*Οι παλαιότερες αποφάσεις της ΕΔΔ αναδημοσιεύονται από το αρχείο και δεν έχει γίνει καμία παρέμβαση στο περιεχόμενό τους.
*Οι παλαιότερες αποφάσεις της ΕΔΔ αναδημοσιεύονται από το αρχείο και δεν έχει γίνει καμία παρέμβαση στο περιεχόμενό τους.
ΠΡΟΝΟΙΑ/EΣ ΚΩΔΙΚΑ:
ΜΜΕ:
ΑΡ. ΠΑΡΑΠΟΝΟΥ:
5/2016
ΗΜ. ΑΠΟΦΑΣΗΣ:
15/03/2016
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ:
ΝΑΙ
Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας εξέτασε παράπονο (5/15/2/2016) από γυναίκα εναντίον των συντελεστών της εκπομπής «Ενημέρωση τώρα» του τηλεοπτικού σταθμού ΜΕΓΑ για αποκάλυψη προσωπικών δεδομένων της ιδίας και του παιδιού της και για διασυρμό. Το παράπονο αφορά σε εκπομπή που μεταδόθηκε το Φεβρουάριο, 2016, στην οποία ήταν προσκεκλημένος ο εν διαστάσει σύζυγος της παραπονούμενης, ο οποίος κλήθηκε να μιλήσει για την προσωπική του εμπειρία κατά τη συζήτηση του θέματος της γονικής αποξένωσης από παιδιά, των οποίων οι γονείς βρίσκονται σε διάσταση ή έχουν πάρει διαζύγιο. Κατά την εκπομπή ο παρουσιαστής Παύλος Μυλωνάς παρουσίασε τον εν διαστάσει σύζυγό της γυναίκας, αναφέροντας το επάγγελμά του και άλλες προσωπικές λεπτομέρειες. Ο εν διαστάσει σύζυγος ανέφερε επίσης στοιχεία για τον ίδιο είπε ότι είχε ξεκινήσει μια διαμαρτυρία σε πάρκο προαστίου της Λευκωσίας γιατί, όπως υτποστήριξε, κατά τα τελευταία δύο με τρία χρόνια δεν μπορεί να έχει σωστή επικοινωνία με το παιδί του. Επίσης ανέφερε τόσο την ηλικία όσο και την ημερομηνία των γενεθλίων του παιδιού. Η συμπαρουσιάστρια Πέρσα Σιάσου ρώτησε πόσο χρονών είναι το παιδί του και εκείνος απάντησε: «… Φεβρουαρίου κλείνει τα … του χρόνια…την ερχόμενη….». Ο Παύλος Μυλωνάς συνέχισε λέγοντας ότι σε μερικές ημέρες ο εν διαστάσει σύζυγος θα έκανε πάρτι και εκείνος απάντησε αναφέροντας την ημέρα κατά την οποία θα γιόρταζε τα γενέθλια του γιου του στο πάρκο προαστίου της Λευκωσίας και κάλεσε τους φίλους του να παραστούν για να γιορτάσουν μαζί του. Αφού μίλησε ο πρόεδρος του Συνδέσμου Γονικής Αποξένωσης Γιώργος Τσόκκος γενικά για το θέμα της γονικής αποξένωσης, ο Παύλος Μυλωνάς ανακοίνωσε ότι η παραπονούμενη ζήτησε τηλεφωνική παρέμβαση και ότι θα της έδιδε το δικαίωμα να πει τις απόψεις της. Παρακάλεσε να μη δημιουργηθεί διαμάχη μεταξύ τους, γιατί το θέμα της συζήτησης ήταν η γονική αποξένωση γενικά. Η παραπονούμενη παρέθεσε τη δική της εκδοχή για το λόγο για τον οποίο ο εν διαστάσει σύζυγός της δεν επισκέπτεται το παιδί τους και πρόσθεσε ότι αυτά που κάνει έχουν αντίκτυπο στο παιδί και για το λόγο αυτό δεν αντιδρά σε αναρτήσεις του στο Facebook. Η παραπονούμενη, στο γραπτό παράπονό της προς την Επιτροπή ανέφερε πως στη διάρκεια της εκπομπής ο τέως σύζυγός της δημοσιοποίησε προσωπικά δεδομένα του παιδιού τους και της ιδίας και αποδοκίμασε το γεγονός ότι ο τηλεοπτικός σταθμός και οι παρουσιαστές της εκπομπής επέτρεψαν να αναφερθούν προσωπικά της δεδομένα, και μάλιστα χωρίς ή ίδια να είχε ενημερωθεί εκ των προτέρων για την πρόθεση να παρουσιασθεί στην εκπομπή ο εν διστάσει σύζυγός της. Είπε ότι πληροφορήθηκε το γεγονός από τρίτους και προσπάθησε ανεπιτυχώς να πείσει το σταθμό και τους συντελεστές της παραγωγής να μην παρουσιάσουν τον εν διαστάσει σύζυγό της στην εκπομπή προκειμένου να μη αποκαλυφθούν προσωπικά δεδομένα της ίδιας και του παιδιού. Επίσης ανέφερε ότι στη διάρκεια της εκπομπής τηλεφώνησε στον παραγωγό και ζήτησε να σεβαστούν το παιδί της, χωρίς να υπάρξει ανταπόκριση, αν και τελικά της επέτρεψαν να πει τις απόψεις της. Ο Διευθυντής ειδήσεων του ΜΕΓΑ Μιχάλης Παυλίδης ανέφερε στην απάντησή του ότι το αντικείμενο συζήτησης στην επίμαχη εκπομπή ήταν το κοινωνικό πρόβλημα της γονικής αποξένωσης και ότι όσα προέκυψαν με αφορμή τις παρεμβάσεις δεν ήταν προγραμματισμένα. Για τα υπόλοιπα παρέπεμψε στην απάντηση του Παύλου Μυλωνά, ο οποίος ανέφερε στη δική του απάντησή πως απορρίπτει τις κατηγορίες της παραπονούμενης ως εντελώς ανυπόστατες. Ανέφερε επίσης ότι κατά την εκπομπή δεν επέτρεψε στον πατέρα να αναφερθεί στην προσωπική του αντιπαράθεση με την πρώην σύζυγό του και επικαλέστηκε μήνυμα του δικηγόρου της ότι ο σταθμός χειρίστηκε το θέμα «θαυμάσια». Περαιτέρω ανέφερε ότι η ίδια η παραπονούμενη ζήτησε να κάμει παρέμβαση κατά την οποία αναφέρθηκε σε προσωπικές αντιπαραθέσεις και πρόσθεσε ότι οι συντελεστές της εκπομπής δεν επέτρεψαν περαιτέρω συζήτηση των θεμάτων που ηγέρθησαν. Η Επιτροπή εξέτασε το παράπονο υπό το πρίσμα των προνοιών του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας και ειδικότερα των άρθρων 3 περί ιδιωτικής ζωής και 11 περί προστασίας των παιδιών. Το άρθρο 3 προβλέπει ότι «η υπόληψη και η ιδιωτική ζωή κάθε προσώπου τυγχάνουν σεβασμού και δεν αποκαλύπτονται στοιχεία προσωπικού χαρακτήρα…. η δε δημοσιοποίησή τους μπορεί να δικαιολογηθεί μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις και αποκλειστικά προς το δημόσιο συμφέρον». Εξ άλλου, το άρθρο 11 προβλέπει ότι «οι λειτουργοί (των ΜΜΕ) κατά κανόνα δεν παίρνουν συνεντεύξεις από και δεν φωτογραφίζουν παιδιά κάτω των 16 ετών σε σχέση με θέματα που αφορούν στην προσωπική τους κατάσταση ή ευημερία, χωρίς τη συγκατάθεση γονέως των ή άλλου ενηλίκου που έχει την ευθύνη γι’ αυτά. Τα Μ.Μ.Ε. και οι λειτουργοί των υποχρεούνται να τηρούν τις πρόνοιες της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα του Παιδιού». Η Επιτροπή αποφάσισε ότι στη διάρκεια της εκπομπής τόσο ο τηλεοπτικός σταθμός όσο και οι συντελεστές του παραβίασαν κατάφωρα την ιδιωτική ζωή της παραπονούμενης και αποκάλυψαν προσωπικά της δεδομένα και επίσης παραβίασαν τα δικαιώματα του παιδιού, αποκαλύπτοντας προσωπικά του στοιχεία. Το γεγονός και μόνο της παρουσίας του εν διαστάσει συζύγου της στην εκπομπή οδηγούσε ευθέως στην αποκάλυψη της ταυτότητας της παραπονούμενης και του παιδιού του ζεύγους, καθώς και της οικογενειακής της κατάστασης, γεγονός που είναι ανεπίτρεπτο με βάση τις πρόνοιες του προαναφερθέντος άρθρου 3 περί ιδιωτικής ζωής. Το πλήθος των ανθρώπων που ήταν δυνατό να αναγνωρίσουν την παραπονούμενη και το παιδί της δεν έχει σημασία. Αρκεί η αναγνώρισή της να ήταν δυνατή έστω και ένα ή από μερικούς ανθρώπους, για παράδειγμα προσωπικούς φίλους, γνωστούς στο επίπεδο της γειτονιάς και στο περιβάλλον εργασίας, για να συντελεσθεί η παραβίαση. Δεν είναι αναγκαίο η αναγνώριση να μπορεί να γίνει από ένα μεγάλο πλήθος ή από το ευρύτερο κοινό. Μάλιστα μπορεί να λεχθεί ότι συνιστά μεγαλύτερο κακό να γίνει η αναγνώριση σε επίπεδο μικρού συγγενικού ή φιλικού περιβάλλοντος ή σε επίπεδο γνωστών στο επίπεδο της εργασίας ή της γειτονιάς παρά από ένα μεγαλύτερο πλήθος το οποίο είναι αδιάφορο προς το υπό αναφορά άτομο. Το γεγονός ότι η παραπονούμενη ζήτησε και μίλησε από την εκπομπή δεν θεραπεύει τη βλάβη που υπέστη ή την ευθύνη του σταθμού και των συντελεστών της εκπομπής, γιατί υποχρεώθηκε να το πράξει προκειμένου να απαντήσει σε όσα ο τηλεοπτικός σταθμός έδωσε την ευκαιρία να αναφέρει ο εν διαστάσεις σύζυγός της, τα οποία έκρινε ότι έχρηζαν απάντησης. Εξ άλλου, το αντικείμενο του παραπόνου δεν είναι η αντιπαράθεση μεταξύ των εν διαστάσει συζύγων, αλλά η εισβολή στην ιδιωτική ζωή και η αποκάλυψη προσωπικών δεδομένων. Επίσης, αποφάσιε ότι οι παρεμβάσεις του παρουσιαστή για να αποτρέψει αναφορά προσωπικών δεδομένων και άλλων στοιχείων της διαμάχης του εν διαστάσει ζεύγους καλώς έγιναν, αλλά δεν θεραπεύουν το γεγονός ότι επετράπη να γίνει αναγνώριση της παραπονούμενης και να αναφερθούν προσωπικά της στοιχεία και περαιτέρω να γίνουν αναφορές στο παιδί. Πολύ περισσότερο που οι συντελεστές της παραγωγής δεν έλαβαν υπόψη τις προληπτικές παρεμβάσεις της παραπονούμενης για να αποτρέψει την εξέλιξη αυτή. Στη διάρκεια της εκπομπής αναφέρθηκαν στοιχεία που αποτελούν προσωπικά δεδομένα της παραπονούμενης ως αναγόμενα στην ιδιωτικής της ζωή και στο προσωπικό και οικογενειακό της καθεστώς. Επίσης αναφέρθηκαν γεγονότα και διατυπώθηκαν ισχυρισμοί που κατά την κρίση της Επιτροπής συνιστούν διασυρμό και διαπόμπευσή της, κατά παράβαση του άρθρου 12 περί δυσμενών διακρίσεων, που προβλέπει ότι «ο χλευασμός, η διαπόμπευση και ο διασυρμός ατόμων ή ομάδων είναι ανεπίτρεπτος». Συνεπώς η Επιτροπή αποφάσισε ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 3 του κώδικα που προστατεύει το δικαίωμα στην ιδιωτική ζωή και απαγορεύει την αποκάλυψη προσωπικών δεδομένων και του άρθρου 12 περί του ανεπίτρεπτου των δυσμενών διακρίσεων και του χλευασμού ή διασυρμού. Ως προς το παιδί, η Επιτροπή αποφάσισε ότι η παρουσία και μόνο του πατέρα στην εκπομπή οδηγούσε κατά τον ίδιο τρόπο στην αποκάλυψη της ταυτότητάς του, ενώ παράλληλα αναφέρθηκαν προσωπικά του στοιχεία, όπως η ηλικία και η ημέρα των γενεθλίων του και φυσικά τα ονόματα των γονέων του και η οικογενειακή του κατάσταση. Η αποκάλυψη αυτή συνιστά παραβίαση από μέρους του σταθμού και των συντελεστών της εκπομπής των προνοιών του άρθρου 11 του Κώδικα που αποσκοπεί στην προστασία των παιδιών. Η Επιτροπή αναφέρει συναφώς ότι με βάση τον Κώδικα, τα ΜΜΕ και οι δημοσιογράφοι υποχρεούνται να τηρούν τις πρόνοιες της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα του Παιδιού, που έχει επικυρωθεί από την Κυπριακή Δημοκρατία και συνεπώς έχει αυξημένη τυπική ισχύ έναντι άλλων νόμων. Το άρθρο 3 της Σύμβασης προβλέπει ότι σε οποιεσδήποτε αποφάσεις από οιονδήποτε πρόσωπο ή οργανισμό «πρέπει να λαμβάνεται πρωτίστως υπόψη το συμφέρον του παιδιού». Η Επίτροπος για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Παιδιού έχει επανειλημμένα υποδείξει ότι το συμφέρον του παιδιού είναι υπέρτερο του συμφέροντος οποιουδήποτε άλλου προσώπου περιλαμβανομένου του πατέρα ή της μητέρας. Επίσης, το άρθρο 16 της Σύμβασης προβλέπει ότι «κανένα παιδί δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο αυθαίρετης ή παράνομης επέμβασης στην ιδιωτική του ζωή, στην οικογένεια του, στην κατοικία του ή στην αλληλογραφία του, ούτε παράνομων προσβολών της τιμής και της υπόληψης του». Υπό το φως των ανωτέρω προνοιών μπορεί να λεχθεί ότι η προστασία του παιδιού έναντι οποιασδήποτε παρέμβασης στην ιδιωτική του ζωή, ακόμη και όταν υπάρχει ισχυρισμός ότι γίνεται προς εξυπηρέτηση του συμφέροντός του, είναι απόλυτη. Μόνο σε πολύ εξαιρετικές περιπτώσεις στις οποίες με βάση αντικειμενικά κριτήρια πράγματι εξυπηρετείται το συμφέρον του παιδιού επιτρέπεται παρέμβαση στην ιδιωτική του ζωή. Υπό το φως των ανωτέρω, η Επιτροπή αποφάσισε ότι ο σταθμός και οι συντελεστές της εκπομπής «Ενημέρωση τώρα», ανεξάρτητα από οποιεσδήποτε προθέσεις, ενήργησαν κατά παράβαση του άρθρου 11 του Κώδικα, που ρητώς απαγορεύει οποιεσδήποτε παρεμβάσεις στη ζωή του παιδιού. Η Επιτροπή αισθάνεται υποχρεωμένη να επισημάνει ότι σε ζωντανές εκπομπές οι συντελεστές πρέπει να μεριμνούν για τα απρόοπτα και να λαμβάνουν μέριμνα να τα προλαμβάνουν ή να τα αντιμετωπίζουν. Ιδιαίτερα, θα πρέπει να έχουν πάντοτε υπόψη τις επιπτώσεις που ενδεχομένως να έχει η παρουσία ατόμων σε εκπομπές πάνω σε τρίτα άτομα.
