεων. Η Επιτροπή δράττεται της ευκαιρίας να υποδείξει προς τα ΜΜΕ και τους δημοσιογράφους ότι ανάλογες αναφορές όπως οι υπό κρίση ενδεχομένως να συνιστούν και σοβαρά ποινικά αδικήματα με βάση τη σχετική νομοθεσία της Κυπριακής Δημοκρατίας για καταπολέμηση του ρατσισμού.
ΠΡΟΝΟΙΑ/EΣ ΚΩΔΙΚΑ:
ΜΜΕ:
ΑΡ. ΠΑΡΑΠΟΝΟΥ:
14/2016
ΗΜ. ΑΠΟΦΑΣΗΣ:
17/05/2016
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ:
ΝΑΙ
Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας εξέτασε παράπονο (14/12/4/2016) για αισχρό και χυδαίο δημοσίευμα στην ιστοσελίδα newsbomb.com.cy. Ειδικότερα, το παράπονο αναφερόταν σε δημοσίευμα στις 28 Μαρτίου, 2016, το οποίο παρουσίαζε σε φωτογραφία ένα άνδρα να κάνει ή να προσποιείται ότι κάνει σεξ με μια σκυλίτσα. Στο δημοσίευμα ανέφερε ότι προκάλεσε σάλο γνωστός(;) επαγγελματίας αθλητής «ο οποίος είναι ‘τύφλα’ και προσποιείται ότι κάνει σεξ με σκύλο». Η Επιτροπή ζήτησε δύο φορές τις απόψεις της ιστοσελίδας σχετικά με το παράπονο, χωρίς να υπάρξει ανταπόκριση μέσα στις καθορισμένες από τον Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας προθεσμίες. Η Επιτροπή αποφάσισε ότι η παράλειψη ανταπόκρισης από μέρους της ιστοσελίδας συνιστούσε παραβίαση της πρόνοιας του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας περί υποχρέωσης των ΜΜΕ να συνεργάζονται μαζί της στη διερεύνηση παραπόνων. Η Επιτροπή εξέτασε το θέμα με βάση τα ενώπιόν της στοιχεία, κυρίως το δημοσίευμα της ιστοσελίδας στο σύνολό του και αποφάσισε ότι συνιστούσε παραβίαση της πρόνοιας του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας περί του ήθους και επαγγελματικού επιπέδου που πρέπει να τηρούν τα ΜΜΕ και οι δημοσιογράφοι. Ο Κώδικας ορίζει ότι «το ήθος, η αξιοπρέπεια και εντιμότητα, η διαγωγή, η συμπεριφορά και το επαγγελματικό επίπεδο των λειτουργών θα πρέπει να είναι της υψηλότερης δυνατής στάθμης. Οι λειτουργοί των ΜΜΕ αποφεύγουν δημοσιεύματα ή μεταδόσεις ή τη χρήση γλώσσας, που με βάση τις επικρατούσες αντιλήψεις, έχουν χυδαίο ή αισχρό περιεχόμενο». Η Επιτροπή έκρινε ότι το η ιστοσελίδα, με το δημοσίευμά της, δεν εξυπηρετούσε κανένα απολύτως σκοπό και δεν συνέβαλλε στη δημόσια συζήτηση θέματος δημοσίου ενδιαφέροντος, δεδομένου ότι η «τύφλα» του φερόμενου γνωστού αθλητή και οι κατ’ ιδίαν χυδαιότητές του δεν αποτελούν γεγονός που χρειάζεται να γνωρίζει κανένας. Η Επιτροπή, λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι τις ιστοσελίδες επισκέπτονται και παιδιά ή άτομα που ενοχλούνται από παρόμοια δημοσιεύματα, καλεί όσους εργάζονται σε ιστοσελίδες που παρέχουν γενική πληροφόρηση να έχουν συναίσθηση της ευθύνης τους απέναντι στην κοινωνία και να μη κάνουν κατάχρηση των δυνατοτήτων που παρέχει η τεχνολογία για να διασπείρουν φθοροποιά, αισχρά και ενοχλητικά για τους πολλούς δημοσιεύματα.
ΠΡΟΝΟΙΑ/EΣ ΚΩΔΙΚΑ:
ΜΜΕ:
ΑΡ. ΠΑΡΑΠΟΝΟΥ:
10/2016
ΗΜ. ΑΠΟΦΑΣΗΣ:
12/04/2016
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ:
ΝΑΙ
Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας εξέτασε παράπονο (10/8/2/2016) από γυναίκα εναντίον της εφημερίδας ΣΗΜΕΡΙΝΗ και του δημοσιογράφου Μάριου Δημητρίου για αποκάλυψη προσωπικών στοιχείων της ίδιας και του παιδιού της. Το παράπονο αναφερόταν σε δημοσίευμα του Μάριου Δημητρίου στη «Σημερινή», στις 17/2/2016, κάτω από τον τίτλο «Δυο ξένοι στο πάρκο» σχετικά με την περίπτωση δύο ατόμων, γονέων του εν διαστάσει συζύγου της παραπονουμένης, τους οποίους συνάντησε σε ένα μικρό πάρκο στο οποίο ο εν διαστάσει σύζυγος της οργάνωσε πάρτι γενεθλίων για να προβάλει δημοσίως το γεγονός ότι έχει αποξενωθεί από το παιδί του. Το άρθρο συνοδευόταν από φωτογραφία των δύο ατόμω ενώ κα΄θονταν σε παγκάκι στο πάρκο. Ο Μάριος Δημητρίου έγραψε ανάμεσα σε άλλα ότι τα δύο άτομα που εμφανίζονταν στη φωτογραφία πήγαν εκεί για τα γενέθλια του εγγονού τους, που είχαν να δουν 22 μήνες, αναφέροντας ότι «κάποιοι αποξενώνουν από τα παιδιά όχι μόνο τον πατέρα ή τη μητέρα, αλλά και όλη την οικογένεια του αποξενωμένου γονιού». Ο Μάριος Δημητρίου παρέθεσε τις απόψεις του εκφράζοντας έκπληξη για το παράπονο, αναφέροντας ότι δεν κατονόμασε την παραπονούμενη. Στην απάντησή του προς την Επιτροπή ανέφερε: «Να αναφέρω αρχικά ότι λυπάμαι πραγματικά για την αναστάτωση που πέρα από κάθε πρόθεσή μου, προκάλεσε στην κυρία *** το άρθρο, το οποίο γράφτηκε με σεβασμό προς την υπόληψη και την ιδιωτική της ζωή, αλλά και προς τα στοιχειώδη δικαιώματα του ανήλικου παιδιού της και με κίνητρο την εξυπηρέτηση του συμφέροντος του παιδιού, όπως προνοεί και ο Κώδικας Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας. Θέμα του άρθρου είναι τα επώδυνα συναισθήματα ενός ζεύγους συνταξιούχων, που τυγχάνει να είναι οι γονείς του εν διαστάσει συζύγου της κυρίας ***, λόγω της αποξένωσής τους από το (...) εγγονάκι τους. Να διευκρινίσω ότι πριν συνομιλήσω μαζί τους, δεν τους γνώριζα, όπως δεν γνώριζα την κυρία *** και τον πρώην σύζυγό της». Ανέφερε ότι το δημοσίευμα επικεντρωνόταν στην έκκληση τους για αποκατάσταση της επικοινωνίας με το εγγονάκι τους και πρόσθεσε ότι το άρθρο του δεν περιείχε κανένα προσβλητικό ή άλλο χαρακτηρισμό προς οποιονδήποτε και δεν είχε κουτσομπολίστικο χαρακτήρα. Πρόσθεσε πως δεν ήταν τυχαίο, ή αποσπασματικό, αλλά αποτελούσε συνέχεια μιας σειράς περισσότερων από δέκα ρεπορτάζ, τα οποία επισύναψε, αλλά και άρθρων του για το κοινωνικό πρόβλημα της γονικής αποξένωσης, που κατά την περίοδο εκείνη βρισκόταν στο επίκεντο συζυτήσεων στα ΜΜΕ και ακόμα πιο έντονα, στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, μετά και την ίδρυση Ομάδας γονιών κατά της γονικής αποξένωσης. Περαιτέρω ανέφερε πως η γονική αποξένωση, ως αποτέλεσμα του χωρισμού των συζύγων, απασχολεί έντονα χιλιάδες χωρισμένα ζευγάρια και τους στενούς συγγενείς τους, το Γραφείο της Επιτρόπου Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού, το Οικογενειακό Δικαστήριο, την Αστυνομία, τις αρμόδιες κρατικές υπηρεσίες, τους ψυχολόγους και τους κοινωνιολόγους, αλλά και τον νομικό και τον πολιτικό κόσμο της Κύπρου και συζητήθηκε στην Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων της Βουλής, δύο φορές το τελευταίο διάστημα - τον Ιούλιο 2015 και τον Δεκέμβριο 2015 – ενώ συνεχίζει να βρίσκεται υπό συζήτηση στη Βουλή. Εξ άλλου, ανέφερε πως η περίπτωση του άρθρου του δεν είχε καμιά σχέση με το παράπονο που αφορούσε σε εκπομπή τηλεοπτικού σταθμού, για την οποία υποβλήθηκε επίσης παράπονο (υπόθεση 9/2016). Η Επιτροπή διαπίστωσε ότι το άρθρο ήταν γραμμένο με λεπτότητα και με σεβασμό προς όσους αντιμετωπίζουν το πρόβλημα της αποξένωσης από τα παιδιά τους ή τα εγγόνια τους. Η Επιτροπή εξέφρασε επίσης την ευαρέσκειά της για το γεγονός ότι ο Μάριος Δημητρίου επέδειξε, όπως πάντοτε, προθυμία συνεργασίας και υποβοήθησης του έργου της εξέτασης του παραπόνου. Εξ άλλου, διαπίστωσε ότι ότι γράφοντάς το επίμαχο άρθρο, ο Μάριος Δημητρίου δεν είχε πρόθεση να θίξει είτε την παραπονούμενη είτε να βλάψει το παιδί της. Ωστόσο, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι ανεξάρτητα από τις ευγενείς προθέσεις του δημοσιογράφου, παραμένει το γεγονός ότι το δημοσίευμα θα ήταν δυνατό να οδηγήσει στην αποκάλυψη της ταυτότητας της παραπονούμενης, λόγω της δημοσίευσης της φωτογραφίας του ζεύγους που παραπονέθηκε ότι είχε αποξενωθεί από του εγγονάκι τους, δεδομένου ότι είναι βέβαιο πως υπάρχουν άνθρωποι που γνωρίζουν το ζευγάρι και επομένως θα μπορούσε να αναμένεται ότι θα αναγνώριζαν τον πατέρα του παιδιού και συνεπώς και την εν διαστάσει συζύγου του και του παιδιού. Για να υπάρξει αναγνώριση δεν χρειάζεται να γίνει από πολλούς. Η αναγνώριση συντελείται έστω και αν ένας μόνο συγγενής, φίλος, γείτονας ή γνωστός στο περιβάλλον της μητέρας είτε στη γειτονιά είτε στην εργασία αναγνωρίσει την ίδια και το παιδί και επομένως παραβιάζονται οι πρόνοιες του