ΠΡΟΝΟΙΑ/EΣ ΚΩΔΙΚΑ:
ΜΜΕ:
ΑΡ. ΠΑΡΑΠΟΝΟΥ:
17/20151
ΗΜ. ΑΠΟΦΑΣΗΣ:
15/03/2016
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ:
ΝΑΙ
Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας εξέτασε παράπονο (17/10/12/2015) από το Μιχάλη Ολύμπιο ότι δύο σκίτσα του ΠΙΝ (Πέτρου Παπαπέτρου) που δημοσιεύθηκαν στο «Φιλελεύθερο», προωθούσαν τη βία και το ρατσισμό και έστελλαν μισαλλόδοξα μηνύματα υποθάλποντας φανατισμούς και πάθη. Το ένα από τα δύο σκίτσα παρουσιάζει μασκοφόρους ταραξίες σε γήπεδο ποδοσφαίρου που κραδαίνουν ξύλα με καρφιά, βόμβες και άλλα αντικείμενα, με έναν από αυτούς να λέγει: «Να προσέχουμε ποιους δέρνουμε γιατί θα βγάλει ανακοίνωση ο Αϊντα ότι είμαστε ρατσιστές ξενοφοβικοί και δεν θέλουμε λύση». Το δεύτερο σκίτσο παρουσιάζει δύο άτομα μπροστά σε πάσσαλο με οδικές πινακίδες προς πόλεις και χωριά στα κατεχόμενα με αλλαγμένα τα τοπωνύμια στην Τουρκική, με φόντο τον Πενταδάκτυλο και την Τουρκική σημαία, μπροστά στις οποίες στέκονται δύο άτομα. Το ένα άτομο ερωτά «Πώς μεταφράζεται στα Τούρκικα το…Τάκης Χατζηδημητρίου;» και το δεύτερο απαντά «Τάκης Χατζηδημητρίου».

Ο παραπονούμενος ανέφερε ότι θεωρούσε πως το πρώτο σκίτσο προωθούσε τη βία και τον εθνοτικό ρατσισμό κατά των Τουρκοκυπρίων και επίσης συνιστούσε παραβίαση των προνοιών του Κώδικα για την υποχρέωση των δημοσιογράφων να «είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί και διακριτικοί στην παρουσίαση θεμάτων όπως η βία, το έγκλημα…” Για το δεύτερο σκίτσο, ο παραπονούμενος ανέφερε ότι συνιστούσε απρόκλητη προσβολή για τον κ. Τάκη Χατζηδημητρίου υπονοώντας ότι εξυπηρετεί συμφέροντα της Τουρκίας και ότι εξέπεμπε μισαλλόδοξο μήνυμα και δημιουργούσε αχρείαστους φανατισμούς και πάθη. Δεδομένου ότι το δεύτερο σκίτσο αφορούσε τρίτο άτομο, η Επιτροπή απευθύνθηκε στον κ. Χατζηδημητρίου με το ερώτημα κατά πόσο είχε ένσταση να εξετασθεί το παράπονο. Απάντησε ότι δεν είχε ένσταση για την εξέταση του παραπόνου και παρατήρησε ότι θεωρούσε το σκίτσο βάναυσο. Ο «Φιλελεύθερος» και ο ΠΙΝ απέρριψαν τις θέσεις του παραπονούμενου, υποστηρίζοντας ότι τα δύο σκίτσα συνιστούσαν σχολιασμό θεμάτων της επικαιρότητας μέσω της γελοιογραφίας. Περαιτέρω υποστήριξαν ότι η γελοιογραφία σκοπό έχει να σχολιάζει επίκαιρα θέματα όπως η βία στα γήπεδα και οι ταραξίες, μέσω της σάτιρας, της διακωμώδησης, του χιούμορ του σαρκασμού, της υπερβολής και της παραδοξότητας. Ανέφεραν ακόμη πως τα σκίτσα ήταν μεμονωμένα και ασχολούνταν με θέματα επικαιρότητας και δεν αποτελούσαν μέρος κάποιας κακόβουλης εκστρατείας του σκιτσογράφου. Κατά την εξέταση του θέματος, η Επιτροπή έλαβε υπόψη τη θέση των καθ΄ ων το παράπονο ότι τα επίμαχα σκίτσα συνιστούσαν σχολιασμό της επικαιρότητας με σατιρική ή και σαρκαστική διάθεση, η οποία μπορεί να εκφρασθεί μέσω της διακωμώδησης και της υπερβολής. Επίσης έλαβε υπόψη ότι η σάτιρα έχει κατά κανόνα ευρύτερο πεδίο έκφρασης στο σχολιασμό προσώπων και καταστάσεων από άλλες μορφές έκφρασης γνώμης. Παράλληλα έλαβε υπόψη ότι τα δημοσιεύματα, είτε πρόκειται για κείμενα λόγου, είτε για σκίτσα ή φωτογραφίες, μπορούν να ερμηνευθούν κατά περισσότερους από ένα τρόπους υπό το πρίσμα της χρονικής στιγμής, σύγχρονων γεγονότων και της γενικότερης «περιρρέουσας ατμόσφαιρας» και κατά συνέπεια δεν περιορίστηκε στην εξέταση του θέματος υπό το πρίσμα της εκδοχής που έδωσε ο σκιτσογράφος, ότι δηλαδή το πρώτο σκίτσο συνιστούσε σαρκασμό για τους ταραξίες των γηπέδων και το δεύτερο ότι σατίριζε με χιουμοριστική διάθεση την αλλαγή των τοπωνυμίων στα κατεχόμενα, με αφορμή την κυκλοφορία σχετικού βιβλίου. Εξετάζοντας το πρώτο σκίτσο, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι επιδέχεται δύο διαφορετικές ερμηνείες, δηλαδή μπορεί να εκληφθεί ως σαρκασμός για τους χούλιγκαν των γηπέδων, αλλά και ως σχολιασμός γεγονότων που διαδραματίστηκαν αμέσως πριν από τη δημοσίευση του σκίτσου, στη διάρκεια διαδηλώσεων Ελληνοκυπρίων στις ελεύθερες περιοχές, με αφορμή την επέτειο της ανακήρυξης του ψευδοκράτους. Οχήματα Τουρκοκυπρίων δέχθηκαν επιθέσεις και υπέστησαν ζημιές από διαδηλωτές, που δεν ήταν ταραξίες των γηπέδων. Ο απεσταλμένος του Γ.Γ. των Ηνωμένων Εθνών Εσπεν Μπαρθ Αϊντα προέβη σε δήλωση στην οποία ανέφερε μεταξύ άλλων ότι οι επιθέσεις έγιναν από άτομα που δεν επιθυμούν τη λύση του Κυπριακού. Η Επιτροπή αποφάσισε ότι από την άποψη της διακωμώδησης των ταραξιών των γηπέδων το σκίτσο δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί επιλήψιμο. Ομως, η Επιτροπή έλαβε υπόψη ότι η εφημερίδα απευθύνεται σε όλες τις ηλικίες και τάξεις του πληθυσμού και επομένως και σε άτομα νεαρής ηλικίας και ποικίλου επιπέδου διαπαιδαγώγησης και μόρφωσης. Εξετάζοντας το πρώτο σκίτσο-γελοιογραφία από την άποψη της έκφρασης σαρκασμού για τους χούλιγκαν των γηπέδων, η Επιτροπή αποφάσισε ότι θα μπορούσε να θεωρηθεί ως πρότυπο και αποτελέσει παρότρυνση ή ενθάρρυνση σε άσκηση βίας από άτομα που λόγω διαπαιδαγώγησης, μορφωτικού επιπέδου ή προδιάθεσης θεωρούν τη βία όχι ως κάτι κακό και κοινωνικά απαράδεκτο αλλά ως μαγκιά και τρόπο ζωής για τους νέους (και όχι μόνο) και επομένως ως κάτι το φυσικό, το επιτρεπτό ή ακόμη και ως μέσο ανάδειξης τους στα μάτια της κοινωνίας και κυρίως ατόμων με παρόμοιες αντιλήψεις, που δυστυχώς διαπιστώνεται πως δεν είναι λίγα. Από την άποψη αυτή, η Επιτροπή αποφάσισε ότι το σκίτσο συνιστούσε παράβαση της γενικής πρόνοιας του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας που προβλέπει ότι οι δημοσιογράφοι και τα ΜΜΕ είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί και διακριτικοί στην παρουσίαση θεμάτων όπως η βία και το έγκλημα και προάγουν τη δημοκρατία και τις άλλες πανανθρώπινες αξίες. Όπως προαναφέρθηκε, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι το σκίτσο αυτό είναι δυνατό να ερμηνευθεί και διαφορετικά, δηλαδή να εκληφθεί ως σχολιασμός της δήλωσης του προσωπικού απεσταλμένου του Γ.Γ. των Ηνωμένων Εθνών Εσπεν Μπαρθ Αϊντα, που αποδοκίμασε τις επιθέσεις των διαδηλωτών εναντίον οχημάτων Τουρκοκυπρίων. Υπό το πρίσμα της δεύτερης αυτής ερμηνείας, η Επιτροπή αποφάσισε ότι η φράση «Να προσέχουμε ποιους δέρνουμε γιατί θα βγάλει ανακοίνωση ο Αϊντα ότι είμαστε ρατσιστές ξενοφοβικοί και δεν θέλουμε λύση» συνιστούσε εμφανή αναφορά στους Τουρκοκυπρίους, γεγονός που κρίθηκε ως δυσμενής διάκριση στη βάση της εθνοτικής καταγωγής και συνεπώς παράβαση του άρθρου 12 το οποίο προβλέπει ότι «τα Μ.Μ.Ε. αποφεύγουν οποιαδήποτε απ’ ευθείας ή άλλη αναφορά ή ενέργεια εναντίον προσώπου η οποία περιέχει στοιχεία προκατάληψης με βάση στη φυλή, το χρώμα, τη γλώσσα, τη θρησκεία, τις πολιτικές ή άλλες πεποιθήσεις, την εθνική ή κοινωνική προέλευση…». Επίσης, με βάση τη δεύτερη δυνατή ερμηνεία του σκίτσου, η Επιτροπή αποφάσισε ότι η πιο πάνω φράση υποβάλλει κατά παραπλανητικό τρόπο ότι τις επιθέσεις εναντίον των Τουρκοκυπρίων είναι δυνατό να διενήργησαν χούλιγκαν των γηπέδων και όχι άτομα που είναι γενικά γνωστό ότι πρόσκεινται σε ομάδες, οργανώσεις ή κόμματα που αντιτίθενται σε λύση του Κυπριακού, κατά παράβαση του Άρθρου 1 του Κώδικα, το οποίο προβλέπει ότι «τα ΜΜΕ μεριμνούν ώστε να μη δημοσιεύονται ανακριβείς, παραπλανητικές, φανταστικές ή διαστρεβλωτικές της αλήθειας ειδήσεις, πληροφορίες ή σχόλια». Εξετάζοντας το δεύτερο σκίτσο, η Επιτροπή, έλαβε υπόψη ότι ο κ. Τάκης Χατζηδημητρίου είναι ευρέως γνωστό άτομο, το οποίο έχει ενεργό δράση στην προαγωγή των σχέσεων των δύο κοινοτήτων της Κύπρου και της επαναπροσέγγισης και έχει προσφέρει σημαντικές υπηρεσίες για την προστασία και συντήρηση μνημείων της κοινής πολιτιστικής κληρονομιάς, συνεργαζόμενος προς τούτο στενά με Τουρκοκυπρίους, στο πλαίσιο της αρμόδιας δικοινοτικής επιτροπής. Η Επιτροπή αποφάσισε, ότι πέραν της σατιρικής αποδοκιμασίας της αντικατάστασης των Ελληνικών τοπωνυμίων στις κατεχόμενες περιοχές με Τουρκικά, με αφορμή την έκδοση βιβλίου για τα τοπωνύμια στα κατεχόμενα εδάφη της Κύπρου, η αναφορά στον κ. Χατζηδημητρίου αποτελεί αναίτια και ανεπίτρεπτη διασύνδεση του ονόματός του με την καταδικαστέα πρακτική της αλλαγής των τοπωνυμίων. Η Επιτροπή θεώρησε ότι ο διάλογος στο σκίτσο δυνατό μπορεί να ερμηνευθεί ως αποδοκιμασία για την ενασχόληση του κ. Χατζηδημητρίου στο πλαίσιο της επιτροπής για την πολιτιστική κληρονομιά ή και υπονοούμενο ότι η ενασχόλησης αυτή δυνατό να ενθάρρυνε ή να συνέβαλε στη μετονομασία των Ελληνικών τοπωνυμίων στα κατεχόμενα, ή ότι η πολιτική επαναπροσέγγισης την οποία εκφράζει ο κ. Χατζηδημητρίου δεν μπόρεσε ή έχει αποτύχει ή ότι ο κ. Χατζηδημητρίου δεν έχει ενδιαφερθεί για να αποτρέψει το φαινόμενο αυτό ή ενδεχομένως να προσπάθησε και απέτυχε. Η Επιτροπή θεωρεί ότι οποιοσδήποτε μπορεί να κρίνει και να επικρίνει τον κ. Χατζηδημητρίου είτε για τις απόψεις του ή την εργασία του ή και τα δύο. Αυτό όμως πρέπει να γίνει με τρόπο που να καθιστά σαφές για πιο πράγμα επικρίνεται ώστε να παρέχεται η δυνατότητα απάντησης στην επίκριση. Αντίθετα, το σκίτσο συνιστούσε μια αφηρημένη μομφή ή απροσδιόριστη καταγγελία εναντίον του κ. Χατζηδημητρίου, στη βάση μη διακριτών στοιχείων ή γεγονότων, σε σημείο που να προκαλεί σύγχυσή κατά πόσο πρόκειται για παράθεση γεγονότων ή για σχόλιο. Η πρακτική αυτή συνιστά παράβαση της πρόνοιας του άρθρου 1 του Κώδικα Δημοσιογραφικής δεοντολογίας,, που προβλέπει ότι «τα Μ.Μ.Ε., ενώ έχουν δικαίωμα να προβαίνουν σε αναλύσεις και να υποστηρίζουν συγκεκριμένες θέσεις, εν τούτοις θα πρέπει να καθιστούν σαφή τη διάκριση μεταξύ γεγονότος και ερμηνείας, σχολίου ή εικασίας». Η Επιτροπή αποφάσισε επίσης ότι η διασύνδεση του κ. Χατζηδημητρίου με την αλλαγή των τοπωνυμίων και η αποδοκιμασία του με ένα σκίτσο που δημιουργεί συνειρμούς για τη συνεργασία του με την τουρκική πλευρά συνιστά άδικη και ανεπίτρεπτη προσωπική επίθεση και επίσης χλευασμό, διαπόμπευση ή διασυρμό ενός ατόμου σε σχέση με τις πράξεις πολιτικής του κατοχικού καθεστώτος που εφάρμοσε από την πρώτη ημέρα της εισβολής του 1974 και που αποσκοπεί στην αλλαγή του χαρακτήρα των κατεχομένων περιοχών της Κύπρου, περιλαμβανομένων των τοπωνυμίων. Η ταύτιση με αυτό τον τρόπο του κ. Χατζηδημητρίου ή της εργασίας του με τους Τούρκους, αναφέροντας ότι το όνομά του δεν χρειάζεται καν να μεταφρασθεί στα Τούρκικα, συνιστά παραβίαση του άρθρου 12 του Κώδικα, δεδομένου που προβλέπει ότι «τα Μ.Μ.Ε. αποφεύγουν οποιαδήποτε απ’ ευθείας ή άλλη αναφορά ή ενέργεια εναντίον προσώπου η οποία περιέχει στοιχεία προκατάληψης με βάση … τις πολιτικές ή άλλες πεποιθήσεις» και επίσης καθορίζει ως ανεπίτρεπτο το χλευασμό, τη διαπόμπευση ή το διασυρμό ατόμων ή ομάδων. Όπως προαναφέρθηκε, η Επιτροπή αναγνωρίζει το δικαίωμα οποιουδήποτε δημοσιογράφου ή ΜΜΕ, στο πλαίσιο του δικαιώματος της ελευθερίας έκφρασης, να κρίνει και να επικρίνει οποιαδήποτε πολιτική ή τις πράξεις, τις πεποιθήσεις ή ενέργειες οποιουδήποτε. Όμως το δικαίωμα της ελευθερίας έκφρασης πρέπει να ασκείται απαρεγκλίτως στο πλαίσιο των προνοιών του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας. Όπως προαναφέρθηκε, η Επιτροπή αναγνωρίζει επίσης ότι η σάτιρα έχει ευρύτερο πεδίο έκφρασης που μπορεί να φθάνει και μέχρι του σημείου της υπερβολής ή και διακωμώδησης, αλλά δεν αποδέχεται ότι αυτή η ευρύτερη ελευθερία είναι δυνατό να φθάνει μέχρι του σημείου που εξόφθαλμα καθάπτεται βασικών προνοιών του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας, όπως είναι οι διατάξεις που αποσκοπούν στη διασφάλιση της ακρίβειας των πληροφοριών και της αντικειμενικότητας, στην καταπολέμηση του ρατσισμού και της μισαλλοδοξίας μέσω της προκατάληψης που εκδηλώνεται στη βάση της φυλής, του χρώματος, της γλώσσας, της θρησκείας, της εθνικής ή κοινωνικής προέλευσης και των πολιτικών ή άλλων πεποιθήσεων. Επίσης, η Επιτροπή θεωρεί ανεπίτρεπτη τη χρήση της σάτιρας ως οχήματος για προαγωγή της βίας, κατά παράβαση νομικών διατάξεων, ή ως μέσου παραπληροφόρησης και παραπλάνησης. Παράλληλα, η Επιτροπή δεν θεωρεί αποδεκτό η άσκηση κριτικής να είναι γενικής φύσεως και να μετατρέπεται σε προσωπική επίθεση ή να λαμβάνει τη μορφή διασυρμού οποιουδήποτε.
ΠΡΟΝΟΙΑ/EΣ ΚΩΔΙΚΑ:
ΜΜΕ:
ΑΡ. ΠΑΡΑΠΟΝΟΥ:
3/2016
ΗΜ. ΑΠΟΦΑΣΗΣ:
15/03/2016
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ:
ΟΧΙ,ΝΑΙ
Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας εξέτασε παράπονο (3/21/1/2016) από τον Ανδρέα Ιωάννου ότι «ο τηλεοπτικός σταθμός Σίγμα πρόβαλε διαφημιστική ταινία για τα ανδρικά καλλιστεία που διοργάνωσε ο σταθμός με σκηνές που λήφθηκαν στα Κρατητήρια Κοκκινοτριμιθιάς. Επίσης ανέφερε ότι έγιναν καταγγελίες από τηλεθεατές για το γεγονός αυτό και ότι υπήρξε εξαπάτηση του φρουρού ασφαλείας από τους ανθρώπους του σταθμού ως προς τους πραγματικούς σκοπούς της επίσκεψη τους στο συγκεκριμένο χώρο. Ο παραπονούμενος υποστήριξε ότι η όλη επιχείρηση στήθηκε με οδηγίες και καθοδήγηση του διευθύνοντα συμβούλου του σταθμού κ. Χρύσανθου Τσουρούλη. Εξ άλλου, παραπονέθηκε ότι «ο ‘Φιλελεύθερος’ πρόβαλε συστηματικά σε δημοσιεύματά του ότι 50 επώνυμοι γδύνονται για το πιο hot party της χρονιάς, αναφέροντας πως πρόκειται για ψευδή διαφήμιση «διότι οι 50 επώνυμοι δεν πρόκειται να γδυθούν στο πάρτι αλλά γδύθηκαν προηγουμένως και στο πάρτι θα υπάρχουν απλά οι φωτογραφίες τους». Πρόκειται, εν πολλοίς, για επανάληψη παραπόνου, σε ότι αφορά στον τηλεοπτικό Σταθμό ΣΙΓΜΑ, που υποβλήθηκε στις 16/11/2015, το οποίο η Επιτροπή αποφάσισε μεν να εξετάσει, αλλά δεν μπόρεσε να πράξει, διότι ο παραπονούμενος δεν παρέθεσε επαρκή στοιχεία για το χρόνο προβολής του διαφημιστικού. Ανταποκρινόμενος σε παράκληση της Επιτροπής να υποβάλει συγκεκριμένες λεπτομέρειες, όπως ημερομηνίες προβολής ή δημοσίευσης, απέστειλε στις 11/2/2016 επιστολή, στην οποία παρέχει τις πληροφορίες που του ζητήθηκαν. Παράλληλα υπέβαλε νέο παράπονο εναντίον του κ. Τσουρούλη και του Σίγμα για μετάδοση εμπιστευτικού εγγράφου που δόθηκε σε ενημέρωση των κομμάτων από τον πρόεδρο Νίκο Αναστασιάδη το οποίο η Επιτροπή εξέτασε ως ξεχωριστό παράπονο (Ιδε υπόθεση 4/16). Ως προς την αναφορά στο «Φιλελεύθερο» ο παραπονούμενος δεν υπέβαλε οποιαδήποτε στοιχεία για το υπό αναφορά δημοσίευμα και η Επιτροπή αποφάσισε ότι δεν ήταν σε θέση να εξετάσει οποιοδήποτε παράπονο λόγω έλλειψης στοιχείων. Στην επιστολή του ο παραπονούμενος αναφέρθηκε και σε προηγούμενη απόφαση της Επιτροπής για τον κ. Τσουρούλη ή άλλα παράπονα εναντίον του, ζητώντας από την Επιτροπή να κάνει «κάτι επί τέλους με αυτό τον άνθρωπο». Η Επιτροπή έκρινε πως με βάση τον Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας, δεν εμπίπτει στην αποστολή της η λήψη μέτρων εναντίον οποιουδήποτε συγκεκριμένου ατόμου, πέραν της έκδοσης αποφάσεων μέσω των οποίων επιδιώκεται η συμμόρφωση των δημοσιογράφων και των ΜΜΕ προς τις πρόνοιες του Κώδικα. Εξ άλλου, ο Κώδικας Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας δεν περιλαμβάνει πρόνοια με βάση την οποία να είναι δυνατό να ληφθεί υπόψη προηγούμενη απόφαση στην εξέταση νέων παραπόνων. Αυτό είναι σύμφωνο με τις πρόνοιες του Κώδικα ότι η Επιτροπή δεν επιβάλλει ποινές, στην επιβολή των οποίων να μπορούν να προσμετρήσουν προηγούμενα κατά το πρότυπο δικαστικών αποφάσεων. Για το λόγο αυτό η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη αποφάσεις η άλλες υποθέσεις στις οποίες έγινε αναφορά, κατά την εξέταση του παραπόνου για τη μετάδοση της διαφημιστικής ταινίας, θεωρώντας ότι είναι άσχετες με την υπό εξέταση υπόθεση. Κατά την εξέταση του θέματος, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι το όλο θέμα προέκυψε μετά τη δημοσίευση φωτογραφιών σε διάφορες ιστοσελίδες που παρουσίαζαν τους διαγωνιζόμενους στο «Mister Cyprus» και την παρουσιάστρια να ποζάρουν στους εξωτερικούς χώρους των κρατητηρίων με φόντο την περίφραξη. Όπως αναφερόταν, οι φωτογραφίες λήφθηκαν κατά το γύρισμα διαφημιστικής ταινίας για το διαγωνισμό. Η δημοσίευση των φωτογραφιών και η πληροφορία για το γύρισμα διαφημιστικού στο χώρο των Κρατητηρίων προκάλεσε αντιδράσεις και σχόλια από μέλη του κοινού που ανέφεραν ότι η πράξη βεβήλωσε ένα χώρο στον οποίο υπέφεραν χιλιάδες άνθρωποι που κρατήθηκαν για χρόνια χωρίς δίκη και 13 συνολικά κρατούμενοι πέθαναν στα Κρατητήρια. Το επίμαχο τρέιλερ μεταδόθηκε στην εκπομπή «Ζήσε το» της Βασιλικής Χατζηαδάμου στις 24/9/2015 με σκοπό, όπως αναφέρθηκε, να καταδειχθεί πως δεν