Κώδικα περί ιδιωτικής ζωής και μη αποκάλυψης προσωπικών δεδομένων. Επίσης πρέπει να τονισθεί ότι δεν είναι ανάγκη η αναγνώριση να γίνει από ένα ευρύτερο κύκλο ανθρώπων και ότι η αναγνώριση έχει μεγαλύτερη σημασία όταν πραγματώνεται από ανθρώπους του στενού περιβάλλοντος ενός προσώπου παρά από ένα σύνολο αγνώστων. Υπό το φως των ανωτέρω διαπιστώσεων, η Επιτροπή προχώρησε στην περαιτέρω εξέταση του θέματος υπό το πρίσμα των διατάξεων των προνοιών του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας και ειδικότερα των άρθρων 3 περί ιδιωτικής ζωής και 11 περί προστασίας των παιδιών. Το άρθρο 3 προβλέπει ότι «η υπόληψη και η ιδιωτική ζωή κάθε προσώπου τυγχάνουν σεβασμού και δεν αποκαλύπτονται στοιχεία προσωπικού χαρακτήρα…. η δε δημοσιοποίησή τους μπορεί να δικαιολογηθεί μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις και αποκλειστικά προς το δημόσιο συμφέρον». Το δημόσιο συμφέρον δεν αφορά στο τι ο δημοσιογράφος υποθέτει ότι είναι προς όφελος του παιδιού ή των παππούδων, αλλά καθορίζεται εξαντλητικά και αναφέρεται στην προστασία της δημόσιας ασφάλειας και υγείας, στην ανίχνυεση ή αποκάλυψη εγκλήματος, στην προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και στην παρεμπόδιση παραπλάνησης του κοινού ως αποτέλεσμα πράξεων ή δηλώσεων. Εξ άλλου, το άρθρο 11 προβλέπει ότι «οι λειτουργοί (των ΜΜΕ) κατά κανόνα δεν παίρνουν συνεντεύξεις από και δεν φωτογραφίζουν παιδιά κάτω των 16 ετών σε σχέση με θέματα που αφορούν στην προσωπική τους κατάσταση ή ευημερία, χωρίς τη συγκατάθεση γονέως των ή άλλου ενηλίκου που έχει την ευθύνη γι’ αυτά. Τα Μ.Μ.Ε. και οι λειτουργοί των υποχρεούνται να τηρούν τις πρόνοιες της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα του Παιδιού». Δεδομένης της δημοσίευσης της φωτογραφίας και της δυνατότητας κάποια άτομα να οδηγηθούν εμμέσως στην ταυτότητα της παραπονούμενης και του παιδιού, η Επιτροπή αποφάσισε ότι υπήρξε ακούσια παραβίαση του άρθρου 3 του κώδικα που προστατεύει το δικαίωμα στην ιδιωτική ζωή και απαγορεύει την αποκάλυψη προσωπικών δεδομένων. Ως προς το παιδί, η Επιτροπή αποφάσισε ότι η πιθανή έμμεση αποκάλυψη της ταυτότητάς του και στοιχείων του, όπως η οικογενειακή του κατάσταση, συνιστά και πάλι ακούσια παραβίαση του άρθρου 11 του Κώδικα που αποσκοπεί στην προστασία των παιδιών. Η Επιτροπή αναφέρει συναφώς ότι με βάση τον Κώδικα, τα ΜΜΕ και οι δημοσιογράφοι υποχρεούνται να τηρούν τις πρόνοιες της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα του Παιδιού, που έχει επικυρωθεί από την Κυπριακή Δημοκρατία και συνεπώς έχει αυξημένη τυπική ισχύ έναντι άλλων νόμων. Το άρθρο 3 της Σύμβασης προβλέπει ότι σε οποιεσδήποτε αποφάσεις από οιονδήποτε πρόσωπο ή οργανισμό «πρέπει να λαμβάνεται πρωτίστως υπόψη το συμφέρον του παιδιού». Η Επίτροπος για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Παιδιού έχει επανειλημμένα υποδείξει ότι το συμφέρον του παιδιού είναι υπέρτερο του συμφέροντος οποιουδήποτε άλλου προσώπου περιλαμβανομένου του πατέρα ή της μητέρας. Επίσης, το άρθρο 16 της Σύμβασης προβλέπει ότι «κανένα παιδί δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο αυθαίρετης ή παράνομης επέμβασης στην ιδιωτική του ζωή, στην οικογένεια του, στην κατοικία του ή στην αλληλογραφία του, ούτε παράνομων προσβολών της τιμής και της υπόληψης του». Υπό το φως των ανωτέρω προνοιών μπορεί να λεχθεί ότι η προστασία του παιδιού έναντι οποιασδήποτε παρέμβασης στην ιδιωτική του ζωή, ακόμη και όταν υπάρχει ισχυρισμός ότι γίνεται προς εξυπηρέτηση του συμφέροντός του, είναι απόλυτη. Μόνο σε πολύ εξαιρετικές περιπτώσεις στις οποίες με βάση αντικειμενικά κριτήρια πράγματι εξυπηρετείται το συμφέρον του παιδιού επιτρέπεται παρέμβαση στην ιδιωτική του ζωή. Η Επιτροπή αισθάνεται την ανάγκη να κάμει εύφημη μνεία για την προθυμία του Μάριο Δημητρίου για συνεργασία με την Επιτροπή και στην υπευθυνότητα και ευαισθησία με την οποία χειρίζεται τα κοινωνικά θέματα. Επισημαίνοντας και πάλι ότι η παραβίαση ήταν ακούσια, η Επιτροπή αναφέρει ότι θεώρησε ορθό να κάμει τις πιο πάνω επισημάνεις προκειμένου να επισύρει την προσοχή στο γεγονός ότι οι δημοσιογράφοι πρέπει να λαμβάνουν υπόψη πιθανές επιπτώσεις όταν αναφέρονται σε πρόσωπα κάτω από συνθήκες που είναι δυνατό να επηρεάσουν τρίτα άτομα.
ΠΡΟΝΟΙΑ/EΣ ΚΩΔΙΚΑ:
ΜΜΕ:
ΑΡ. ΠΑΡΑΠΟΝΟΥ:
12/2016
ΗΜ. ΑΠΟΦΑΣΗΣ:
12/04/2016
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ:
ΝΑΙ
Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας εξέτασε παράπονα (12/17/3/2016) που υποβλήθηκαν από τη συντεχνία ΣΗΔΗΚΕΚ (ΠΕΟ), την Κίνηση για Ισότητα, Στήριξη, Αντιρατσισμό (ΚΙΣΑ) και τον κοινοβουλευτικό εκπρόσωπο του ΑΚΕΛ-Αριστερά-Νέες Δυνάμεις κ. Γιάννο Λαμάρη για ρατσιστικές και ξενοφοβικές αναφορές που έγιναν στην τηλεοπτική εκπομπή ΤΕΤ-Α-ΤΕΤ του ΡΙΚ. Η εκπομπή, στην οποία φιλοξενούμενος ήταν ο Ελληνας τραγουδιστής Νότης Σφακιανάκης, προβλήθηκε στις 13 Μαρτίου, 2016. Οπως προκύπτει από το παράπονο της ΔΗΣΗΚΕΚ-ΠΕΟ, η εκπομπή ήταν οπτικογραφημένη και είχαν γίνει διαβήματα προς το ΡΙΚ να μη την προβάλει δεδομένου ότι, όπως αναφέρθηκε, είχαν επισημανθεί άκρως ρατσιστικές και ξενοφοβικές αναφορές του τραγουδιστή. Το ΡΙΚ προχώρησε στην προβολή του, αναφέροντας σε ανακοίνωσή του, ύστερα από διαμαρτυρίες που έγιναν, ότι «αυτό που προέχει είναι η ελευθερία της έκφρασης και του λόγου και κατά συνέπεια οποιαδήποτε μορφή λογοκρισίας στην εκπομπή ή μη μετάδοση της θα καταστρατηγούσε τις αρχές αυτές». Το ΡΙΚ ανέφερε ότι πρόβαλε αυτούσια τη συνέντευξη και έθεσε το περιεχόμενο της εκπομπής στην κρίση των τηλεθεατών και της κοινωνίας, «μιας κοινωνίας που είναι ικανή να απορρίψει ιδέες και απόψεις τις οποίες δεν ασπάζεται και δεν υιοθετεί». Επίσης ανέφερε πως το ΡΙΚ δεν ενστερνίζεται ποσώς τις απόψεις του φιλοξενούμενου στην εν λόγω εκπομπή. Την ίδια απάντηση έδωσε στην Επιτροπή και ο αναπληρωτής διευθυντής του ΡΙΚ όταν ενημερώθηκε για το ενδεχόμενο εξέτασης των παραπόνων. Η Επιτροπή παρακολούθησε την εκπομπή από οπτικογράφηση που προμήθευσε το ΡΙΚ και διαπίστωσε πως ο κ. Σφακιανάκης, χωρίς να του υποβληθεί οποιαδήποτε σχετική ερώτηση από την παρουσιαστή Τάσο Τρύφωνος, επιδόθηκε σε μια ακατάσχετη ρατσιστική και ξενοφοβική ρητορική που κράτησε τουλάχιστο 6 λεπτά. Με αφορμή αναφορά του παρουσιαστή στο γεγονός ότι η τραγουδίστρια Δέσποινα Βανδή αποχώρησε από το σχήμα του επειδή είχε κάνει δηλώσεις για τους μετανάστες, δηλώνοντας πως ο κ. Σφακιανάκης δεν είχε σεβαστεί το γεγονός πως οι γονείς της ήταν μετανάστες στη Γερμανία ο τραγουδιστής ανέφερε πως και ο ίδιος και η μητέρα του ήταν μετανάστες και δεν έχει τίποτε με τους μετανάστες και πρόσθεσε: «Οι άνθρωποι αυτοί (οι γονείς του) ήταν μετανάστες, δεν ήταν λαθρομετανάστες, οι οποίοι πήραν άδεια από τη χώρα στην οποία πήγαν, όπως η μητέρα μου και εγώ. Χωρίς άδεια συνεπάγεται λαθρομετανάστευση. Λαθρομετανάστευση σημαίνει βιασμός…Εγώ ο ίδιος είμαι μετανάστης. Η γυναίκα μου ξένη είναι, δεν ήλθε παράνομα στην πατρίδα μου να μου τη βιάσει χωρίς να της δώσω εγώ την άδεια». Στη συνέχεια αναφέρθηκε σε μια φερόμενη συνομωσία του πρώην Προέδρου της Τουρκίας Τουργκούτ Οζάλ που κατ’ ισχυρισμό είχε πει «να τελειώνουμε μετους απέναντι, να τους ρίξουμε κάνα δυο εκατομμύρια μουσουλμάνους και έσβησε η Ελλάδα» και πρόσθεσε ότι η άφιξη χιλιάδων προσφύγων στην Ελλάδα ήταν μέρος του σχεδίου αυτού. Ο παρουσιαστής επιχείρησε να υποδείξει ότι οι άνθρωποι που έφθαναν στην Ελλάδα ήταν πρόσφυγες που έφευγαν από την πατρίδα τους για να γλυτώσουν από τον πόλεμο, αλλά ο κ. Σφακιανάκης τον διέκοψε ότι οι άνθρωποι αυτοί είναι «ριψάσπιδες», γιατί δεν τους επιτέθηκε καμιά χώρα, για να γλυτώσουν από τον εμφύλιο. Διακόπτοντας ακόμα μια φορά τον παρουσιαστή που επιχείρησε να πει πως οι πρόσφυγες και τα παιδιά που έφθαναν δεν είχαν στον