περιείχε ο,τιδήποτε το επιλήψιμο. Το διαφημιστικό είχε διάρκεια 46 δευτερολέπτων και παρουσίαζε τους διαγωνιζόμενους στο «Mister Cyprus» με άρβυλα, παντελόνια παραλλαγής και μαύρα μπλουζάκια να τρέχουν και να κάνουν γυμναστικές ασκήσεις εδάφους στους εξωτερικούς χώρους των κρατητηρίων με φόντο το συρματόπλεγμα και την παρουσιάστρια της εκπομπής ντυμένη με μίνι να περπατά ανάμεσά τους και στο τέλος να πατά με το ψηλοτάκουνο παπούτσι της έναν από αυτούς στη μέση. Μετά τις αντιδράσεις του κοινού το Σίγμα εξέδωσε ανακοίνωση στις 24/9/2015 και ο κ. Τσουρούλης παρουσιάστηκε μετά την προβολή για να εξηγήσει τα σκεπτικό του γυρίσματος της διαφημιστικής ταινίας στα Κρατητήρια Κοκκινοτριμιθιάς. Η ανακοίνωση του Σίγμα ανέφερε ότι για σκοπούς διαφήμισης της εκπομπής “Mister Cyprus” λήφθηκαν σκηνές στο χώρο των κρατητηρίων Κοκκινοτριμιθιάς για τηλεοπτικό γύρισμα διαφημιστικής ταινίας για την εκπομπή MR CYPRUS λόγω του στρατιωτικού περιβάλλοντος. Ανέφερε ότι σχετική άδεια παραχωρήθηκε από τον αρμόδιο διαχειριστή και κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων υπήρχε επίβλεψη της αστυνομίας. Περαιτέρω, ανέφερε ότι οι σκηνές που λήφθηκαν «ουδεμίαν συσχέτιση είχαν με τον ιστορικό χώρο ή την ηρωική ιστορία του έπους του 1955-1959, για τα οποία ο σταθμός μας έχει επιδείξει τον δέοντα σεβασμό, κάτι που έχει αποδείξει εμπράκτως, εξάλλου και στο παρελθόν». Επίσης υποστήριξε ότι ο χώρος έχει χρησιμοποιηθεί και χρησιμοποιείται ακόμη για σκοπούς γυρισμάτων ή φωτογραφίσεων και μάλιστα μέσα στους θαλάμους, ενώ οι σκηνές για το διαφημιστικό λήφθηκαν σε μέρος της αυλής μόνο, με «τον απόλυτο σεβασμό από την παραγωγή». Περαιτέρω ανέφερε ότι «φωτογραφίες που δημοσιεύθηκαν σε προσωπικούς λογαριασμούς στο διαδίκτυο και που θεωρήθηκε ότι προσέβαλαν τον ιστορικό χώρο αποτελούσαν υλικό back-stage, κατέβηκαν άμεσα και δεν υπήρχε καμία αναπαραγωγή τους από τα Μέσα του Συγκροτήματος ΔΙΑΣ». Εξ άλλου, ανέφερε ότι παρόλο που δεν υπάρχει κάτι το επιλήψιμο στο τελικό προϊόν, που είχε πρόθεση να διαφημίσει, αποφάσισε -για να αποδείξει του λόγου το αληθές- να το προβάλει κατά τη διάρκεια της εκπομπής ΖΗΣΕ ΤΟ! στις 16:00, το επίμαχο trailer για μία και μόνο φορά. Τέλος ανέφερε ότι δεν υπήρξε πρόθεση προσβολής της ιστορικής μνήμης του έπους του αγώνα και του χώρου των κρατητηρίων και ότι στο διαφημιστικό δεν έγινε καμία αναφορά στην ιστορία ή τις υψηλές πράξεις των ευγενών ηρώων του τόπου αυτού, τις οποίες «ο σταθμός μας και ο καθένας μας προσωπικά, θα τις τιμά στο πνεύμα, στο λόγο και σε προγράμματά μας". Το ΣΙΓΜΑ ανταποκρίθηκε σε παράκληση της Επιτροπής να παραθέσει τις απόψεις του με επιστολή του Αναπληρωτή Διευθυντή Ειδήσεων Νικήτα Κυριάκου, στην οποία επανέλαβε το περιεχόμενο της προαναφερθείσας ανακοίνωσης. Στη διάρκεια της εκπομπής ο κ. Τσουρούλης μίλησε εκτεταμένα για το θέμα αναπτύσσοντας τις θέσεις που εκφράστηκαν στη γραπτή ανακοίνωση. Η Επιτροπή εξέτασε το θέμα υπό το πρίσμα της καταγγελίας ότι «υπήρξε εξαπάτηση του φρουρού ασφαλείας από τους ανθρώπους του σταθμού ως προς τους πραγματικούς σκοπούς της επίσκεψης τους στο χώρο των Κρατητηρίων", προκειμένου να διαπιστωθεί κατά πόσο υπήρξε παράνομη πρόσβαση στα Κρατητήρια ή δόλος. Όταν το θέμα ηγέρθη για πρώτη φορά το Νοέμβριο του 2015, ο Γιάννης Σπανός, αρμόδιος στην οργάνωση Ιστορικής Μνήμης ανέφερε στη Γραμματεία ότι πράγματι έγινε επίσκεψη από συνεργείο στο χώρο των κρατητηρίων για την οποία ο Χρύσανθος Τσουρούλης απολογήθηκε και το θέμα θεωρήθηκε λήξαν και δεν υπήρχε κανένα παράπονο. Υπό το φως της βεβαίωσης αυτής η Επιτροπή αποφάσισε ότι δεν υπήρξε παράβαση παραβίαση της πρόνοιας του άρθρου 6 που απαγορεύει τη λήψη πληροφοριών, εικόνων ή φωτογραφιών με ψευδείς παραστάσεις ή άλλο δόλιο τρόπο, δεδομένου ότι υπήρξε δήλωση πως είχε ληφθεί άδεια εισόδου στο χώρο. Η Επιτροπή θεωρεί χρήσιμο να επισημάνει ότι η επίκληση του γεγονότος ότι ο χώρος χρησιμοποιείται για φωτογραφίσεις γάμων ή για άλλα γυρίσματα δεν αποτελεί δικαιολογητικό για οποιοδήποτε για χρήση που δεν συνάδει με την ιστορική σημασία του χώρου και τα συναισθήματα που δημιουργεί ως χώρος κράτησης, ταλαιπωρίας, βασανισμού και θανάτου κρατουμένων του απελευθερωτικού αγώνα του Κυπριακού λαού. Η Επιτροπή δεν έχει αρμοδιότητα να προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια πέραν του να υποδείξει στα ΜΜΕ και στους δημοσιογράφους να επιδεικνύουν ανάλογη συμπεριφορά στο χώρο αυτό και να τονίσει ότι επαφίεται στους αρμόδιους για διαφύλαξη του χώρου να διασφαλίσουν ότι θα τυγχάνει του δέοντος σεβασμού. Παράλληλα η Επιτροπή θεώρησε ως επιβεβλημένο να υποδείξει ότι το διαφημιστικό δεν θα έπρεπε να είχε προβληθεί για λόγους συνέπειας προς το σεβασμό που εκφράστηκε από μέρους των αρμοδίων και του τηλεοπτικού σταθμού ΣΙΓΜΑ για την ιερότητα ή εθνική σημασία του χώρου. Εφ’ όσον το ΣΙΓΜΑ βεβαίωσε ότι το διαφημιστικό δεν περιείχε επιλήψιμες σκηνές και ότι δεν επρόκειτο να χρησιμοποιηθεί για τους σκοπούς για τους οποίους είχε ληφθεί, λαμβάνοντας υπόψη τις ευαισθησίες που είχαν εκφρασθεί και παρ’ όλο που η λήψη των σκηνών έγινε με απόλυτο σεβασμό προς το χώρο, ο σταθμός θα έπρεπε να είχε αρκεσθεί στις διαβεβαιώσεις του. Εξ άλλου, η προβολή του έδωσε την ευκαιρία σε διάφορες ιστοσελίδες να πάρουν το διαφημιστικό και να το αναρτήσουν για θέαση από τους επισκέπτες τους, παρ' όλο που το ΣΙΓΜΑ το αφαίρεσε από την ιστοσελίδα του. Η Επιτροπή επισημαίνει ότι ο Κώδικας δεν περιλαμβάνει πρόνοιες που να ρυθμίζουν ειδικά τη συμπεριφορά των δημοσιογράφων και των ΜΜΕ σε χώρους ιστορικής μνήμης ή εθνικής και θρησκευτικής σημασίας, πέραν της γενικής διάταξης περί επίδειξης ήθους, διαγωγής, συμπεριφοράς και επαγγελματικού επιπέδου της υψηλότερης δυνατής στάθμης. Ως εκ τούτου η Επιτροπή δεν μπορεί να προβεί σε οποιαδήποτε άλλη ενέργεια που να είναι σύμφωνη με τις αρμοδιότητες που έχει με βάση τον Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας, πέραν του να προτρέψει τους δημοσιογράφους να επιδεικνύουν υψηλό ήθος και να ενεργούν με το δέοντα σεβασμό προς το χώρο στον οποίο εκάστοτε βρίσκονται, χωρίς να προκαλούν τα αισθήματα ή τις αντιλήψεις των μελών του κοινού. Ιδιαίτερα, όσον αφορά χώρους όπως αυτός των Κρατητηρίων Κοκκινοτριμιθιάς, πρέπει να έχουν υπόψη ότι όλοι οφείλουν να λαμβάνουν υπόψη τα που κάθε άνθρωπος ξεχωριστά μπορεί να έχει για κάθε ένα συγκεκριμένο χώρο.
ΠΡΟΝΟΙΑ/EΣ ΚΩΔΙΚΑ:
ΜΜΕ:
ΑΡ. ΠΑΡΑΠΟΝΟΥ:
14/2015
ΗΜ. ΑΠΟΦΑΣΗΣ:
15/03/2016
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ:
Αντί απόφασης αποφασίστηκε να αναληφθεί προσπάθεια επιμόρφωσης
Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας ασχολήθηκε αυτεπάγγελτα με υπόθεση (14/22/9/2015) δημοσίευσης φωτογραφιών καταδίκων από την ιστοσελίδα Cyprus Times, οι οποίες λήφθηκαν στη διάρκεια θεατρικής παράστασης από φυλακισμένους. Οι φωτογραφίες, που ήταν αρκετές, αποτελούσαν μέρος είδησης για την παράσταση που δόθηκε μπροστά σε κοινό από φυλακισμένους, καθώς και συγγενείς και φίλους των, το Σεπτέμβριο του 2015. Το φωτορεπορτάζ επικεντρώθηκε σε φυλακισμένους, των οποίων η σύλληψη και δίκη είχε απασχολήσει την κοινή γνώμη. Η Επιτροπή έκρινε ότι το κείμενο της είδησης δεν περιείχε ό,τιδήποτε το μεμπτό, όμως θεώρησε ότι οι φωτογραφίες συνιστούσαν παραβίαση του δικαιώματος στην ιδιωτική ζωή. Ωστόσο η Επιτροπή αποφάσισε να μην εκδώσει επίσημη απόφαση, θεωρώντας ότι θα ήταν πιο πρόσφορο, με αφορμή την περίπτωση αυτή, αλλά και άλλες κατά τις οποίες πολλές ιστοσελίδες παραβιάζουν πρόνοιες του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας, να αναλάβει εκστρατεία ενημέρωσης και επιμόρφωσης των δημοσιογράφων που εργάζονται σε ιστοσελίδες, Η απόφαση αυτή λήφθηκε μετά τη διαπίστωση ότι οι παραβιάσεις του Κώδικα Δεοντολογίας διαπράττονται πιο συχνά από τις ιστοσελίδες, προφανώς επειδή απασχολούν νέους δημοσιογράφους που δεν είχα την ευκαιρία να γνωρίσουν και να εξοικειωθούν με τις πρόνοιες του Κώδικα. Κατά συνέπεια διευθέτησε συναντήσεις με υπεύθυνους και δημοσιογράφους ιστοσελίδων μέσω του νεοσύστατου συνδέσμου τους για την ενημέρωσή τους σχετικά με τις πρόνοιες του Κώδικα.