ήλιο μοίρα, ο τραγουδιστής ισχυρίστηκε ότι στην Κω είχε δει ανθρώπους που έφθαναν εκεί με πορτοφόλια γεμάτα πεντακοσάρικα, και πρόσθεσε: «Είναι όλοι πλούσια παιδιά. Μιλάμε τώρα για πολλά λεφτά…Τι τα μωρά, αφού η μάνα τους έχει ένα πορτοφόλι γεμάτο (κάνει σχήμα για να δείξει το χοντρό πορτοφόλι)…τι τα μωρά;» Παρουσιαστής: Τώρα αυτό όταν το λες δεν καταλαβαίνεις…; Σφακιανάκης: Όχι δεν καταλαβαίνω…δεν με ενδιαφέρει να καταλάβω την γνώμη των άλλων η οποία είναι λανθασμένη…στο βιασμό της πατρίδος μου, που θα μου κάνουν εμένα το στρατόπεδο, που αποστρατικοποίησαν, γιατί τα νησιά μας εκεί είναι η άκρη, είναι τα σύνορα, αποστρατικοποίησαν λοιπόν τα στρατόπεδά μας, πήραν τα παιδιά μας του στρατού και έχουν βάλει μετανάστες λαθραίους στην Ελλάδα οι οποίοι δημιουργούν hot spot, που συνεπάγεται καυτό σημείο η μετανάστευση, καυτό σημείο. -Μα έρχονται εδώ για να φύγουν, να πάνε πιο πάνω. -Και τι είμαι εγώ, κέντρο διερχομένων; -Φεύγεις από τη Συρία, είσαι πρόσφυγας, αλλά ριψάσπις (!), γιατί σε διώξανε οι γονείς σου, σου δώσανε τα φράγκα που είχαν στην πάντα, τα πήρες εσύ στο πορτοφόλι… -Τι ήθελες, να μείνουν εκεί να σκοτωθούν;…Αφού έγινε το έλα να δεις… -Εμφύλιος είναι, δεν είναι πόλεμος…Εξισλαμίζουν την πατρίδα μας και επειδή αυτοί γεννοβολάνε σαν κουνέλια, δεν θα υπάρχει Ελλάδα, δεν θα υπάρχουν Ελληνες…Θα σ’ αναγκάσουνε να ζήσεις κάτω από άλλες συνθήκες και εγώ δεν θέλω να το επιτρέψω, γιατί την πατρίδα μου την αγαπώ λίγο παραπάνω από την οικογένειά μου. Το ΡΙΚ, ανταποκρινόμενο στην παράκληση της Επιτροπής να παραθέσει τις απόψεις του, ανέφερε ότι «απορρίπτει κατηγορηματικά και εκφράζει την έντονη ένσταση του στις καταγγελίες». Ανέφερε επίσης ότι αυτό που προέχει είναι η ελευθερία της έκφρασης και του λόγου, της διακίνησης των ιδεών και της προβολής όλων των απόψεων "ανεξάρτητα αν συμφωνούμε ή όχι με αυτές". Υποστήριξε πως οποιαδήποτε μορφή λογοκρισίας στην εκπομπή ή μη μετάδοση της θα καταστρατηγούσε τις αρχές αυτές και θα ήταν παράνομη και αντιδεοντολογική. Εξ άλλου, ανάφερε πως έθεσε το περιεχόμενο της εκπομπής στην κρίση των τηλεθεατών και της κοινωνίας, «μιας κοινωνίας που είναι ικανή να απορρίψει ιδέες και απόψεις τις οποίες δεν ασπάζεται και δεν υιοθετεί. Το σημαντικό είναι να υπάρχει αντίλογος και το ΡΙΚ προτίθεται-όπως και πράττει συνεχώς-να φιλοξενήσει σύντομα και την αντίθετη άποψη…. Το ΡΙΚ δεν ενστερνίζεται ποσώς τις απόψεις του φιλοξενούμενου στην εν λόγω εκπομπή». Ο παρουσιαστής της εκπομπής Τάσος Τρύφωνος ανέφερε στην απάντησή του πως είχε συνεννοηθεί με τον κ. Σφακιανάκη ότι δεν θα δεχτεί ερωτήσεις που θα του δώσουν την ευκαιρία να αναπτύξει τις ακραίες θέσεις του όσον αφορά σε πολιτικά ή κοινωνικά θέματα ( Χρυσή Αυγή, χούντα, μετανάστες, σύμφωνο συμβίωσης, θρησκεία κτλ.), κάτι το οποίο αποδέχτηκε. Περαιτέρω ανέφερε πως στην εκπομπή δεν υποβλήθηκε κανένα ερώτημα για τη μετανάστευση και τους πρόσφυγες αλλά όταν ο φιλοξενούμενος άρχισε να μιλά εναντίον των προσφύγων-μεταναστών προσπάθησε να του υποδείξει ότι διαφωνούσε με όσα ανέφερε και όταν είδε ότι παρά τις υποδείξεις δεν συμμορφωνόταν άλλαξε θέμα συζήτησης. Ο παρουσιαστής ανέφερε ότι στο μοντάζ κρατήθηκε το επίμαχο απόσπασμα γιατί ο ίδιος θεώρησε πως δεν υπήρχε παρότρυνση ή ρητορική μίσους αλλά προσωπικές απόψεις του Σφακιανάκη και θα έπρεπε να κριθεί γι’ αυτές εφ’ όσον παρά τις υποδείξεις επέμενε να τις διατυπώσει. Κατά τη διάρκεια της προβολής περνούσε στο πάνω μέρος της οθόνης συρόμενο μήνυμα που ανέφερε ότι το ΡΙΚ δεν ασπάζεται και δεν υιοθετεί τις απόψεις του καλλιτέχνη. Επίσης ανέφερε ότι προσωπικά στην καθημερινή ραδιοφωνική του εκπομπή και σε αρθρογραφία του σε Κυριακάτικη εφημερίδα στέκεται απέναντι σε θέματα ρατσισμού και ξενοφοβίας. Τα παράπονα εξετάστηκαν υπό το πρίσμα των προνοιών του άρθρου 12 του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας, περί δυσμενών διακρίσεων, που προβλέπει ότι: «Τα Μ.Μ.Ε. αποφεύγουν οποιαδήποτε απ’ ευθείας ή άλλη αναφορά ή ενέργεια εναντίον προσώπου η οποία περιέχει στοιχεία προκατάληψης με βάση τη φυλή, το χρώμα, τη γλώσσα, τη θρησκεία, τις πολιτικές ή άλλες πεποιθήσεις, την εθνική ή κοινωνική προέλευση, την περιουσία, την καταγωγή, την ηλικία, το φύλο και το προσωπικό καθεστώς, περιλαμβανομένης της φυσικής ή διανοητικής ασθένειας ή αναπηρίας. Ο χλευασμός, η διαπόμπευση και ο διασυρμός ατόμων ή ομάδων είναι ανεπίτρεπτος». Η Επιτροπή αποφάσισε ότι οι προαναφερθείσες αναφορές που παρατέθηκαν ενδεικτικά και άλλες ήταν κατάφωρα ρατσιστικές και μισαλλόδοξες αφού ήταν σαφώς απαξιωτικές για τους μετανάστες και με αυτές επιχείρησε να περάσει την ιδέα ότι οι μετανάστες είναι βιαστές της Ελλάδας, πλούσιοι άνθρωποι που φεύγουν από την πατρίδα τους για να αποφύγουν τον κίνδυνο του πολέμου, ή είναι μέρος συνωμοσίας για να καταστραφεί η Ελλάδα με την αλλαγή της δημογραφικής σύνθεσης του πληθυσμού της. Η Επιτροπή αποφάσισε ότι η ευθύνη του ΡΙΚ για την παραχώρηση της ευκαιρίας στον κ Σφακιανάκη να διακηρύξει τις ρατσιστικές και μισαλλόδοξες απόψεις του μεγιστοποιείται από το γεγονός ότι είχε τη δυνατότητα να μην προβάλει τη ρητορική μίσους, που ήταν αντίθετη όχι μόνο προς τη δημοσιογραφική δεοντολογία, αλλά και ενάντια στο νόμο περί Καταπολέμησης του Ρατσισμού. Η εκπομπή ήταν μαγνητοσκοπημένη και υπήρχε δυνατότητα είτε να μη μεταδοθεί καθόλου είτε να αφαιρεθούν τα επίμαχα σημεία, ιδιαίτερα μετά τις παρεμβάσεις που έγιναν προς τη διεύθυνση του Ιδρύματος. Το ΡΙΚ επικαλέστηκε ως δικαιολογία για την προβολή της ρατσιστικής ρητορικής ο δικαίωμα της ελευθερίας έκφρασης και της διακίνησής των ιδεών και της προβολής όλων των απόψεων. Η Επιτροπή επισημαίνει πως το δικαίωμα της ελευθερίας έκφρασης δεν είναι απεριόριστο, αλλά υπόκειται στους περιορισμούς του σεβασμού των δικαιωμάτων των άλλων, της τήρηση της νομιμότητας και της δημοσιογραφικής δεοντολογίας. Δεν είναι επιτρεπτό εν ονόματι της ελευθερίας της έκφρασης ένας δημόσιος ραδιοτηλεοπτικός σταθμός να προβάλλει ρατσιστικές απόψεις. Μακράν του να συνιστά λογοκρισία, η αποφυγή μετάδοσης της ρατσιστικής ρητορικής που προαναφέρθηκε, η μη μετάδοση της θα αποτελούσε συμμόρφωση προς τις επιταγές του νόμου και της δημοσιογραφικής δεοντολογίας. Ο εναρμονιστικός νόμος περί Καταπολέμησης ορισμένων μορφών ρατσισμού του 2011 προνοεί φυλάκιση 5 ετών και πρόστιμο €10.000 για όσους μεταδίδουν ρατσιστικά μηνύματα. Ο Κώδικας Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας απαγορεύει τις δυσμενείς διακρίσεις και το διασυρμό λόγω, μεταξύ άλλων, φυλετικής ή εθνοτικής καταγωγής, διαφοράς χρώματος ή θρησκείας. Η προαγωγή της πολυφωνίας δεν σημαίνει προαγωγή της ασυδοσίας. Κατ' αναλογία, θα μπορούσε να επιτραπεί σε ένα παιδεραστή να προβάλλει τις απόψεις του υπέρ της παιδεραστίας με επίκληση του δικαιώματος της ελευθερίας έκφρασης. Οι θέσεις του ΡΙΚ περί μετάδοσης των πάντων ώστε να αφήνεται στην κρίση των τηλεθεατών και της κοινωνίας, «μιας κοινωνίας που είναι ικανή να απορρίψει ιδέες και απόψεις τις οποίες δεν ασπάζεται και δεν υιοθετεί" είναι και ανεδαφικές και επικίνδυνες για την κοινωνία. Η αντίληψη που εκφράζεται περί της κοινωνίας ως ενός συνόλου ανθρώπων απόλυτα λογικών και ικανών να ξεχωρίσουν το καλό από το κακό είναι απλοϊκή και εκτός πραγματικότητας και θα πρέπει αυτό να το έχει υπόψη ένας ραδιοτηλεοπτικός σταθμός, και δη δημόσιος. Η κοινωνία αποτελείται από επί μέρους άτομα και ομάδες με ίδιες αντιλήψεις και διαφορετικό βαθμό ικανότητας να ξεχωρίζει το καλό από το κακό και και το επιβλαβές. Τα ΜΜΕ, και δη το ΡΙΚ ως δημόσια ραδιοτηλεόραση, έχουν καθήκον να προστατεύουν ομάδες που είναι ευάλωτες ή επιρρεπείς στην προπαγάνδα μίσους. Το παράδειγμα της Χιτλερικής προπαγάνδας περί Αρίας φυλής μετέτρεψε τη Γερμανική κοινωνία σε μια μηχανή θανάτου εκατομμυρίων. Η Επιτροπή θεωρεί ότι το φόρτωμα της ευθύνης στην κοινωνία να δεχθεί ή να απορρίψει ιδέες και απόψεις που δεν συμμερίζεται συνιστά προσπάθεια του ΡΙΚ να απεκδυθεί των δικών του ευθυνών έναντι του συνόλου της κοινωνίας. Το επιχείρημα του αντιλόγου δεν ευσταθεί. Δεν υπήρξε όταν μεταδίδονταν οι ρατσιστικές αντιλήψεις του Σφακιανάκη, πέραν των ανεπιτυχών παρεμβάσεων του παρουσιαστή να τον πείσει ότι δεν θα έπρεπε να τις εκστομίζει. Η αντίληψη ότι μπορεί να επιτρέπεται η προβολή απόψεων που παραβιάζουν το νόμο με το επιχείρημα ότι θα υπάρξει αντίλογος είναι ανεπαρκής, γιατί δεν είναι δυνατό να επιτρέπεται μετάδοση ρατσιστικής ρητορικής μίσους με το επιχείρημα ότι θα απαντηθεί σε ένα μελλοντικό αντίλογο. Η Επιτροπή επιθυμεί τέλος να κάμει εύφημη μνεία του γεγονότος ότι ο τηλεπαρουσιαστής τουλάχιστο προσπάθησε να σταματήσει, πλην ανεπιτυχώς, τη ρατσιστική ρητορική του φιλοξενούμενού του. Επίσης επιθυμεί να υποδείξει, γενικότερα, ότι οι τηλεπαρουσιαστές σε κάθε περίπτωση οφείλουν να διαχωρίζουν με σθένος και αποφασιστικότητα τη θέση τους από ανάλογες τοποθετήσεις. Η Επιτροπή θεωρεί ότι ένας συρόμενος υπέρτιτλος που εξέφραζε τη διαφωνία του ΡΙΚ σε όσα είχαν αναφερθεί δεν ήταν ούτε αρκετός ούτε σοβαρό άλλοθι για την ευκαιρία που δόθηκε να προβληθούν ακραίες απόψεις μίσους.
ΠΡΟΝΟΙΑ/EΣ ΚΩΔΙΚΑ:
ΜΜΕ:
ΑΡ. ΠΑΡΑΠΟΝΟΥ:
11/2016
ΗΜ. ΑΠΟΦΑΣΗΣ:
12/04/2016
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ:
ΝΑΙ
Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας εξέτασε παράπονο (11/17/3/2016) από δημοσιογράφο ότι διάφορες ιστοσελίδες δημοσιοποίησαν αποκλειστικά προσωπική και οικογενειακή του υπόθεση, χωρίς τη δική του συγκατάθεση. Ειδικότερα, ανέφερε ότι η ιστοσελίδα show-biz δημοσίευσε και η ιστοσελίδα celebrity αναδημοσίευσε από την πρώτη, είδηση που αναφερόταν στο χωρισμό του από τη σύζυγό του. Οι προαναφερθείσες ιστοσελίδες δημοσίευσαν επίσης φωτογραφίες του ζεύγους και των δύο κατά μόνας. Η Επιτροπή διαπίστωσε ότι και άλλες ιστοσελίδες στην Κύπρο, όπως όπως η SigmaLive, Cyprusnews, Reporter, καθώς και στην Ελλάδα επίσης αναδημοσίευσαν τις πληροφορίες Ο δημοσιογράφος ανέφερε στο παράπονό του ότι του ήταν πραγματικά ακατανόητο να γράφει ο συντάκτης της είδησης πως ο χωρισμός έγινε μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας και με άκρα διακριτικότητα και από την άλλη να δημοσιεύει τις πληροφορίες. Επίσης ανέφερε: «Θεωρώ ότι τέτοιου είδους παρεμβάσεις στη προσωπική ζωή των ανθρώπων και δημοσιοποιήσεις προσωπικών τους στιγμών, χωρίς την έγκριση των εμπλεκομένων, περιπλέκουν την κατάσταση και απομακρύνουν την όποια θετική πιθανή εξέλιξη». Στην παράκληση της Επιτροπής προς τις ιστοσελίδες να παραθέσουν τις απόψεις τους επί του παραπόνου ανταποκρίθηκε μέσω νομικού συμβούλου μόνο η cyprusnews, η οποία ανήκει στο ίδιο συγκρότημα με την showbiz. Στην απάντηση παρατέθηκαν διάφορες αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ως προς το τι είναι δημόσιο πρόσωπο, με την παρατήρηση ότι τα πολιτικά πρόσωπα πρέπει να έχουν περισσότερη ανεκτικότητα σε δημοσιεύματα που αναφέρονται σ’ αυτά. Ανέφερε επίσης ότι η αρχή αυτή «επεκτείνεται σε κάθε πρόσωπο το οποίο μπορεί να χαρακτηρισθεί δημόσιο πρόσωπο, δηλαδή το πρόσωπο εκείνου που με τις πράξεις του…ή από την ίδια τη θέση του … εισέρχεται στη σφαίρα της ‘δημόσιας κονίστρας΄». Περαιτέρω υποστήριξε πως ο παραπονούμενος, λόγω της ιδιότητας του δημοσιογράφου, είναι δημόσιο πρόσωπο του οποίου υπό προϋποθέσεις, η ιδιωτική ζωή μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο συζήτησης. Εξ άλλου, ανέφερε ότι στο δημοσίευμα δεν γινόταν καμία απολύτως κριτική και πρόβαλε τον ισχυρισμό ότι αν έχει εκδοθεί διαζύγιο, τότε υπάρχει δικαστική απόφαση, που με βάση το σύνταγμα εκδόθηκε δημόσια κα επομένως το δημοσίευμα ήταν απολύτως προνομιούχο. Η Επιτροπή εξέτασε το παράπονο υπό το πρίσμα του άρθρου 3 περί ιδιωτικής ζωής, το οποίο προβλέπει ότι: «Η υπόληψη και η ιδιωτική ζωή κάθε προσώπου τυγχάνουν σεβασμού και δεν αποκαλύπτονται στοιχεία προσωπικού χαρακτήρα. Παρεμβάσεις και έρευνες στην ιδιωτική ζωή προσώπων, χωρίς τη συγκατάθεσή τους, περιλαμβανομένης της λήψης φωτογραφιών προσώπων χωρίς τη γνώση ή συγκατάθεσής τους - εκτός εάν εμπλέκονται σε γεγονότα ή καταστάσεις που συνιστούν είδηση γενικότερου ενδιαφέροντος- ή σε ιδιωτική περιουσία, καθώς και η εξασφάλιση πληροφοριών με μηχανισμούς υποκλοπής ή μακράς φωτογράφησης είναι γενικά απαράδεκτες, η δε δημοσιοποίησή τους μπορεί να δικαιολογηθεί μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις και αποκλειστικά προς το δημόσιο συμφέρον». Η Επιτροπή μελέτησε προσεκτικά τη θέση ότι αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων επιτρέπουν την παρέμβαση στην προσωπική και οικογενειακή κατάσταση προσώπων που βρίσκονται στη λεγόμενη δημόσια κονίστρα. Ανεξάρτητα από τις νομικές τοποθετήσεις, ο κανόνας που ισχύει είναι ότι τα ΜΜΕ μπορούν να ασχολούνται με την προσωπική ή οικογενειακή ζωή δημοσίων προσώπων μόνον όταν αυτή έχει άμεση σχέση με το αξίωμα, το λειτούργημα ή τις θέσεις που δημοσίως υποστηρίζουν. Καθοδηγητικός κανόνας για την Επιτροπή είναι η απόφαση του ΕΔΑΔ στην υπόθεση της Πριγκίπισσας Καρολίνας του Μονακό, στην οποία έκρινε ότι και τα δημόσια πρόσωπα έχουν δικαίωμα στην ιδιωτική ζωή, όπως για παράδειγμα να μη δημοσιεύονται φωτογραφίες σε ιδιωτικές ή οικογενειακές στιγμές. Στην ίδια υπόθεση το Δικαστήριο έθεσε ως κριτήριο για το επιτρεπτό της δημοσίευσης ή μη φωτογραφιών ή κειμένων σε σχέση με δημόσια πρόσωπα το κατά πόσο η δημοσιοποίηση έχει σκοπό να συμβάλει στη δημόσια συζήτηση επί θέματος δημοσίου ενδιαφέροντος. Το δικαστήριο θεώρησε ότι οι ιδιωτικές στιγμές της Καρολίνας του Μονακό δεν ανήκαν στις περιπτώσεις στις οποίες η δημοσιοποίησή τους θα συνέβαλλε στη συζήτηση θέματος δημοσίου ενδιαφέροντος. (Λεπτομέρειες: http://www.cmcc.org.cy/Cyprus_AIPCE.html#More_Carolina_Case ) Η Επιτροπή αποφάσισε ότι κάθε πρόσωπο που είναι γνωστό ευρύτερα στο κοινό δεν καθίσταται αυτομάτως δημόσιο πρόσωπο ώστε να δικαιολογείται οποιοσδήποτε να ασχολείται με την ιδιωτική του ζωή. Δημόσιο πρόσωπο, με βάση τις ισχύουσες αντιλήψεις, είναι το πρόσωπο του οποίου η ζωή, οι πράξεις και η συμπεριφορά αποτελούν το επίκεντρο έντονου δημόσιου ενδιαφέροντος, δηλαδή το πρόσωπο που είναι αρκούντως γνωστό ή διάσημο, όπως κυβερνητικοί επίσημοι, πολιτικοί, διασημότητες, ηθοποιοί, αθλητές με φήμη, ή το πρόσωπο το ίδιο προβάλλεται δημοσίως με την έκφραση γνώμης για θέματα δημοσίου ενδιαφέροντος ή απλώς εσκεμμένα και φορτικά προβάλλει τον εαυτό του δημοσίως, χάριν της προβολής. Η Επιτροπή δεν θεωρεί ότι ένας επαγγελματίας δημοσιογράφος είναι δημόσιο πρόσωπο επειδή το επάγγελμά του του επιβάλλει να εμφανίζεται δημόσια, ώστε να δικαιολογείται αναφορά στην ιδιωτική και οικογενειακή του κατάσταση, ούτε και η οικογενειακή του κατάσταση βρίσκεται σε συνάφεια ή σχέση με την εργασία του. Αν ίσχυε κάτι τέτοιο, τότε κατ’ αναλογία και άλλοι γνωστοί επαγγελματίες, για παράδειγμα γνωστοί δικηγόροι, γιατροί, αρχιτέκτονες η επιχειρηματίες θα μπορούσαν να καταταγούν μεταξύ των δημοσίων προσώπων και η ιδιωτικής τους ζωή θα μπορούσε να αποτελεί αντικείμενο δημόσιας περιέργειας ή συζήτησης. Ο παραπονούμενος, ως δημοσιογράφος της τηλεόρασης δεν διαφέρει καθόλου από ένα δημοσιογράφο του γραπτού λόγου ή του ραδιοφώνου, πέραν του ότι για να κάμει τη δουλειά του είναι υποχρεωμένο να εμφανίζεται από την τηλεόραση. Αυτό όμως δεν τον καθιστά δημόσιο πρόσωπο, ώστε η ιδιωτική του ζωή να μπορεί να είναι αντικείμενο δημόσιας περιέργειας και σχολιασμού ή το κοινό να έχει συμφέρον ή δικαίωμα να γνωρίζει για την ιδιωτική του ζωή. Η Επιτροπή θεωρεί και τονίζει ότι άλλο είναι το συμφέρον των πολιτών να γνωρίζουν τι κάνουν και πως συμπεριφέρονται