ΠΡΟΝΟΙΑ/EΣ ΚΩΔΙΚΑ:
ΜΜΕ:
ΑΡ. ΠΑΡΑΠΟΝΟΥ:
2/2016
ΗΜ. ΑΠΟΦΑΣΗΣ:
16/02/2016
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ:
ΝΑΙ
Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας εξέτασε αυτεπάγγελτα υπόθεση (2/14//01/2016) που αφορά στην εκπομπή «Ενημέρωση Τώρα» του τηλεοπτικού σταθμού ΜΕΓΑ στις 07/01/2016 κατά την οποία ο παρουσιαστής Παύλος Μυλωνάς χρησιμοποίησε τη λέξη «κοπρίτες» για να χαρακτηρίσει όσους επισκέπτονται το κατεχόμενο τμήμα της Κύπρου και προβαίνουν σε αγορές διαφόρων ειδών. Ο κ. Μυλωνάς, σχολιάζοντας σκηνές που προβλήθηκαν αμέσως προηγουμένως που παρουσίαζαν ένα Κύπριο βρακά ο οποίος απεβίωσε σε ηλικία 103 ετών, είπε επί λέξει: «Στις δεκαετίες του 30, 40,50, λόγω της κατοχής των Εγγλέζων, γιατί είχαμε και κατοχή των Εγγλέζων και συνεργάτες τους ήταν δυστυχώς οι επικουρικοί Τούρκοι, ξεκίνησε ένα μποϋκοτάζ και αγόραζαν δεν θυμάμαι το όνομα του ένα συγκεκριμένο ύφασμα για να ράβουν τις βράκες τους, Κυπριακό ή Ελληνικό, για να μην αγοράζουν ρούχα των Εγγλέζων. Ακριβώς ό,τι κάνουμε εμείς, ο κάθε κοπρίτης πηγαίνει στα κατεχόμενα για να αγοράσει φθηνά τσιγάρα, να αγοράσει φθηνά λάστιχα αυτοκινήτου, να βάλει καύσιμα φθηνά. Αυτοί οι κοπρίτες ας σκεφτούν λίγο του παππούδες τους, που πεινούσαν, που δεν είχαν ούτε internet, ούτε καναπέ, ούτε τζάκια, ούτε θέρμανση, στο κρύο ήταν στις δύσκολες δουλειές της γεωργίας, είχαν πάνω τους ψυχή την οποία πούλησαν οι κοπρίτες, στο όνομα του χρήματος, των πέντε, δέκα, είκοσι ή εκατόν ευρώ για να πάνε εκεί που βίαζαν και κατέκτησαν οι κατακτητές την πατρίδα μας και σκότωσαν τα αδέλφια, τους θείους, τους παππούδες τους, τους γνωστούς τους. Αυτοί οι κοπρίτες κυριαρχούν δυστυχώς γιατί είναι πάρα πολλοί που πηγαίνουν για 5 και 10 ευρώ στα κατεχόμενα, για να μην προσθέσω και εκείνους τους αλήτες οι οποίοι πηγαίνουν για τα καζίνο και τα μπουρδέλα ». Την επομένη, 8/01/2016 ο δημοσιογράφος ανέφερε στην εκπομπή του ότι ο θόρυβος που δημιουργήθηκε από όσα είπε την προηγούμενη οφειλόταν σε «παρεξήγηση ή σε σκόπιμη παραπληροφόρηση γιατί υπάρχει τόσος φανατισμός που οι πιο πολλοί κάνουν πως δεν καταλαβαίνουν». Υποστήριξε ότι αποκάλεσε «κοπρίτες αυτούς που δραστηριοποιούνται στα κατεχόμενα επιχειρηματικά πριν από τη λύση του Κυπριακού και αυτούς που πηγαίνουν και αγοράζουν αδικαιολόγητα πράγματα από τα κατεχόμενα.» Περαιτέρω ανέφερε ότι δεν αποκάλεσε κοπρίτες αυτούς που πηγαίνουν για προσκύνημα στα κατεχόμενα, ή τους Αμμοχωστιανούς που πήγαν προσκύνημα (στην τελετή βάπτισης του Σταυρού στη Γλώσσα) για να διατρανώσουν τη θέλησή τους να επιστρέψουν στη γη, τους ή τους πρόσφυγες που παν στα κατεχόμενα, ή τους ανθρώπους που έχουν κοινωνική συναναστροφή με αρκετούς Τουρκοκύπριους. Περαιτέρω είπε ότι ήταν ξεκάθαρη η τοποθέτησή του «που μπορεί να αφήνει μια σκιά γι’ αυτούς που αγοράζουν λάστιχα, βάζουν βενζίνη»...«γιατί σ’ αυτούς είναι πάρα πολλοί φτωχοί που αγοράζουν φάρμακα που δεν μπορούν να αγοράσουν στις ελεύθερες περιοχές ή είναι άνεργοι που έχουν ανάγκη. Αντιλαμβάνεστε ότι ούτε και αυτοί δεν θα μπορούσαν να μπουν στην ίδια κατηγορία». Επίσης είπε ότι «ακόμα και αυτοί οι επιχειρηματίες που αγοράζουν γη από Ελληνοκύπριους ή συνεργάζονται με Τουρκοκυπρίους επιχειρηματικά ή παν στα καζίνο ή σε άλλες κακόφημες περιοχές, αυτοί δεν μπορούν να μπουν στους κοπρίτες, κάτι άλλο είναι αυτοί.» Ο Διευθυντής Ειδήσεων του ΜΕΓΑ Μιχάλης Παυλίδης, ανταποκρινόμενος σε παράκληση της Επιτροπής να παραθέσει τις απόψεις του τηλεοπτικού σταθμού ανέφερε ότι ο δημοσιογράφος Παύλος Μυλωνάς προέβη σε αδόκιμους χαρακτηρισμούς οι οποίοι όπως προκύπτει και εκ των υστέρων θα μπορούσαν να παρερμηνευθούν και να τύχουν εκμετάλλευσης. Ανέφερε επίσης ότι συζήτησε το θέμα μαζί του και κατέληξαν στην ανάγκη να προβεί σε διευκρινήσεις αποφεύγοντας τους χαρακτηρισμούς, με στόχο να ξεκαθαρίσει αυτό που πιστεύει, και ως δημοσιογράφος έχει κάθε δικαίωμα να εκφράζει, με τέτοιο τρόπο που δεν θα αφήνει κανένα περιθώριο παρερμηνείας. Επίσης βεβαίωσε ότι «ως Διεύθυνση Ειδήσεων του ΜΕΓΑ… αναγνωρίζουμε το δικαίωμα των δημοσιογράφων να εκφράζουν τις απόψεις τους μακριά από χαρακτηρισμούς, φτάνει να τις τεκμηριώνουν μέσα στα πλαίσια της δημοσιογραφικής δεοντολογίας» και πρόσθεσε πως στο ΜΕΓΑ δεν χρησιμοποιείται η προληπτική λογοκρισία. Ο κ. Μυλωνάς, παραθέτοντας τις απόψεις του υποστήριξε πως οι αναφορά του σε κοπρίτες που μεταβαίνουν στα κατεχόμενα για αγορές, προκάλεσε σωρεία αντιδράσεων, γιατί διαστρεβλώθηκε συνειδητά “ως πρωτοφανής εξύβριση απλού κόσμου που μεταβαίνει στα κατεχόμενα για να προσκυνήσει ή να δει τα σπίτια του ή λόγω κάποιας άλλης ανθρώπινης ανάγκης». Πρόσθεσε πως αυτό δεν ευσταθεί. Πρόσθεσε πως αφορμή για το σχόλιο ήταν το ρεπορτάζ για ένα ηλικιωμένο βρακά, έναν από τους τελευταίους στην Κύπρο, που απεβίωσε σε ηλικία 103 ετών. Ο κ. Μυλωνάς ανέφερε ότι θεωρούσε πρωτοφανή αν και κατανοητή την επίθεση που δέχτηκε «λόγω του φανατισμού που καλλιεργείται στην κοινωνία, ειδικά τώρα που οι συνομιλίες βρίσκονται για άλλη μια φορά σε κομβικό σημείο», και πως η αναφορά του έτυχε πολιτικής εκμετάλλευσης. Περαιτέρω ανέφερε πως χρησιμοποίησε την λέξη κοπρίτης, με την έννοια του αργόσχολου ή φυγόπονου, για όσους μεταβαίνουν για αγορές στην ημικατεχόμενη από τα τουρκικά στρατεύματα πατρίδα μας. Ανέφερε επίσης ότι το Κυπριακό δεν λύθηκε δυστυχώς ακόμη, ενώ με βάση τον κανονισμό για το εμπόριο, πολλά εμπορεύματα που αγοράζονται στην κατεχόμενη Κύπρο είναι παράνομη πράξη. Επίσης ανέφερε πως «η αυξανόμενη αυτή δραστηριότητα όπως φαίνεται πολλών Κυπρίων, δημιουργεί τεράστια οικονομικά προβλήματα σε δεκάδες, αν όχι εκατοντάδες μικρομεσαίες επιχειρήσεις». Επίσης ανέφερε: «Χρησιμοποιώντας λοιπόν ένα αδόκιμο ίσως όρο, αναφέρθηκα σε αυτούς τους πολίτες, που σήμερα ενισχύουν ένα παράνομο καθεστώς για αναψυχή ή για πιο φθηνές αγορές, την ώρα που δίνεται μάχη μη αναγνώρισης ή ενίσχυσης του (ψευδοκράτους) οικονομικά (τουρισμό) διεθνώς. Και θεωρώ ότι στα πλαίσια της ελευθεροτυπίας μπορούμε οι δημοσιογράφοι και οφείλουμε να αναδεικνύουμε πράξεις που στρέφονται κατά του δημοσίου συμφέροντος… Η ελευθεροτυπία είναι ουσιώδες κεκτημένο και από τα βασικά χαρακτηριστικά της Δημοκρατίας… Δεν αναφέρθηκα και υπονοούσα τους ανθρώπους που μεταβαίνουν στα κατεχόμενα ή τους Αμμοχωστιανούς που επιστρέφουν διατρανώνοντας τον πόθο τους για επιστροφή ή για αυτούς που επιχειρούν την επαναπροσέγγιση. Μην ξεχνάτε πως ακόμα υπάρχει τουρκικός στρατός, υπάρχουν οι νόμοι που παραβιάζονται, ενώ η αναφορά ότι παραβίασα τα ανθρώπινα δικαιώματα κάποιων με τον χαρακτηρισμό αυτό δεν ευσταθεί. Τα μόνα ανθρώπινα δικαιώματα που παραβιάζονται είναι των χιλιάδων προσφύγων, των αγνοουμένων και των συγγενών τους και όσων άλλων έχουμε υποστεί τη βία του τουρκικού στρατού». Προτού εισέλθει στην εξέταση των όσων αναφέρθηκαν στην εκπομπή και στη συνέχεια των θέσεων του ΜΕΓΑ και του κ. Μυλωνά, η Επιτροπή θεώρησε χρήσιμο να αναφέρει, χάριν της ιστορικής ακρίβειας ότι το μποϋκοτάζ κατά τον απελευθερωτικό αγώνα 1955-1959 διατάχθηκε από την ΕΟΚΑ και αφορούσε σε όλα τα Αγγλικά προϊόντα και τη χρήση της Αγγλικής στις επιγραφές των καταστημάτων. Το ύφασμα στο οποίο έγινε αναφορά ήταν η Κυπριακής ύφανσης αλατζιά που χρησιμοποιείτο κυρίως για τα μαθητικά παντελόνια και τις ποδιές στα γυμνάσια και όχι για τις βράκες, για τις οποίες χρησιμοποιούσαν το δίμιτο ύφασμα και οι οποίες, ούτως ή άλλως, στη δεκαετία του 1950 δεν ήταν και τόσο διαδεδομένες. Επίσης διερεύνησε την προέλευση και τη σημασία της λέξης «κοπρίτης». Η λέξη έχει τις ρίζες της στην αρχαιότητα, οπότε οι πτωχοί που δεν είχαν τη δυνατότητα να αναθρέψουν τα παιδιά τους τα άφηναν σε σωρούς κοπριάς, που έχει την ιδιότητα να αυτοθερμαίνεται, προκειμένου να μην πεθάνουν από το κρύο, με την προσδοκία ότι κάποιος θα βρισκόταν να τα πάρει και να τα υιοθετήσει. Από την πρακτική της υιοθεσίας με αυτό τον τρόπο προήλθε η πρώτη έννοια της λέξης «κοπρίτης» που σήμαινε το θετό γιο, τον παρακατιανό, που περιμαζεύτηκε από την κοπριά. Στη σύγχρονη καθομιλούμενη η έννοια του «κοπρίτη» (συνώνυμο «κοπρόσκυλο») προήλθε από τα σκυλιά που δεν κάνουν τίποτε άλλο παρά να κάθονται και να κοπρίζουν. Τα Ελληνικά λεξικά αναφέρουν ότι η λέξη σημαίνει τον αδέσποτο σκύλο και μεταφορικά τον τεμπέλη, τον αργόσχολο, τον αχαΐρευτο, το χαραμοφάη, τον ανεπρόκοπο. Επομένως, η λέξη αυτή, όταν απευθύνεται προς οποιοδήποτε, αποτελεί ύβρη. Η Επιτροπή θεωρεί αναγκαίο να τονίσει ευθύς εξ αρχής ότι ο κ. Μυλωνάς, στο πλαίσιο της ελευθερίας έκφρασης, είχε κάθε δικαίωμα να κρίνει, να επικρίνει και να κακίσει μια πρακτική που κατά την άποψή του είναι κακή για εθνικούς, πολιτικούς και οικονομικούς λόγους. Το δικαίωμα αυτό αποτελεί την πεμπτουσία της δημοσιογραφικής αποστολής, που είναι να παρέχει ακριβή και έγκυρη πληροφόρηση χωρίς παραπλανητικές αναφορές και με βάση έγκυρα στοιχεία και δεδομένα να προβαίνει σε σχόλια, χωρίς περιορισμό ως προς τις απόψεις που εκφράζει. Ωστόσο, αυτό το αναφαίρετο δικαίωμα πρέπει να ασκείται πάντα στο πλαίσιο των κανόνων της Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας, που τέθηκαν από τους ίδιους τους δημοσιογράφους και τα ΜΜΕ μέσω των φορέων τους. Η Επιτροπή θεωρεί επίσης χρήσιμο να επισημάνει ότι είναι διαμετρικά αντίθετη με την επιβολή λογοκρισίας, προληπτική ή κατασταλτική, με την επισήμανση πως η λογοκρισία είναι εντελώς διαφορετική από τον επιμελή σχεδιασμό ως προς τη δομή, το ύφος και τη γλώσσα που πρέπει να χρησιμοποιείται σε μια ζωντανή τηλεοπτική εκπομπή. Μακράν του να συνιστά λογοκρισία, ο έλεγχος για τον χειρισμό μιας εκπομπής αποτελεί αυτονόητη υποχρέωση αυτών που έχουν την αρμοδιότητα και την τελική ευθύνη για μια εκπομπή. Τούτων λεχθέντων, η Επιτροπή αποφάσισε ότι ο όρος «κοπρίτης», με την έννοια που αναφέρθηκε πιο πάνω και όπως χρησιμοποιείται στην καθομιλούμενη αποτελεί ύβρη προς όσους απευθύνεται και ότι η χρήση της από ένα δημοσιογράφο, και μάλιστα στη διάρκεια μιας ζωντανής τηλεοπτικής εκπομπής, για να χαρακτηρίσει μια ομάδα ανθρώπων, όποιοι και να είναι αυτοί, είναι αντιδεοντολογική. Ο Κώδικας Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας ορίζει ότι «το ήθος, η αξιοπρέπεια και εντιμότητα, η διαγωγή, η συμπεριφορά και το επαγγελματικό επίπεδο των λειτουργών θα πρέπει να είναι της υψηλότερης δυνατής στάθμης. Οι λειτουργοί των ΜΜΕ αποφεύγουν δημοσιεύματα ή μεταδόσεις ή τη χρήση γλώσσας, που με βάση τις επικρατούσες αντιλήψεις, έχουν χυδαίο ή αισχρό περιεχόμενο». Επίσης, το άρθρο 12 του Κώδικα περί δυσμενών διακρίσεων, προβλέπει ότι «τα Μ.Μ.Ε. αποφεύγουν οποιαδήποτε απ’ ευθείας ή άλλη αναφορά ή ενέργεια εναντίον προσώπου η οποία περιέχει στοιχεία προκατάληψης με βάση στη φυλή, το χρώμα, τη γλώσσα, τη θρησκεία, τις πολιτικές ή άλλες πεποιθήσεις, την εθνική ή κοινωνική προέλευση, την περιουσία, την καταγωγή, την ηλικία, το φύλο και το προσωπικό καθεστώς, περιλαμβανομένης της φυσικής ή διανοητικής ασθένειας ή αναπηρίας. Ο χλευασμός, η διαπόμπευση και ο διασυρμός ατόμων ή ομάδων είναι ανεπίτρεπτος». Υπό το φως των ανωτέρω, η Επιτροπή αποφάσισε ότι η χρήση του όρου «κοπρίτης», σύμφωνα και με την παραδοχή και του Διευθυντή Ειδήσεων του Μέγα και του ίδιου του δημοσιογράφου συνιστούσε αδόκιμο χαρακτηρισμό. Κατά συνέπεια, έκρινε πως συνιστούσε παραβίαση της γενικής πρόνοιας ως προς το ήθος και τη συμπεριφορά που πρέπει να επιδεικνύουν οι δημοσιογράφοι και αποτελούσε χλευασμό, διαπόμπευση ή διασυρμό μια ομάδας του πληθυσμού, ανεξάρτητα από το πώς καθορίζεται αυτή η ομάδα, κατά παράβαση των προαναφερθεισών προνοιών του Κώδικα.