δημόσια άτομα όταν η συμπεριφορά αυτή έχει άμεση συνάφεια με τη θέση, το λειτούργημα ή τα αξίωμα που κατέχουν και άλλο η δημόσια περιέργεια που πηγάζει από κουτσομπολίστικη διάθεση. Ακόμα και αν γινόταν δεκτό ότι ο παραπονούμενος είναι δημόσιο πρόσωπο με την έννοια που αναφέρθηκε πιο πάνω, που δεν είναι, ο χωρισμός από τη σύζυγο του δεν έχει καμιά σχέση με το επάγγελμά του και πώς το ασκεί και επομένως το κοινό δεν έχει έννομο δικαίωμα να γνωρίζει την οικογενειακή του κατάσταση. Εξ άλλου, η Επιτροπή αποφάσισε ότι η μη άσκηση κριτικής για το χωρισμό του παραπονούμενου, την οποία επικαλέστηκε η cyprusnews δεν μεταβάλλει την κατάσταση όσον αφορά στην παρέμβαση στην ιδιωτική και οικογενειακή του ζωή και κατάσταση. Ούτε μπορούν να ληφθούν υπόψη υποθέσεις ή εικασίες κατά πόσο εκδόθηκε δικαστικό διαζύγιο ή όχι και αν έγιναν δημόσιες ακροάσεις και επομένως δεν μπορεί να ευσταθήσει η επίκληση της δημοσιοποίησης δικαστικής απόφασης. Ακόμα και αν υπήρχε δικαστική διαδικασία, δεν δικαιολογείται η παρέμβαση στην ιδιωτική ζωή του παραπονουμένου. Και σε άλλες περιπτώσεις γίνονται δημόσιες δικαστικές ακροάσεις για θέματα με τα οποία κατά κανόνα είναι ανεπίτρεπτο να ασχολούνται οι δημοσιογράφοι και τα ΜΜΕ, όπως για παράδειγμα η δημοσιοποίηση αυτοκτονιών. Η Επιτροπή επίσης αποφάσισε ότι, εν όψει τον στοιχείων που κατέχει, είναι ανακριβής ο ισχυρισμό ότι η ιστοσελίδα cyprusnews δε δημοσίευσε την είδηση, αλλά μόνο συνδέσμους ως μηχανή αναζήτησης. Στις 16 Μαρτίου, 2013, δημοσιεύθηκε ο τίτλος «Χώρισαν ***-***» και σύνδεσμος που παρέπεμπε σε τουλάχιστο δύο ιστοσελίδες που είχαν δημοσιεύσει την είδηση. Η αναδημοσίευση ή παραπομπή στην είδηση συνιστά παραβίαση της ιδιωτικής ζωής, και είναι περισσότερο σοβαρή από την πρώτη δημοσίευση, γιατί καθιστά ένα γεγονός ευρύτερα γνωστό. Με βάση τα ανωτέρω, η Επιτροπή κατέληξε στην απόφαση ότι η δημοσίευση είδησης για το χωρισμό του παραπονουμένου από τη σύζυγό του συνιστούσε παραβίαση των προνοιών του άρθρου 11 του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας που καθιστά ανεπίτρεπτη την παρέμβαση στην ιδιωτική ζωή και την αποκάλυψη προσωπικών δεδομένων. Περαιτέρω, η Επιτροπή αποφάσισε ότι η αναφορά στο χωρισμό του ζεύγους αντανακλά στα παιδιά, αποκαλύπτοντας δεδομένα που αφορούν στην ιδιωτική τους ζωή και κατά συνέπεια παραβίαση του ίδιου άρθρου του Κώδικα σε σχέση και με τα παιδιά.
ΠΡΟΝΟΙΑ/EΣ ΚΩΔΙΚΑ:
ΜΜΕ:
ΑΡ. ΠΑΡΑΠΟΝΟΥ:
8/2016
ΗΜ. ΑΠΟΦΑΣΗΣ:
12/04/2016
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ:
ΝΑΙ
Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας εξέτασε παράπονο (8/4/3/2016) από τη δημοσιογράφο Τώνια Σταυρινού για δημοσίευση είδησης σε δύο ιστοσελίδες, στην οποία αναφερόταν ότι τηλεπαρουσιαστής απολύθηκε από τον τηλεοπτικό σταθμό στον οποίο εργαζόταν, ύστερα από τη δημοσιοποίηση δύο βίντεο τα οποία τον παρουσίαζαν σε πολύ προσωπικές στιγμές. Το παράπονο ανέφερε ότι το δημοσίευμα συνιστούσε «σοβαρή παραβίαση προσωπικών δεδομένων ενός ανθρώπου, που λόγω της φύσης της εργασίας του αποτέλεσε αντικείμενο χυδαίας επίθεσης για ένα πολύ προσωπικό του βίντεο που διέρρευσε κακόβουλα». Το παράπονο αφορούσε σε δημοσίευμα στην ιστοσελίδα famous-news.com.cy στις 2/4/2016 και στην ιστοσελίδα larnakaonline, η οποία ανάρτησε το δημοσίευμα την επομένη, αναφέροντας ως πηγή την πρώτη ιστοσελίδα. Η Γραμματεία υπέδειξε προφορικά σε αρμόδιο δημοσιογράφο-μέτοχο στη larnakaonline ότι η είδηση αποκάλυπτε αυστηρώς προσωπικά δεδομένα και παραβίαζε την ιδιωτική ζωή ενός ατόμου και υπέβαλε παράκληση να αφαιρεθεί η είδηση. Ο δημοσιογράφος απάντησε ότι η εφημερίδα δεν δημοσίευσε τίποτε, αλλά απλώς αναδημοσίευσε πληροφορίες από τη famous-news, εννοώντας ότι δεν είχε ευθύνη για την είδηση. Στη famous-news στάληκε από τη Γραμματεία επιστολή με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο στις 4 Μαρτίου, 2015, με τη επισήμανση ότι το δημοσίευμα συνιστούσε προφανή παραβίαση των προνοιών του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας περί σεβασμού της ιδιωτικής ζωής και προσωπικών δεδομένων, καθώς και δημοσίευσης πληροφοριών που ήταν αποτέλεσμα υποκλοπής. Η ιστοσελίδα απάντησε ότι η ανάρτηση της είδησης οφειλόταν σε απειρία των δημοσιογράφων της και σε άγνοια του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας και ζήτησε να ενημερωθεί για το περιεχόμενό του. Επίσης ανέφερε ότι αφαίρεσε αμέσως την είδηση. Η Επιτροπή εξέφρασε ευαρέσκεια για το γεγονός ότι η famous-news αναγνώρισε το λάθος και αφαίρεσε το κείμενο και τη φωτογραφία, καθώς και για το γεγονός ότι ζήτησε ενημέρωση για τον Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας. Επί της ουσίας του παραπόνου, η Επιτροπή αποφάσισε ότι και στις δύο περιπτώσεις υπήρξε παραβίαση του άρθρου 3 του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας, το οποίο προβλέπει ότι: «Η υπόληψη και η ιδιωτική ζωή κάθε προσώπου τυγχάνουν σεβασμού και δεν αποκαλύπτονται στοιχεία προσωπικού χαρακτήρα. Παρεμβάσεις και έρευνες στην ιδιωτική ζωή προσώπων, χωρίς τη συγκατάθεσή τους, περιλαμβανομένης της λήψης φωτογραφιών προσώπων χωρίς τη γνώση ή συγκατάθεσής τους - εκτός εάν εμπλέκονται σε γεγονότα ή καταστάσεις που συνιστούν είδηση γενικότερου ενδιαφέροντος- ή σε ιδιωτική περιουσία, καθώς και η εξασφάλιση πληροφοριών με μηχανισμούς υποκλοπής ή μακράς φωτογράφησης είναι γενικά απαράδεκτες, η δε δημοσιοποίησή τους μπορεί να δικαιολογηθεί μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις και αποκλειστικά προς το δημόσιο συμφέρον». Οι εξαιρέσεις του δημοσίου συμφέροντος αφορούν στην προστασία της δημόσιας ασφάλειας και υγείας, στην προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, στην ανίχνευση εγκλήματος και στην παρεμπόδιση παραπλάνησης του κοινού ως αποτέλεσμα πράξεων ή δηλώσεων. Επίσης αποφάσισε ότι η δημοσίευση των πληροφοριών συνιστούσε διασυρμό κατά παράβαση της πρόνοιας του άρθρου 12 περί δυσμενών διακρίσεων λόγω οποιωνδήποτε χαρακτηριστικών προσωπικού χαρακτήρα, το οποίο επίσης θεωρεί ως ανεπίτρεπτο το χλευασμό, τη διαπόμπευση και το διασυρμός ατόμων ή ομάδων. Η Επιτροπή αποφάσισε περαιτέρω ότι υπήρξε παραβίαση της πρόνοιας περί απόκτησης πληροφοριών, δεδομένου ότι δημοσιεύθηκε σύνδεσμος σε βίντεο και περιγραφή του περιεχομένου του βίντεο, του οποίου η απόκτηση έγινε υπό συνθήκες που συνιστούσαν υποκλοπή, κατά παράβαση των πιο κάτω προνοιών του άρθρου 6: «Οι λειτουργοί γενικά δεν πρέπει να επιχειρούν να εξασφαλίσουν, οι ίδιοι ή μέσω τρίτων, πληροφορίες ή εικόνες/φωτογραφίες με ψευδείς παραστάσεις ή με άλλο δόλιο τρόπο. Με εξαίρεση την εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος, έγγραφα και εικόνες/φωτογραφίες μπορούν να λαμβάνονται μόνο με τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη τους. Οι λειτουργοί δεν αποκτούν, ούτε προσπαθούν να αποκτήσουν, πληροφορίες ή εικόνες/φωτογραφίες με εκφοβισμό ή εκβιασμό». Η Επιτροπή θεωρεί χρήσιμο να επισημάνει προς όλους ότι η παρέμβαση στην ιδιωτική ζωή οποιουδήποτε είναι ανεπίτρεπτη, ακόμη και όταν πρόκειται για δημόσια πρόσωπα, εκτός αν η παρέμβαση αφορά σε θέμα που έχει άμεση σχέση με το αξίωμα, τα καθήκοντα και τις απόψεις που δημοσίως εκφράζουν. Περεταίρω, η Επιτροπή εξέφρασε την ανησυχία της για συχνά κρούσματα παρέμβασης στην ιδιωτική ζωή, πέραν της παρούσης υπόθεσης, που ισοδυναμούν με κοινωνικό κανιβαλισμό και απευθύνει έκκληση προς όλους να είναι προσεκτικοί όταν αναφορές τους σε πρόσωπα είναι δυνατό να οδηγήσουν στην ταυτότητα τρίτων και να παραβιάζουν την ιδιωτική ζωή ή προσωπικά τους δεδομένα. Η Επιτροπή επιθυμεί να εκφράσει την ευαρέσκεια της για την ευαισθησία που επέδειξε η δημοσιογράφος Τώνια Σταυρινού για την παραβίαση της ιδιωτικής ζωής ενός τρίτου, πράγμα που είχε πράξει και σε μια προηγούμενη ανάλογη περίπτωση.
ΠΡΟΝΟΙΑ/EΣ ΚΩΔΙΚΑ:
ΜΜΕ:
ΑΡ. ΠΑΡΑΠΟΝΟΥ:
9/2016
ΗΜ. ΑΠΟΦΑΣΗΣ:
12/04/2016
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ:
ΝΑΙ
Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας εξέτασε παράπονο (9/8/2/2016) από γυναίκα εναντίον του τηλεοπτικού σταθμού ΜΕΓΑ και των συντελεστών της εκπομπής «Εχεις μέσον» για αποκάλυψη προσωπικών στοιχείων της ίδιας και του παιδιού της. Η παραπονούμενη ανέφερε ότι ο εν διαστάσει σύζυγος της, μετά την εμφάνιση του στην εκπομπή "Ενημέρωση Τώρα", στις 16 Φεβρουαρίου 2016, (ίδε ύπόθεση 5/2016) με νέα, τηλεφωνική αυτή τη φορά, παρέμβαση του στην εκπομπή του ΜΕΓΑ "Έχεις μέσον" μετέδωσε πληροφορίες και στοιχεία τα οποία οδηγούσαν στην αποκάλυψη της ταυτότητας της ίδιας και του παιδιού της και αφορούσαν στην προσωπική και οικογενειακή της ζωή και σε προσωπικά της δεδομένα. Ειδικότερα ανέφερε ότι αναφέρθηκε στη βάπτιση του παιδιού τους, στα πρώτα του γενέθλια, σε συγκεκριμένα γεγονότα που αποτελούσαν μέρος της ιδιωτικής της ζωής και του παιδιού της, σε διατάγματα δικαστηρίου, σε απόρρητες εκθέσεις του Γραφείου Ευημερία και στην εν εξελίξει εκδίκαση υπόθεση γονικής μέριμνας του παιδιού. Επίσης παραπονέθηκε ότι οι δημοσιογράφοι-παρουσιαστές της εκπομπής, Νατάσα Ιωάννου και Ονούφριος Σωκράτους, όχι μόνο παραχώρησαν άφθονο τηλεοπτικό χρόνο στον εν διαστάσει σύζυγο της να αναφέρει τα προαναφερθέντα «αλλά επιδιώκοντας τον εντυπωσιασμό … αυτοαναγορεύθηκαν δικαστές… βγάζοντας αποφάσεις, καταγγέλλοντας και καταδικάζοντας με δημόσια…» Η Επιτροπή ζήτησε επανειλημμένα τις απόψεις του τηλεοπτικού σταθμού και των συντελεστών της εκπομπής «Εχεις μέσον», χωρίς δυστυχώς ανταπόκριση και παρά το γεγονός ότι δόθηκαν υποσχέσεις ότι θα αποστέλλονταν οι θέσεις των καθ’ ων το παράπονο για τα όσα ανέφερε η παραπονούμενη. Η παράληψη συνεργασίας με την Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας συνιστά αφ’ εαυτής παραβίαση της πρόνοιας του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας, που προβλέπει ότι «τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης και οι Λειτουργοί των αναλαμβάνουν την υποχρέωση να συνεργάζονται με την Επιτροπή κατά τη διεξαγωγή των ερευνών της και ότι η μη συνεργασία τους συνιστά παραβίαση του Κώδικα. Δεδομένου ότι οι καθ’ ων το παράπονο δεν υπέβαλαν τις θέσεις τους, η Επιτροπή προχώρησε στην εξέταση του παραπόνου με βάση τα στοιχεία που είχε ενώπιόν της, δηλαδή στα όσα ανέφερε η παραπονούμενη και όσα προέκυψαν από την εξέταση του περιεχομένου της εκπομπής. Το παράπονο στηρίζεται στα ίδια γεγονότα και είναι ανάλογο με εκείνον εναντίον της προαναφερθείσης εκπομπής «Ενημέρωση Τώρα». Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της εκπομπής ο εν διαστάσει σύζυγος της παραπονούμενης έκαμε τηλεφωνική παρέμβαση στη διάρκεια συζήτησης μεταξύ δύο καλεσμένων για το θέμα της αποξένωσης των παιδιών σε περίπτωση διάλυσης γάμου ή διαζυγίου. Ο εν διαστάσει σύζυγος της παραπονούμενης ανέφερε την ιδιότητα-επάγγελμά του που τον κάνει γνωστό ευρέως, γεγονός που έμμεσα οδηγεί στην αποκάλυψης της ταυτότητας της παραπονούμενης και του παιδιού τους. Περαιτέρω αναφέρθηκε σε γεγονότα που αφορούσαν στη βάπτιση του παιδιού, στα πρώτα γενέθλια του παιδιού το 2015, σε γεγονότα που διαδραματίστηκαν σε ορεινό χωριό τον Αύγουστο του 2015, σε τυχαία συνάντηση της εν διαστάσει συζύγου του με τους γονείς του, αναφέροντας ότι είχαν να δουν το εγγόνι τους για δύο χρόνια και στα δεύτερα γενέθλια του παιδιού. Επίσης διατύπωσε διάφορες κατηγορίες και ισχυρισμούς εναντίον της εν διαστάσει συζύγου του. Η παρουσιάστρια Νατάσα Ιωάννου ρώτησε κατά πόσο «υπάρχει τόση μεγάλη διαφορά, χάσμα, ήρθαν τα πάνω κάτω, που να δικαιολογεί αυτή τη συμπεριφορά, από τη δική της πλευρά, που να σου στερεί δηλαδή το ίδιο σου το παιδί;», αποφαινόμενη με αυτό τον τρόπο ότι για την αποξένωση ευθύνεται η μητέρα ή αποκλειστικά η μητέρα. Η απάντηση ήταν: «Δεν υπάρχει μεταξύ μας καμία επικοινωνία, στέλλω μηνύματα, παίρνω τηλέφωνα, ενδιαφέρομαι για την υγεία του γιου μου, εδώ και πέντε μήνες δεν τον είδα, γιατί μετά από αυτά τα συμβάντα θεώρησα πιο σωστό να μην πηγαίνω να το δω για να μην ταλαιπωρείται κάθε φορά που πηγαίνω, γιατί υπάρχουν και άλλα γεγονότα στα οποία δεν θέλω να αναφερθώ και κατέληξα να υποβάλω αίτηση για νέο διάταγμα επικοινωνίας για να παίρνω το γιο μου στο σπίτι μου». Η Επιτροπή εξέτασε το παράπονο υπό το πρίσμα των προνοιών των άρθρων 3 και 11 του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας περί ιδιωτικής ζωής και περί προστασίας των παιδιών αντίστοιχα. Το άρθρο 3 προβλέπει ότι «η υπόληψη και η ιδιωτική ζωή κάθε προσώπου τυγχάνουν σεβασμού και δεν αποκαλύπτονται στοιχεία προσωπικού χαρακτήρα…. η δε δημοσιοποίησή τους μπορεί να δικαιολογηθεί μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις και αποκλειστικά προς το δημόσιο συμφέρον». Επίσης προβλέπει ότι «Τα ΜΜΕ και οι λειτουργοί τους δεν προβαίνουν σε ανοίκειες προσωπικές επιθέσεις και υβριστικούς και προσβλητικούς χαρακτηρισμούς που διασύρουν την τιμή και υπόληψη». Εξ άλλου, το άρθρο 11 προβλέπει ότι «οι λειτουργοί (των ΜΜΕ) κατά κανόνα δεν παίρνουν συνεντεύξεις από και δεν φωτογραφίζουν παιδιά κάτω των 16 ετών σε σχέση με θέματα που αφορούν στην προσωπική τους κατάσταση ή ευημερία, χωρίς τη συγκατάθεση γονέως των ή άλλου ενηλίκου που έχει την ευθύνη γι’ αυτά. Τα Μ.Μ.Ε. και οι λειτουργοί των υποχρεούνται να τηρούν τις πρόνοιες της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα του Παιδιού». Υπό το φως των γεγονότων και των προνοιών του Κώδικα, η Επιτροπή αποφάσισε ότι στη διάρκεια της εκπομπής τόσο ο τηλεοπτικός σταθμός όσο και οι συντελεστές του παραβίασαν κατάφωρα την ιδιωτική ζωή της παραπονούμενης και αποκάλυψαν προσωπικά της δεδομένα και επίσης παραβίασαν τα δικαιώματα του παιδιού, αποκαλύπτοντας προσωπικά του στοιχεία. Η αναφορά στην ταυτότητα του πατέρα κατά την τηλεφωνική του παρέμβαση οδηγούσε ευθέως στην αποκάλυψη της ταυτότητας της παραπονούμενης και του παιδιού του ζεύγους, καθώς και της οικογενειακής της κατάστασης, γεγονός που είναι ανεπίτρεπτο με βάση τις πρόνοιες του προαναφερθέντος άρθρου 3 περί ιδιωτικής ζωής. Το πλήθος των ανθρώπων που ήταν δυνατό να αναγνωρίσουν την παραπονούμενη και το παιδί της δεν έχει σημασία. Αρκεί η αναγνώρισή της να ήταν δυνατή έστω και από ένα ή από μερικούς ανθρώπους, για παράδειγμα προσωπικούς φίλους, γνωστούς στο επίπεδο της γειτονιάς και στο περιβάλλον εργασίας, για να συντελεσθεί η παραβίαση. Δεν είναι αναγκαίο η αναγνώριση να μπορεί να γίνει από ένα μεγάλο πλήθος ή από το ευρύτερο κοινό. Μάλιστα μπορεί να λεχθεί ότι συνιστά μεγαλύτερο κακό να γίνει η αναγνώριση σε επίπεδο στενού συγγενικού ή φιλικού