ΠΡΟΝΟΙΑ/EΣ ΚΩΔΙΚΑ:
ΜΜΕ:
ΑΡ. ΠΑΡΑΠΟΝΟΥ:
1/2016
ΗΜ. ΑΠΟΦΑΣΗΣ:
16/01/2016
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ:
ΝΑΙ
Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας εξέτασε παράπονο (1/4/1/2016) από τον πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου του τηλεοπτικού σταθμού ΑΝΤΕΝΝΑ κ. Λουκή Παπαφιλίππου εναντίον του δημοσιογράφου-παρουσιαστή του τηλεοπτικού σταθμού ΜΕΓΑ Παύλου Μυλωνά και του ΜΕΓΑ για διατύπωση ανάρμοστων, ατεκμηρίωτων και αβάσιμων ισχυρισμών σχετικά με τα στοιχεία δημοσκόπησης που παρουσίασε ο ΑΝΤ1. Ο κ. Παπαφιλίππου παραπονέθηκε, ειδικότερα, ότι ο κ. Μυλωνάς, στην εκπομπή της στις 21/12/2015 προέβη σε ελλιπή, μεροληπτική και μονομερή ενημέρωση στη διάρκεια της εκπομπής του ΜΕΓΑ «Ενημέρωση Τώρα» και «προσπάθησε να πείσει τους τηλεθεατές του, ότι η δημοσκόπηση, έγινε έχοντας ως στόχο την χειραγώγηση της κοινής γνώμης και ότι έγινε κατά παραγγελία, επί πληρωμή». Ο κ. Παπαφιλίππου ανέφερε στο παράπονό του ότι ο κ. Μυλωνάς απέφυγε να αναφέρει ουσιώδη στοιχεία της δημοσκόπησης, όπως από πια εταιρεία διεξήχθη και την ταυτότητα της έρευνας, αφήνοντας να αιωρείται η αμφιβολία για τα αποτελέσματα της. Περαιτέρω ανέφερε πως «αν ο κύριος Μυλωνάς επιθυμούσε να αναφερθεί στα αποτελέσματα της έρευνας που ο ANTENNA παρουσίασε το προηγούμενο βράδυ, έχοντας μάλιστα την πρόθεση να την υποτιμήσει, υποβαθμίσει και χαρακτηρίσει ως τσόντα και γελοιότητα, δεοντολογικά θα έπρεπε να αποταθεί στην εταιρεία που έκανε την έρευνα και να πάρει τις απόψεις, θέσεις και απαντήσεις στα δικά του ερωτηματικά και αμφιβολίες δίνοντας την ευκαιρία στους τηλεθεατές του να σχηματίσουν την δική τους άποψη. Αντί αυτού προτίμησε τον μονόλογο και τους από άμβωνος αφορισμούς, προσπαθώντας αυτός να χειραγωγήσει την άποψη όσων τον παρακολουθούσαν». Τα επίμαχα σχόλια για τα οποία υποβλήθηκε το παράπονο αναφέρονταν σε δημοσκόπηση που είχε παρουσιάσει ο ΑΝΤ1 στις 21/12/2015 και ειδικότερα στα ποσοστά ικανοποίησης και δυσαρέσκειας για τον τρόπο άσκησης των καθηκόντων της Κυβέρνησης. Σύμφωνα με την έρευνα, ο Πρόεδρος Νίκος Αναστασιάδης είχε ποσοστό 51,2% όσον αφορά στο χειρισμό του Κυπριακού, (πολύ ικανοποιημένος 20,4%-αρκετά 31,8%). Οσον αφορά στη δημοτικότητα του Προέδρου και των πολιτικών αρχηγών η έρευνα έδινε τα ακόλουθα αποτελέσματα: Αναστασιάδης 29,5% αρνητική, 65,7% θετική, Νεοφύτου 37,5% αρνητική, 49,7% θετική, Κυπριανού 59,2% αρνητική, 32,8% θετική, Λιλλήκας 58,5% αρνητική, 32,3% θετική, Σιζόπουλος 57,7% αρνητική, 31,4% θετική, Παπαδόπουλος 59,6% αρνητική, 30,5% θετική, Συλλούρης 56,8% αρνητική, 29,7% θετική, Περδίκης 58,1% αρνητική, 29,1% θετική. Στην εκπομπή του την επομένη, 22/12/2015, ο κ. Μυλωνάς ανέφερε ότι «ψες είχε τσόντα, σε εισαγωγικά, αργά το βράδυ», και διευκρίνισε ότι παρακολούθησε βαρόμετρο κοινής γνώμης, χωρίς να αναφέρει από ποιο τηλεοπτικό σταθμό. Μεταξύ του και της συμπαρουσιάστριάς του Πέρσας Σάσιου διεξήχθη η ακόλουθη στιχομυθία: «- Ακούστε…αποδοχή του προέδρου Αναστασιάδη 65 και κάτι τοις εκατόν, 50% η «δημοφιλία» του Αβέρωφ Νεοφύτου και δεν ήταν ανέκδοτο, το έκαμαν εταιρείες. Λοιπόν, οι δημοσκοπήσεις στην Ελλάδα και οι δημοσκόποι το ξέρεις ότι γελοιοποιήθηκαν και στην Κύπρο γελοιοποιήθηκαν πολλές φορές, θα ξανα-γελοιοποιηθούν, έχω την εντύπωση, διότι δεν γίνεται να χειραγωγείς την κοινή γνώμη μ’ αυτό τον τρόπο, την προκαλείς. Λοιπόν, πάμε να δούμε… -Παύλο, με συγχωρείς, εδώ απλώς ένα σχόλιο αν μου επιτρέπεις και δεν μιλάμε απλώς για τα πρόσωπα, αν θα ‘πρεπε να υπάρχει αντιπάθεια στον πρόεδρο Αναστασιάδη ή στο πρόσωπο του προέδρου…αλλά όταν έχει μια χώρα σε κρίση και δεν υπάρχει ακόμη κάτι αισιόδοξο δεν μπορεί να είναι ευχαριστημένος ο κόσμος. -Εξήντα τοις εκατόν, δηλαδή 35 ο Συναγερμός και κανένα δεκαπεντάρι του ΑΚΕΛ και 5-6 των υπολοίπων, είναι φοβερό, δεν είναι φοβερό;. Ο δεύτερος ήταν ο Αντρος Κυπριανού, με 32…. Είναι να τραβάς τα μαλλιά σου. Αλλά όταν είδα την κατάσταση… -Οι δημοσκοπήσεις και οι δημοσκόποι το παραδέχονται ότι ο κόσμος δεν συνεργάζεται… δεν θεωρούνται αντικειμενικές από κανένα πλέον, νομίζω ότι έχουνε χάσει. -Τις χρησιμοποιούν για να χειραγωγείται η κοινή γνώμη είναι πλέον αποδεδειγμένο και από τις δημοσκοπήσεις στην Ελλάδα και από τις δικές μας…Οι γελοιότητες που γίνονταν. από όλα τα κανάλια δηλαδή, τις παραγγέλνεις, τις πληρώνεις και τις μεταδίδεις. Ο κ. Μυλωνάς επανήλθε στο θέμα αυτό στην ίδια εκπομπή στις 28/12/2015 λέγοντας ότι ήθελε να διευκρινίσει τον όρο «τσόντα» που είχε χρησιμοποιήσει σε εισαγωγικά, διαβάζοντας από το λήμμα «τσόντα» στο λεξικό Μπαμπινιώτη. Ανέφερε ότι η πρώτη σημασία του είναι «πρόσθετο κομμάτι υφάσματος που τοποθετείται σε ρούχο για να μακρύνει ή να φαρδύνει». Πρόσθεσε ότι το ίδιο μπορεί να γίνει με τις δημοσκοπήσεις. Είπε επίσης ότι υπάρχει και δεύτερη ερμηνεία του όρου αναφέροντας ότι «πολλοί έχουν ταυτίσει τη τσόντα με το πορνό, αλλά δεν είναι έτσι. Η δεύτερη ερμηνεία, όπως ανέφερε, «είναι εμβόλιμη σκηνή πορνό κατά την προβολή ταινίας κάποιου περιεχομένου, που κάποιοι μπορούν να τη θεωρούν και τέχνη, αλλά είναι εμβόλιμη σκηνή, δεν είναι σκηνή της χυδαιότητας για τους συντηρητικούς. Είναι μια εμβόλιμη σκηνή στην όλη ταινία». Στην πραγματικότητα, η ερμηνεία που δίδει το λεξικό Μπαμπινιώτη είναι διαφορετική, με την έννοια ότι η τσόντα με την παράγωγη έννοια της είναι πάντα ταινία πορνό. Αναφέρει: «Τσόντα= 1. πρόσθετο κομμάτι υφάσματος που τοποθετείται σε φορεσιά, για να μακρύνει ή να φαρδύνει.2. (κατ’ επέκταση) καθετί που προστίθεται σε κάτι άλλο, συνώνυμο συμπλήρωμα. 3 (ειδικότερα) η εμβόλιμη σκηνή πορνό που παρεμβάλλεται κατά την προβολή ταινίας με διαφορετικό θέμα. 4 (συνεκδ.) κάθε ταινία ή κασέτα βίντεο με τολμηρό περιεχόμενο.» (ΣΗΜ: Η τσόντα προέρχεται από το ιταλικό giunta, ή το ισπανικό junta που σημαίνει ένωση, σύνδεσμο ή προέκταση. Το διαδικτυακό λεξικό Σύγχρονης Ελληνικής Γλώσσας αναφέρει ως παράγωγη σημασία: α. σκηνές πορνογραφικής ταινίας, που προβάλλονται τελείως ασύνδετα ανάμεσα σε σκηνές άλλης ταινίας, σε λαϊκούς συνήθως κινηματογράφους. β. πορνογραφική ταινία. || (επέκτ.) σκανδαλιστικό θέαμα). Ανταποκρινόμενος στην παράκληση της Επιτροπής να παραθέσει της απόψεις του ΜΕΓΑ, ο Διευθυντής Ειδήσεων Μιχάλης Παυλίδης ανέφερε ότι «και στις δύο περιπτώσεις (σημ: η άλλη αφορά τη χρήση της λέξης ‘κοπρίτες’ σε άλλη εκπομπή για όσους αγοράζουν από τα κατεχόμενα, υπόθεση 2/2016) ο δημοσιογράφος Παύλος Μυλωνάς προέβη σε αδόκιμους χαρακτηρισμούς οι οποίοι όπως προκύπτει και εκ των υστέρων θα μπορούσαν να παρερμηνευθούν και να τύχουν εκμετάλλευσης». Ανέφερε επίσης ότι μετά και από τις δύο εκπομπές συζήτησε το θέμα μαζί του και κατέληξαν στην ανάγκη να προβεί σε διευκρινήσεις αποφεύγοντας τους χαρακτηρισμούς, με στόχο να ξεκαθαρίσει αυτό που πιστεύει, και ως δημοσιογράφος έχει κάθε δικαίωμα να εκφράζει, με τέτοιο τρόπο που δεν θα αφήνει κανένα περιθώριο παρερμηνείας. Ο κ. Παυλίδης ανέφερε ότι ο κ. Μυλωνάς προέβη σε διευκρινίσεις και στις δύο περιπτώσεις. Επίσης βεβαίωσε ότι «ως Διεύθυνση Ειδήσεων του ΜΕΓΑ… αναγνωρίζουμε το δικαίωμα των δημοσιογράφων να εκφράζουν τις απόψεις τους μακριά από χαρακτηρισμούς, φτάνει να τις τεκμηριώνουν μέσα στα πλαίσια της δημοσιογραφικής δεοντολογίας» και πρόσθεσε πως στο ΜΕΓΑ δεν χρησιμοποιείται η προληπτική λογοκρισία. Ο κ. Μυλωνάς ανέφερε προς την Επιτροπή ότι οι αναφορές του στο βαρόμετρο της κοινής γνώμης που προβλήθηκε από τον ΑΝΤ1 δεν είχαν σκοπό να αμφισβητήσουν την επιστημονική εργασία των ερευνητών της εταιρείας, όμως υποστήριξε ότι από τα ευρήματα που παρουσιάστηκαν ήταν ευδιάκριτη η αντιφατικότητα σε κάποιες από τις κατηγορίες των αποτελεσμάτων και πρόσθεσε: «Θέλοντας λοιπόν να σχολιάσω αυτή την μη λογική διακύμανση στα αποτελέσματα που προέκυψαν από τις απαντήσεις των πολιτών, χρησιμοποίησα την λέξη τσόντα. Ίσως να μπορούσα να χρησιμοποιήσω κάποια άλλη, αλλά στο μυαλό μου δεν είχα κάτι το περιφρονητικό ή το εξευτελιστικό. Η συγκεκριμένη λέξη ερμηνεύεται σε έγκριτα λεξικά (βλ. Μπαμπινιώτη), ως ένα επιπρόσθετο κομμάτι ύφασμα που χρησιμοποιείς για να κοντύνεις ή να μακρύνεις ένα ρούχο. Γι’ αυτό χαρακτήρισα κάποια αποτελέσματα ως τσόντα. Διότι αλλού ήταν πολύ αυξημένα και αλλού πολύ μειωμένα τα ποσοστά, με αποτέλεσμα να δείχνουν προσαρμοσμένα και υποκειμενικά». Εξ άλλου υποστήριξε ότι «μέσα στα πλαίσια της ελευθεροτυπίας και της ελευθερίας της έκφρασης γνώμης δεν είναι απαγορευτικό, ούτε και αντιδεοντολογικό να ασκείται κριτική στην εικόνα των αποτελεσμάτων μιας έρευνας». Πρόσθεσε επίσης ότι είχε πληροφόρηση «και για άλλες έρευνες στις οποίες σε καμία περίπτωση η αποδοχή του Νίκου Αναστασιάδη ξεπερνά το 53% ή του Αβέρωφ Νεοφύτου το 40%». Περαιτέρω ανέφερε τα ακόλουθα: ” Το Κυπριακό Βαρόμετρο, όπως διαφημίζεται από τον ίδιο τον σταθμό, δεν είναι άλλη μια δημοσκόπηση, αλλά διεκδικεί την βαρύτητα της καταγραφής της κοινής γνώμης ως βαρόμετρο μεγάλης σημασίας. Ως εκ τούτου η έννοια τσόντα και η αναφορά της περιέγραφε, ίσως ατυχώς, την πιθανότητα κάποιος να προσθέτει σε κάτι άλλο για να φαρδύνει ή να μακρύνει, δηλαδή να αναδείξει κάτι περισσότερο ή να μειώσει άλλο. Ούτε για χειραγώγηση μίλησα, ούτε για επί πληρωμή έρευνα». Εξ άλλου, ανέφερε ότι από την εκπομπή του κάλεσε τον Διευθυντή της εταιρείας να προσέλθει και να πάρει όσο χρόνο χρειάζεται και να παρουσιάσει τα στοιχεία της έρευνας, χωρίς όμως ανταπόκριση. Κατέληξε αναφέροντας: «Δεν θα ήθελα να πιστέψω πως βρισκόμαστε στο 2004. Ζούμε παρόμοιες μέρες και ώρες και ίσως να έχουμε δημοψηφίσματα. Κατά συνέπεια όλες οι έρευνες και οι δημοκοπήσεις θα πρέπει με όλο το σεβασμό να είναι αντικειμενικές και επιστημονικά ορθές και διάφανες. Ταπεινά και με απόλυτο σεβασμό, αυτά πρέπει να απασχολούν την Επιτροπή Δεοντολογίας. Όπως επίσης και η όποια προσπάθεια λογοκρισίας ή φίμωσης των δημοσιογράφων». Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα ενώπιόν της στοιχεία η Επιτροπή έκρινε ότι το όλο θέμα θα έπρεπε να εξετασθεί υπό το πρίσμα των γενικών προνοιών περί υποχρέωσης των δημοσιογράφων και των ΜΜΕ για σεβασμό «της αλήθειας και του δικαιώματος του πολίτη για αντικειμενική ολοκληρωμένη και έγκυρη πληροφόρηση» και περί συμπεριφοράς και επαγγελματικού επιπέδου των λειτουργών των ΜΜΕ, καθώς και των ειδικών προνοιών του άρθρου 1 περί ακρίβειας των πληροφοριών και του άρθρου 2 περί παροχής του δικαιώματος απάντησης. Το άρθρο 1 ορίζει ότι: Τα Μ.Μ.Ε. μεριμνούν ώστε να μη δημοσιεύονται ανακριβείς, παραπλανητικές, φανταστικές ή διαστρεβλωτικές της αλήθειας ειδήσεις, πληροφορίες ή σχόλια. Σε περίπτωση που έχει συμβεί κάτι τέτοιο χωρούν σε άμεση διόρθωση ή και απολογία. …….. Τα Μ.Μ.Ε. ενώ έχουν δικαίωμα να προβαίνουν σε αναλύσεις και να υποστηρίζουν συγκεκριμένες θέσεις, εν τούτοις θα πρέπει να καθιστούν σαφή τη διάκριση μεταξύ γεγονότος και ερμηνείας, σχολίου ή εικασίας». Το άρθρο 2 προβλέπει ότι «τα Μ.Μ.Ε. παρέχουν στους επηρεαζομένους, στην κατάλληλη περίπτωση, και ιδιαιτέρως όταν έχουν υποστεί επίθεση, την ευκαιρία να απαντήσουν…» Με τη βοήθεια λεξικών και προβαίνοντας σε έρευνα μεταξύ μελών του κοινού, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το κυπριακό κοινό αντιλαμβάνεται τον όρο «τσόντα» ως πορνογραφικό υλικό, έννοια που είναι παράγωγη της αρχικής έννοιας του πρόσθετου υφάσματος για να μακρύνει ή να φαρδύνει ένα φόρεμα. Ο κ. Μυλωνάς υποστήριξε ότι χρησιμοποίησε τον όρο με την αρχική του έννοια. Δεδεομένης όμως του γεγονότος ότι το κοινό αντιλαμβάνεται τον όρο με την παράγωγη έννοια του πορνογραφικού υλικού, και με βάση την παραδοχή του διευθυντή ειδήσεων του ΜΕΓΑ, η Επιτροπή θεώρησε ότι η χρήση του όρου υπήρξε αδόκιμη και συνεπώς συνιστούσε παραβίαση των γενικών προνοιών περί της υποχρέωσης των δημοσιογράφων να επιδεικνύουν ήθος, διαγωγή, συμπεριφορά και επαγγελματικό επίπεδο της υψηλότερη δυνατής στάθμης». Ο κ. Μυλωνάς ανέφερε στην απάντησή του προς την Επιτροπή ότι «η έννοια τσόντα και η αναφορά της περιέγραφε, ίσως ατυχώς, την πιθανότητα κάποιος να προσθέτει σε κάτι άλλο για να φαρδύνει ή να μακρύνει, δηλαδή να αναδείξει κάτι περισσότερο ή να μειώσει άλλο». Εξετάζοντας τη χρήση του όρου με την έννοια που ανέφερε ο ίδιος, η Επιτροπή έκρινε ότι ο κ. Μυλωνάς υπονοούσε ότι η δημοσκόπηση στην οποία αναφέρθηκε ήταν τροποποιημένη ή κομμένη και ραμμένη στα μέτρα κάποιου. Η Επιτροπή θεωρεί ότι αποτελεί δικαίωμα παντός, που πηγάζει από το δικαίωμα της ελευθερίας έκφρασης, η αμφισβήτηση της ακρίβειας των στοιχείων που περιλαμβάνονταν στο υπό συζήτηση βαρόμετρο. Θέση της Επιτροπής είναι ότι κάνοντας χρήση του δικαιώματος της ελευθερίας έκφρασης, ο κ. Μυλωνάς επικαλέστηκε ανεξακρίβωτες ή αυθαίρετες, ή παραπλανητικές πληροφορίες, κατά παράβαση της γενικής διάταξης του Κώδικα περί της υποχρέωσης των δημοσιογράφων και των ΜΜΕ να παρέχουν στο κοινό «αντικειμενική, ολοκληρωμένη και έγκυρη πληροφόρηση» και της ειδικής διάταξης να αποφεύγουν τη μετάδοση ανακριβών, φανταστικών ή διαστρεβλωτικών της αλήθειας πληροφοριών. Για παράδειγμα επικαλέστηκε δικές του πληροφορίες για το ποσοστό αποδεκτικότητας του προέδρου χωρίς να αναφέρει από πού προέρχονταν και έκαμε αναφορά σε δημοσκοπήσεις που έδιναν μικρότερα ποσοστά στον Προέδρο της Δημοκρατίας και στον κ. Νεοφύτου χωρίς να παρουσιάσει κανένα στοιχείο που να αποδεικνύει την ύπαρξη, την προέλευση ή την ακρίβειά τους. Ανέφερε κάποιους δικούς του αυθαίρετους υπολογισμούς για να δικαιολογήσει την άποψή του ότι το ποσοστό αποδεκτικότητας του Προέδρου δεν θα έπρεπε να ήταν «65 και κάτι τοις εκατό», αλλά θα έπρεπε να ήταν χαμηλότερο. Για να δικαιολογήσει την άποψη αυτή υποστήριξε ότι η αποδεκτικότητα του Προέδρου θα έπρεπε να ήταν αυτή που θα του έδινε το άθροισμα 35% από το ΔΗΣΥ, 15% από το ΑΚΕΛ και 5-6% των υπολοίπων, δηλαδή προέβη σε μια εικασία ή έκαμε σχόλιο που παρουσίασε ως γεγονός. Η αναφορά αυτή συνιστά παραβίαση της πρόνοιας για τη λήψη μέριμνας από μέρους των δημοσιογράφων για αποφυγή μετάδοσης ή δημοσίευσης ανακριβών, παραπλανητικών, φανταστικών ή διαστρεβλωτικών της αλήθειας ειδήσεων Επί πλέον, έκαμε επιλεκτική αναφορά στα αποτελέσματα της δημοσκόπησης του ΑΝΤ1, περιοριζόμενος στα ποσοστά αποδοχής του Προέδρου Αναστασιάδη, του Προέδρου του ΔΗΣΥ και του Γενικού Γραμματέα του ΑΚΕΛ για να υποστηρίξει ότι παρουσιάστηκαν ψηλότερα στη δημοσκόπηση από όσο δικαιολογούσαν τα ποσοστά των κομμάτων από τα οποία υποθετικά προερχόταν η υποστήριξη, αλλά δεν ανέφερε τα ποσοστά αποδεκτικότητας και των άλλων πολιτικών αρχηγών, τα οποία είναι πολλαπλάσια της δύναμης των κομμάτων τους. Εξ άλλου, η όλη μέθοδος την οποία μετήλθε για να υποστηρίξει την άποψή του περί διογκωμένων ποσοστών προκαλούσε σύγχυση ως προς το τι αποτελούσε σχόλιο και τι εξακριβωμένη πληροφορία, κατά παράβαση της πρόνοιας περί σαφούς διάκρισης μεταξύ γεγονότος και ερμηνείας, σχολίου ή εικασίας. Η Επιτροπή έκρινε επίσης ότι η αμφισβήτηση της εγκυρότητας της δημοσκόπησης, με τον τρόπο που έγινε, συνιστούσε παραβίαση των προνοιών του άρθρου 2 περί παροχής του δικαιώματος απάντησης, δεδομένου ότι από τη μια δεν δόθηκε η ταυτότητα της δημοσκόπησης και δεν αναφέρθηκε ποιος την έκαμε για να γνωρίζει το κοινό την προέλευσή της και δεν κλήθηκε αντιπρόσωπος του γραφείου που την έκαμε για να δώσει τις δικές του απαντήσεις και εξηγήσεις για τα ποσοστά που έδινε η έρευνα και πώς προήλθαν. Το γεγονός ότι κάλεσε τον υπεύθυνο του γραφείου ύστερα από μια εβδομάδα από την εκπομπή του να παρουσιάσει τις απόψεις του δεν ισοδυναμεί με παροχή του δικαιώματος απάντησης. Η πρόσκληση έγινε κυριολεκτικά «στον αέρα» και δεν ήταν καθόλου βέβαιο ότι αυτός προς τον οποίο απευθυνόταν, ο Νίκος Νικολάου του γραφείου «Evresis», παρακολουθούσε την εκπομπή για να ανταποκριθεί στην πρόσκληση. Ο κ. Μυλωνάς, στην απάντησή του προς την Επιτροπή, αρνήθηκε ότι έκαμε αναφορά σε χειραγώγηση ή για επί πληρωμή έρευνα ενώ στην πραγματικότητα έκαμε και τα δύο. Στην εκπομπή του στις 22/12/2015 ο κ. Μυλωνάς ανέφερε «…διότι δεν γίνεται να χειραγωγείς την κοινή γνώμη μ’ αυτό τον τρόπο», ενώ λίγο αργότερα και απαντώντας σε παρατήρηση της συμπαρουσιάστριάς του ότι «οι δημοσκοπήσεις… δεν θεωρούνται αντικειμενικές από κανένα πλέον, νομίζω ότι έχουνε χάσει» ανέφερε επί λέξει: «Τις χρησιμοποιούν για να χειραγωγείται η κοινή γνώμη, είναι πλέον αποδεδειγμένο από τις δημοσκοπήσεις στην Ελλάδα και τις δικές μας. Οι γελοιότητες που γίνονταν από όλα τα κανάλια, δηλαδή τις παραγγέλνεις, τις πληρώνεις και τις μεταδίδεις». Η Επιτροπή θεώρησε επάναγκες να σχολιάσει παρατηρήσεις του κ. Μυλωνά που περιέχονται στην απάντησή του προς την Επιτροπή, στην οποία μεταξύ άλλων ανέφερε: «Δεν θα ήθελα να πιστέψω πως βρισκόμαστε στο 2004. Ζούμε παρόμοιες μέρες και ώρες και ίσως να έχουμε δημοψηφίσματα. Κατά συνέπεια όλες οι έρευνες και οι δημοκοπήσεις θα πρέπει με όλο το σεβασμό να είναι αντικειμενικές και επιστημονικά ορθές και διάφανες. Ταπεινά και με απόλυτο σεβασμό, αυτά πρέπει να απασχολούν την Επιτροπή Δεοντολογίας. Όπως επίσης και η όποια προσπάθεια λογοκρισίας ή φίμωσης των δημοσιογράφων». Η Επιτροπή επισημαίνει ότι αποστολή της όπως καθορίζεται στον Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας είναι από τη μια η προστασία της ελευθερίας έκφρασης, που είναι πεμπτουσία της δημοσιογραφικής αποστολής, πάντα μέσα στα πλαίσια της τήρησης των κανόνων της Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας και από την άλλη η προστασία των μελών της κοινωνίας από συμπεριφορές δημοσιογράφων και ΜΜΕ που αντιβαίνουν στις πρόνοιες του Κώδικα. Με την αναφορά του στο τι πρέπει κατά την άποψή του να απασχολεί την Επιτροπή, ο κ. Μυλωνάς φαίνεται να μην έχει σαφή αντίληψη ως προς τη φύση και την αποστολή της Επιτροπής. Η Επιτροπή συστάθηκε από τους φορείς των δημοσιογράφων και των ΜΜΕ ως όργανο αυτορρύθμισης, με την εφαρμογή του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας. Δεν της ανατέθηκε και δεν έχει δικαίωμα να παρακολουθεί τις πολιτικές εξελίξεις, τις δημοσκοπήσεις ή ό,τιδήποτε άλλο σχετικό και να παρεμβαίνει, αλλά μόνο να επιλαμβάνεται παραπόνων για παραβίαση προνοιών του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας και να εκδίδει αποφάσεις με βάση τα στοιχεία που έχει στη διάθεσή της, χωρίς επηρεασμό από πολιτικές εξελίξεις ή κομματικές τοποθετήσεις και διαμάχες. Η Επιτροπή δεν προσπαθεί να επιβάλει είτε λογοκρισία, προληπτική ή κατασταλτική, είτε φίμωση, αλλά έχει ως μόνη της έγνοια την άσκηση της δημοσιογραφίας μέσα στα πλαίσια που καθόρισαν οι ίδιοι οι δημοσιογράφοι και τα ΜΜΕ δια των αντιπροσώπων τους.