περιβάλλοντος ή σε επίπεδο γνωστών στο επίπεδο της εργασίας ή της γειτονιάς παρά από ένα μεγαλύτερο πλήθος το οποίο δεν γνωρίζει το υπό αναφορά άτομο. Στη διάρκεια της εκπομπής έγιναν αναφορές που συνιστούσαν μομφή κατά της μητέρας, γεγονός που αποτελεί διασυρμό κατά παράβαση της σχετικής πρόνοιας του άρθρου 3. Στη διάρκεια της εκπομπής αναφέρθηκαν στοιχεία που αποτελούν προσωπικά δεδομένα της παραπονούμενης ως αναγόμενα στην ιδιωτικής της ζωή και στο οικογενειακό της καθεστώς. Επίσης αναφέρθηκαν γεγονότα και διατυπώθηκαν ισχυρισμοί που κατά την κρίση της Επιτροπής συνιστούν διασυρμό και διαπόμπευσή της, κατά παράβαση των άρθρων 3 και 12 περί δυσμενών διακρίσεων, που προβλέπει ότι «ο χλευασμός, η διαπόμπευση και ο διασυρμός ατόμων ή ομάδων είναι ανεπίτρεπτος». Συνακόλουθα, η Επιτροπή αποφάσισε ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 3 του Κώδικα που προστατεύει το δικαίωμα στην ιδιωτική ζωή και απαγορεύει την αποκάλυψη προσωπικών δεδομένων και το διασυρμό και του άρθρου 12 περί του ανεπίτρεπτου των δυσμενών διακρίσεων και του χλευασμού ή διασυρμού. Ως προς το παιδί, η Επιτροπή αποφάσισε ότι η αναφορά της ταυτότητας του πατέρα στην εκπομπή οδηγούσε κατά τον ίδιο τρόπο στην αποκάλυψη της ταυτότητάς του παιδιού, ενώ παράλληλα αναφέρθηκαν στοιχεία που ανάγονται στην προσωπική και οικογενειακή του κατάσταση. Η αποκάλυψη αυτή συνιστά παραβίαση από μέρους του σταθμού και των συντελεστών της εκπομπής των προνοιών του άρθρου 11 του Κώδικα που αποσκοπεί στην προστασία των παιδιών. Η Επιτροπή αναφέρει συναφώς ότι με βάση τον Κώδικα, τα ΜΜΕ και οι δημοσιογράφοι υποχρεούνται να τηρούν τις πρόνοιες της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα του Παιδιού, που έχει επικυρωθεί από την Κυπριακή Δημοκρατία και συνεπώς έχει αυξημένη τυπική ισχύ έναντι άλλων νόμων. Το άρθρο 3 της Σύμβασης προβλέπει ότι σε οποιεσδήποτε αποφάσεις από οιονδήποτε πρόσωπο ή οργανισμό «πρέπει να λαμβάνεται πρωτίστως υπόψη το συμφέρον του παιδιού». Η Επίτροπος για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Παιδιού έχει επανειλημμένα υποδείξει ότι το συμφέρον του παιδιού είναι υπέρτερο του συμφέροντος οποιουδήποτε άλλου προσώπου περιλαμβανομένου του πατέρα ή της μητέρας. Επίσης, το άρθρο 16 της Σύμβασης προβλέπει ότι «κανένα παιδί δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο αυθαίρετης ή παράνομης επέμβασης στην ιδιωτική του ζωή, στην οικογένεια του, στην κατοικία του ή στην αλληλογραφία του, ούτε παράνομων προσβολών της τιμής και της υπόληψης του». Υπό το φως των ανωτέρω προνοιών μπορεί να λεχθεί ότι η προστασία του παιδιού έναντι οποιασδήποτε παρέμβασης στην ιδιωτική του ζωή είναι απόλυτη, ακόμη και όταν υπάρχει ισχυρισμός ότι γίνεται προς εξυπηρέτηση του συμφέροντός του. Μόνο σε πολύ εξαιρετικές περιπτώσεις στις οποίες με βάση αντικειμενικά κριτήρια πράγματι εξυπηρετείται το συμφέρον του παιδιού επιτρέπεται παρέμβαση στην ιδιωτική του ζωή. Συνακόλουθα, η Επιτροπή αποφάσισε ότι ο σταθμός ΜΕΓΑ και οι συντελεστές της εκπομπής «Εχεις μέσον» ευθύνεται για το γεγονός ότι έδωσε βήμα για να γίνουν οι προαναφερθείσες επιλήψιμες αναφορές και οι συντελεστές της εκπομπής «Εχεις μέσον», συνέβαλαν στην παραβίαση της ιδιωτικής ζωής της παραπονούμενης και στο διασυρμό της, καθώς και της ιδιωτικής ζωής και των δικαιωμάτων του παιδιού. Η Επιτροπή αισθάνεται υποχρεωμένη να επισημάνει ότι όλοι οι εμπλεκόμενοι πρέπει λαμβάνουν υπόψη το γεγονός ότι η παρουσία προσώπων σε ζωντανές εκπομπές αναπόφευκτα οδηγεί στην ταυτοποίηση τρίτων προσώπων, καθώς επίσης και το ενδεχόμενο ότι διάφορες αναφορές είναι δυνατό να αντανακλούν σε πρόσωπα που δεν αναφέρονται μεν ονομαστικά αλλά η ταυτότητά τους αποκαλύπτεται έμμεσα.
ΠΡΟΝΟΙΑ/EΣ ΚΩΔΙΚΑ:
ΜΜΕ:
ΑΡ. ΠΑΡΑΠΟΝΟΥ:
7/2016
ΗΜ. ΑΠΟΦΑΣΗΣ:
12/04/2016
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ:
ΝΑΙ
Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας εξέτασε παράπονο (7/22/2/2016) από τον Αλβίνο Βασιλειάδη εναντίον της δημοσιογραφικής ιστοσελίδας TOTHEMAONLINE και της δημοσιογράφου Χριστιάνας Τσαγκάρη για δημοσίευση, στο πλαίσιο ρεπορτάζ για τα πρώτα χιόνια, την 1η Ιανουαρίου, 2016, φωτογραφίας χιονισμένου τοπίου στην κοινότητα Κυπερούντας, την οποία πήρε ο ίδιος, χωρίς τη συγκατάθεσή του. Ανέφερε επίσης ότι δημοσιεύθηκαν και φωτογραφίες άλλων, μεταξύ των οποίων και του Γενικού Ελεγκτή Οδυσσέα Μιχαηλίδη, προσθέτοντας ότι «προφανώς δεν θα είναι ούτε εις γνώση αυτών». Στο ρεπορτάζ δημοσιεύθηκαν συνολικά 12 φωτογραφίες από διάφορες περιοχές στις οποίες είχε χιονίσει, που ενδεχομένως να είχαν αναρτηθεί από χρήστες σελίδων κοινωνικής δικτύωσης, Facebook και άλλες, στους προσωπικούς τους λογαριασμούς. Παραθέτοντας τις απόψεις της ιστοσελίδας ενώπιον της Επιτροπής, ο διευθυντής σύνταξης Φάνης Μακρίδης ανέφερε ότι μόλις ο κ. Βασιλειάδης κοινοποίησε το παράπονό για τη χρησιμοποίηση της φωτογραφίας στη δημοσιογράφο Χριστιάνα Τσαγκάρη έδωσε οδηγίες και η φωτογραφία αφαιρέθηκε αμέσως. Παράλληλα, η δημοσιογράφος απολογήθηκε προς τον παραπονούμενο για τη χρήση της φωτογραφίας χωρίς την προηγούμενη συγκατάθεσή του. Με βάση τα ενώπιόν της στοιχεία, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι η φωτογραφία στην οποία αναφέρεται ο παραπονούμενος λήφθηκε από τον προσωπικό του λογαριασμό στο Facebook και δημοσιεύθηκε ως μέρος ρεπορτάζ για τα πρώτα χρόνια του χρόνου στην ιστοσελίδα tothemaonline. Ο Κώδικας Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας, άρθρο 7, περί πνευματικής ιδιοκτησίας, προβλέπει ότι «τα Μ.Μ.Ε. και οι λειτουργοί σέβονται και εφαρμόζουν το εκάστοτε ισχύον Δίκαιο και συμβάσεις που αφορούν στην προστασία της πνευματικής ιδιοκτησίας. Εκεί που επιτρέπεται, η αναδημοσίευση από άλλη πηγή γίνεται με σεβασμό προς το συγγραφέα/δημιουργό ή τον ιδιοκτήτη. Τα Μ.Μ.Ε. και οι λειτουργοί των υποχρεούνται να αναφέρουν την προέλευση». Με βάση την πρόνοια αυτή η Επιτροπή έχει εκδώσει εκτεταμένες αποφάσεις ύστερα από παράπονα στις οποίες καταγράφονται οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες δημοσιογράφοι αναδημοσιεύουν κείμενα ή παραθέτουν αποσπάσματα από πνευματικά έργα άλλων. (Ιδε υποθέσεις 24/2013, 4/2014, 14/2014, 12/2015 στην ηλεκτρονική διεύθυνση http://www.cmcc.org.cy/Decisions/Decisions.html ) Η παρούσα περίπτωση περιπλέκεται από το γεγονός ότι η εμφάνιση των διαδικτυακών ΜΜΕ και των σελίδων κοινωνικής δικτύωσης έχει καταστήσει πολύ πιο διαδεδομένη και εν πολλοίς ανεξέλεγκτη τη χρήση πνευματικής δημιουργίας τρίτων και κατά συνέπεια στη δημιουργία σύγχυσης ως προς την έκταση της προστασίας των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας και στην παραβίαση των δικαιωμάτων αυτών. Οσον αφορά στο Facebook, ισχύουν διάφοροι κανόνες όσον αφορά στην ορατότητα κειμένων ή φωτογραφιών, αναλόγως αν ο χρήσης επιτρέπει οι αναρτήσεις του να είναι ορατές μόνον από τον ίδιο, τους φίλους του, τους φίλους των φίλων του, από ορισμένα άτομα ή ομάδες ή από όλους τους χρήστες. Επομένως κείμενα ή φωτογραφίες που αναρτώνται σε προσωπικούς λογαριασμούς στο Facebook προορίζονται για εκείνους στους οποίους ο ιδιοκτήτης του λογαριασμού έχει δώσει άδεια θέασης. Ακόμη και όταν επιτρέπεται οι αναρτήσεις να είναι ορατές από όλους, αυτές εξ ορισμού προορίζονται για τους επισκέπτες του Facebook και μόνο και δεν σημαίνει ότι επιτρέπεται η άνευ ετέρου χρήση τους από τα ΜΜΕ και τους δημοσιογράφους. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή αποφάσισε ότι, προκειμένου να τηρούνται οι πρόνοιες του Κώδικα περί πνευματικής ιδιοκτησίας, οι δημοσιογράφοι οφείλουν προτού χρησιμοποιήσουν κείμενα ή φωτογραφίες που έχουν αναρτηθεί δημόσια σε προσωπικούς λογαριασμούς θα πρέπει απαραιτήτως, εκεί όπου είναι δυνατό, να λαμβάνουν την άδεια του ιδιοκτήτη. Αυτό προκύπτει από την πρόνοια του Κώδικα ότι «…η αναδημοσίευση από άλλη πηγή γίνεται με σεβασμό προς το συγγραφέα/δημιουργό ή τον ιδιοκτήτη». Περαιτέρω, το άρθρο 7 προβλέπει ότι «τα Μ.Μ.Ε. και οι λειτουργοί των υποχρεούνται να αναφέρουν την προέλευση», γεγονός που σημαίνει πως ακόμα και όταν έχει ληφθεί άδεια, ή σε περιπτώσεις που δεν χρειάζεται, (για παράδειγμα όταν πρόκειται για αναφορά σε απόσπασμα άρθρου ή λογοτεχνικού έργου ή για φωτογραφίες που έχουν χρησιμοποιηθεί προηγουμένως ευρέως) οι δημοσιογράφοι και τα ΜΜΕ έχουν υποχρέωση να αναφέρουν την πηγή, όταν είναι γνωστή. Η Επιτροπή αποφάσισε ότι υπήρξε παραβίαση των προνοιών του Κώδικα ως αναφέρθηκε ανωτέρω, η οποία ήρθη με την αφαίρεση της φωτογραφίας και την απολογία της δημοσιογράφου. Η Επιτροπή εξέφρασε την ευαρέσκειά της για την άμεση άρση της παραβίασης καθώς και την απολογία τα δημοσιογράφου, σε συμμόρφωση προς τις απαιτήσεις της δημοσιογραφικής δεοντολογίας.
ΠΡΟΝΟΙΑ/EΣ ΚΩΔΙΚΑ:
ΜΜΕ:
ΑΡ. ΠΑΡΑΠΟΝΟΥ:
4/2016
ΗΜ. ΑΠΟΦΑΣΗΣ:
15/03/2016
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ:
ΟΧΙ
Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας εξέτασε παράπονο (4/16/2/2016) από τον Ανδρέα Ιωάννου εναντίον του Διευθυντή του τηλεοπτικού σταθμού ΣΙΓΜΑ Χρύσανθου Τσουρούλη για αντιδεοντολογική δημοσιοποίηση απορρήτου εγγράφου του Εθνικού Συμβουλίου από την ιστοσελίδα SIGMALIVE. Πρόκειται για έγγραφο που δόθηκε στα μέλη του Εθνικού Συμβουλίου για ενημέρωση σχετικά με την πορεία των διαπραγματεύσεων για το Κυπριακό. Το έγγραφο περιείχε τις θέσεις του Προέδρου Αναστασιάδη ως προς τα ποια θέματα συζητήθηκαν, σε ποια υπάρχει συμφωνία ή σύγκλιση απόψεων και ποια δεν συζητήθηκαν ακόμη ή συζητήθηκαν και υπήρχε διαφωνία. Διαβάστηκε από τον κ. Αναστασιάδη στην κοινή συνάντηση που είχε ο ίδιος και ο Τουρκοκύπριος ηγέτης Μουσταφά Ακιντζί με το Γενικό Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών στο Νταβός τον Ιανουάριο του 2016. Μετά τη δημοσιοποίηση του εγγράφου εκδόθηκε ανακοίνωση του Κυβερνητικού Εκπροσώπου στην οποία εξέφραζε την απαρέσκεια του Προέδρου για τη διαρροή του, αναφέροντας ότι οι υπεύθυνοι για τη διαρροή παραβίασαν τη συμφωνία της εμπιστευτικότητας των όσων συζητούνται στο Εθνικό Συμβούλιο. Ο παραπονούμενος ανέφερε στο παράπονό του ότι «τo Sigma Live πρόβαλε … το απόρρητο έγγραφο που έστειλε ο Πρόεδρος Αναστασιάδης στο Γ. Γραμματέα του ΟΗΕ όπου δίνεται μια λεπτομερής αναφορά για την πορεία των συνομιλιών. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να κατηγορηθεί η δική μας πλευρά από τον ΟΗΕ ότι δεν τηρεί την εμπιστευτικότητα των συνομιλιών παρά το ότι δεσμευτήκαμε να τηρούμε την εμπιστευτικότητα των συνομιλιών. Επίσης να μας κατηγορεί ο κ. Ακιντζί ότι δεν μας έχει εμπιστοσύνη διότι ενώ συμφωνούμε να τηρούμε το απόρρητο των συνομιλιών εμείς δεν τηρούμε τον λόγο μας". Επίσης ανέφερε ότι το δικαίωμα στη πληροφόρηση όταν αυτό το δικαίωμα βλάπτει το εθνικό συμφέρον δεν μπορεί να χρησιμοποιήσετε ως επιχείρημα και ότι "δεν μπορεί το πάθος του κ. Τσουρούλη για αποκλειστικότητες και για να ανεβάσει τα νούμερα τηλεθέασης του σταθμού του να δημιουργεί σοβαρό κίνδυνο να τινάξει στο αέρα μια κρίσιμη διαπραγμάτευση για το μέλλον του τόπου". Εξ άλλου, ανέφερε ότι αυτός που του έδωσε το έγγραφο έχει ευθύνη ήταν όμως στην κρίση του κ. Τσουρούλη αν το έγγραφο αυτό το απόρρητο έπρεπε να το μεταδώσει ή όχι. Ο Αναπληρωτής Διευθυντής Ειδήσεων του ΣΙΓΜΑ Νικήτας Κυριάκου, παραθέτοντας τις θέσεις του σταθμού, ανέφερε ότι μέρος του εγγράφου είχε δημοσιευθεί σε εφημερίδες προηγουμένως, ενώ ήταν και στην κατοχή δεκάδων ξένων πρεσβειών. Πρόσθεσε πως αναφορές στο περιεχόμενο του εγγράφου έγιναν και από τα πολιτικά κόμματα και τέλος ότι «ήταν για το κοινό καλό η δημοσιοποίηση του εγγράφου, ώστε να γνωρίζουν οι πολίτες τα όσα προκύπτουν και αφορούν το Κυπριακό». Η Επιτροπή αποφάσισε ότι με βάση τα ενώπιόν της στοιχεία δεν προκύπτει ότι το απόρρητο έγγραφο αποκτήθηκε από το SIGMALIVE με παράνομο ή δόλιο τρόπο και κατά συνέπεια επαφίετο στην κρίση του πώς θα το χειριζόταν. Η Επιτροπή έλαβε υπόψη ότι ο Κώδικας Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας δεν περιλαμβάνει καμιά πρόνοια η οποία να απαγορεύει ή να ρυθμίζει με οποιοδήποτε τρόπο τη δημοσίευση εγγράφων που περιέρχονται νόμιμα στην κατοχή τους πέραν των περιπτώσεων που ο Κώδικας επιτρέπει παρέκκλιση από τις πρόνοιες για τη λήψη ή δημοσίευση πληροφοριών για λόγους δημοσίου συμφέροντος. Οι λόγοι που καθορίζουν το δημόσιο συμφέρον είναι η υποβοήθηση ανίχνευσης ή αποκάλυψης εγκλήματος, η προστασία της δημόσιας ασφάλειας ή υγείας, η προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και η παρεμπόδιση παραπλάνησης του κοινού ως αποτέλεσμα πράξεων ή δηλώσεων ατόμων ή οργανισμών. Η απαρίθμηση αυτή των περιπτώσεων παρέκκλισης από τον Κώδικα είναι περιοριστική και γι’ αυτό δεν είναι δυνατό να περιληφθούν άλλες περιπτώσεις κατ’ αναλογία. Το εθνικό συμφέρον του οποίου έκαμε επίκληση ο παραπονούμενος ή η πρόκληση δυσφορίας σε οποιοδήποτε, κυβέρνηση, οργανισμό ή άτομο ή οι πιθανές κατηγορίες για αναξιοπιστία από οποιοδήποτε δεν διαλαμβάνονται στο δημόσιο συμφέρον όπως καθορίζεται ανωτέρω. Συνακόλουθα, η Επιτροπή αποφάσισε ότι με τη δημοσίευση του εγγράφου δεν υπήρξε παράβαση προνοιών του Κώδικα και ότι επαφίετο στην κρίση των δημοσιογράφων και των ΜΜΕ πώς θα χειρίζονταν το διαβαθμισμένο ως απόρρητο έγγραφο, εφ’ όσο δεν το απέκτησαν με δόλιο ή παράνομο τρόπο. Από την άλλη, η Επιτροπή έλαβε υπόψη το γεγονός ότι το ίδιο έγγραφο δημοσιεύθηκε και από άλλα ΜΜΕ για τα οποία δεν υποβλήθηκε ανάλογο παράπονο.