ΠΡΟΝΟΙΑ/EΣ ΚΩΔΙΚΑ:
ΜΜΕ:
ΑΡ. ΠΑΡΑΠΟΝΟΥ:
15/2015
ΗΜ. ΑΠΟΦΑΣΗΣ:
10/12/2015
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ:
ΟΧΙ
Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας εξέτασε παράπονο (15/16/11/205) από πολίτη εναντίον του τηλεοπτικού σταθμού Σίγμα και προσωπικά εναντίον του διευθυντή του Χρύσανθου Τσουρούλη για μετάδοση μη εξακριβωμένων και ανακριβών πληροφοριών. Ειδικότερα ο παραπονούμενος ανέφερε ότι το ΣΙΓΜΑ «μετέδωσε χωρίς να προηγηθεί διερεύνηση και εξακρίβωση πραγματικών γεγονότων πληροφορία δήθεν ότι εντοπίστηκε Ελληνοκύπριος αγνοούμενος του 1974, προκαλώντας αχρείαστο πανικό ανάμεσα στους συγγενείς αγνοουμένων». Το παράπονο αφορούσε σε είδηση του ΣΙΓΜΑ που μεταδόθηκε στις 11 Σεπτεμβρίου, 2015 η οποία ανέφερε ότι: «Σύμφωνα με απόλυτα διασταυρωμένες πληροφορίες, Τούρκος υπήκοος, ο οποίος διαμένει στην Τουρκία ισχυρίζεται ότι έχει ενδείξεις πως ενδέχεται να είναι Ελληνοκύπριος που μεταφέρθηκε στην Τουρκία από τα παιδικά του χρόνια και συγκεκριμένα κατά την τουρκική εισβολή στο νησί, το 1974. Οι πληροφορίες αναφέρουν ότι ο ίδιος ήλθε σε επαφή με το κυπριακό ΥΠΕΞ μέσω της Ελλάδας και ότι η Κυπριακή Δημοκρατία βρίσκεται σε συνεχή επαφή μαζί του «και έχει αναπτυχθεί επικοινωνία». Μάλιστα, υπάρχει αλληλογραφία μεταξύ του ιδίου και της Δημοκρατίας. Ο άντρας εξέφρασε την επιθυμία να υποβληθεί σε τεστ DNΑ, ώστε να εξακριβωθεί κατά πόσον επιβεβαιώνονται οι υποψίες του ότι είναι Ελληνοκύπριος απαχθείς από τον τουρκικό στρατό το 1974. Οι Αρμόδιες Αρχές της Κυπριακής Δημοκρατίας επεξεργάζονται την περίπτωση του Τούρκου υπηκόου και αναζητούν τρόπους διεξαγωγής των αναγκαίων εξετάσεων DNA.» Στη συνέχεια η είδηση αναφερόταν σε επιλογές που εξετάζει η Κυπριακή Δημοκρατία για διερεύνηση των ισχυρισμών και παρέθετε δήλωση αρμόδιας πηγής που ανέφερε ότι «είναι υποχρέωση μας… να διερευνήσουμε την περίπτωση του και κάθε άλλη περίπτωση και ισχυρισμό, ακόμα κι αν οι πιθανότητες να είναι αυτός που ισχυρίζεται είναι απειροελάχιστες». Στη συνέχεια παρέθετε επίσημη δήλωση του Υπουργείου Εξωτερικών που ανέφερε ότι: «… τέτοιου είδους ειδήσεις προκαλούν πολλές φορές άδικη και αχρείαστη αναστάτωση σε συγγενείς αγνοουμένων, αφού παρόμοιοι ισχυρισμοί στο παρελθόν αποδείχθηκαν τελικά αβάσιμοι. Ολες οι υποθέσεις και πληροφορίες που άπτονται του ανθρωπιστικού θέματος των αγνοουμένων, περιλαμβανομένων εκείνων του σημερινού δημοσιεύματος, τυγχάνουν χειρισμού με τη δέουσα σοβαρότητα και υπευθυνότητα από τις αρμόδιες αρχές της Δημοκρατίας, έχοντας πάντα ως γνώμονα την αδήριτη αναγκαιότητα του τερματισμού του συνεχιζόμενου δράματος που βιώνουν καθημερινά οι οικογένειες των αγνοουμένων. Με πλήρη σεβασμό στις οικογένειες των αγνοουμένων μας, το Υπουργείο Εξωτερικών θα επανέλθει επί του θέματος εάν προκύψουν εξελίξεις.» Στις 9/11/2015 Το Υπουργείο Εξωτερικών εξέδωσε ανακοίνωση σύμφωνα με την οποία οι αρμόδιες αρχές εξέτασαν γενετικό υλικό που λήφθηκε από τον Τούρκο υπήκοο και ανέφερε: «Από τα αποτελέσματα όλων των προαναφερθεισών συγκρίσεων δεν παρατηρήθηκε οποιαδήποτε συσχέτιση των γενετικών προφίλ του εν λόγω προσώπου με οποιοδήποτε γενετικό προφίλ που είναι καταχωρημένο μέχρι σήμερα στην ηλεκτρονική Βάση Δεδομένων Γενετικών Προφίλ συγγενών αγνοουμένων/πεσόντων της Κυπριακής Δημοκρατίας. Το Υπουργείο Εξωτερικών επαναλαμβάνει ότι το ανθρωπιστικό θέμα των αγνοουμένων αποτελεί ζήτημα ύψιστης προτεραιότητας της Κυπριακής Δημοκρατίας και ότι τυγχάνει χειρισμού με τη δέουσα σοβαρότητα και υπευθυνότητα από τις αρμόδιες αρχές της Δημοκρατίας, έχοντας πάντα ως γνώμονα την αδήριτη αναγκαιότητα του τερματισμού του συνεχιζόμενου δράματος που βιώνουν καθημερινά οι οικογένειες των αγνοουμένων.» Απαντώντας στην καταγγελία ότι δεν έγινε διερεύνηση της είδησης, ο αναπληρωτής διευθυντής ειδήσεων του ΣΙΓΜΑ Νικήτας Κυριάκου ανέφερε στην Επιτροπή ότι προτού μεταδοθεί η είδηση οι πληροφορίες διασταυρώθηκαν με το Υπουργείο Εξωτερικών και επιβεβαιώθηκε πως ήταν ακριβείς. Η Επιτροπή, αφού μελέτησε τις εκατέρωθεν θέσεις και όλο το υλικό που τέθηκε ενώπιον της διαπίστωσε ότι η είδηση που μετέδωσε το ΣΙΓΜΑ ήταν απόλυτα ακριβής και βασιζόταν σε πραγματικά γεγονότα, τα οποία ήταν ότι ένας Τούρκος υπήκοος διατύπωσε τον ισχυρισμό ότι δυνατό να ήταν Ελληνοκύπριος αγνοούμενος της Τουρκικής εισβολής του 1974 και ότι το Υπουργείο Εξωτερικών ήταν ενήμερο του ισχυρισμού αυτού και το διερευνούσε. Τα γεγονότα αυτά αναφέρθηκαν σαφώς στην είδηση και δεν αφέθηκε η παραμικρή υποψία ότι ο ισχυρισμός ήταν ακριβής. Αντίθετα, η είδηση έκαμε σαφές ότι το Υπουργείο Εξωτερικών διερευνούσε τον ισχυρισμό αν και θεωρούσε ότι η πιθανότητα να ήταν ακριβής ήταν απειροελάχιστη. Περαιτέρω, ο τηλεοπτικός σταθμός παρακολούθησε την εξέλιξη της είδησης και στις 9/11/2015 μετέδωσε είδηση δύο λεπτών σχετικά με την ανακοίνωση του Υπουργείου Εξωτερικών για τα αποτελέσματα των εξετάσεων γενετικού υλικού που κατέρριπταν τον ισχυρισμό του Τούρκου υπηκόου. Η Επιτροπή θεωρεί πως το κριτήριο στην υπόθεση αυτή δεν ήταν κατά πόσον ο ισχυρισμούς που πρόβαλε ο Τούρκος υπήκοος ήταν ακριβής, αλλά κατά πόσον τα γεγονότα που αναφέρονταν στην είδηση ήταν πραγματικά. Από την εξέταση όλων των στοιχείων προκύπτει ότι η είδηση του ΣΙΓΜΑ παρέθετα πραγματικά γεγονότα, τα οποία έτυχαν επιβεβαίωσης και από το Υπουργείο Εξωτερικών. Κατά συνέπεια αποφάσισε ότι δεν υπήρξε παραβίαση της πρόνοιας για την ακρίβεια των πληροφοριών ή παραπλάνηση και ότι ο τηλεοπτικός σταθμός προέβη στις επιβαλλόμενες ενέργειες για επιβεβαίωση της ακρίβειας των πληροφοριών. Συνακόλουθα, η Επιτροπή απέρριψε το παράπονο.
ΠΡΟΝΟΙΑ/EΣ ΚΩΔΙΚΑ:
ΜΜΕ:
ΑΡ. ΠΑΡΑΠΟΝΟΥ:
13/2015
ΗΜ. ΑΠΟΦΑΣΗΣ:
19/11/2015
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ:
ΝΑΙ
Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας εξέτασε παράπονο (13/04/9/15) από τη Νέλλη Μαχμούροβα Τσαγγαρίδη, εναντίον της εφημερίδας «Φιλελεύθερος» για δημοσίευση ανακριβών πληροφοριών στην αγγελία για την κηδεία του αποβιώσαντος συζύγου της και για άρνηση δημοσίευσης ανασκευής των ανακριβειών. Η παραπονούμενη ανέφερε ότι στην αγγελία της κηδείας του αποβιώσαντος συζύγου της, τέως δημοσίου υπαλλήλου, που δημοσιεύθηκε στις 6/6/2015, αναγράφηκε το όνομα της συζύγου ως Α****. Σύμφωνα με το παράπονο, το στοιχείο αυτό ήταν ανακριβές και παρείχε λανθασμένη πληροφόρηση, δεδομένου ότι η φερόμενη ως σύζυγος στην πραγματικότητα ήταν πρώην σύζυγός του, δεδομένου ότι ο γάμος λύθηκε με απόφαση εκκλησιαστικού δικαστηρίου στις 3/7/1995 που επικυρώθηκε από τη Μητρόπολη Λεμεσού στις 5/5/2003. Η παραπονούμενη ανέφερε ότι συνήψε γάμο με τον αποβιώσαντα Τσαγγαρίδη στις 22/5/2003 και ότι ο γάμος της υφίστατο και ήταν έγκυρος κατά την ημέρα του θανάτου του. Προς επιβεβαίωση, η παραπονούμενη παρουσίασε τόσο τη διαζευκτήρια βεβαίωση της Μητρόπολης Λεμεσού, όσο και ισχύον πιστοποιητικό γάμου της με το θανόντα. Η παραπονούμενη αποτάθηκε στην εφημερίδα, στις 7 Αυγούστου, 2015, ζητώντας να δημοσιευθεί στην εφημερίδα διόρθωση, υποβάλλοντας όλα τα αποδεικτικά στοιχεία για την εγκυρότητα του γάμου της, καθώς και πιστοποιητικό για την υιοθεσία του γιου της από τον αποβιώσαντα. Το κείμενο αναφερόταν στο περιεχόμενο της αγγελίας κηδείας του αποβιώσαντα και παρέθετε στοιχεία της οικογένειάς του, αναφέροντας πως ήταν στη διάθεση της εφημερίδας να παράσχει όλα τα αποδεικτικά στοιχεία για την εγκυρότητα του γάμου της και της υιοθεσίας. Ο «Φιλελεύθερος» δεν αποδέχθηκε το κείμενο και η παραπονούμενη απέστειλε στις 31 Αυγούστου, 2015 δεύτερο συντομευμένο κείμενο για δημοσίευση το οποίο και πάλι δεν έγινε αποδεκτό από την εφημερίδα, που αντιπρότεινε το ακόλουθο κείμενο για δημοσίευση, προσφερόμενη να το δημοσιεύσει δωρεάν: «Αναφορικά με τον αποβιώσαντα Μενέλαο Τσαγγαρίδη εκ Κυπερούντας, που απεβίωσε στις 2/6/2015, εγώ η κάτωθι υπογεγραμμένη Νέλλη Μαχμούροβα Τσαγγαρίδη επιθυμώ να δηλώσω ότι κατά τον χρόνο του θανάτου του τελούσα νόμιμη σύζυγος του.» Η παραπονούμενη θεώρησε το κείμενο ως ανεπαρκή διόρθωση και αποτάθηκε στην Επιτροπή Δεοντολογίας ζητώντας της συνδρομή της για δημοσίευση διόρθωσης. Με βάση την πρόνοια του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας που προβλέπει ότι «επιδίωξη της Επιτροπής είναι η διευθέτηση, το συντομότερο δυνατό, οιασδήποτε διαφοράς που δυνατό να ενέχει ουσιαστική παράβαση των κανόνων του παρόντα Κώδικα», η Γραμματεία κατέβαλε προσπάθεια φιλικής διευθέτησης, χωρίς όμως αποτέλεσμα, δεδομένου ότι οι δύο πλευρές επέμεναν στις θέσεις τους. Η θέση της εφημερίδας ήταν ότι δεν επιθυμούσε στη διόρθωση να γίνει αναφορά σε στοιχεία σχετιζόμενα με το νομικό καθεστώς του γάμου του αποβιώσαντος με την πρώτη του σύζυγο. Η παραπονούμενη υπέβαλε δεύτερο κείμενο, αφού πρώτα ζήτησε από τη Γραμματεία της Επιτροπής να το ελέγξει λεκτικά και γραμματικά δεδομένου ότι δεν γνωρίζει καλά τη Ελληνική, το οποίο απέστειλε στην εφημερίδα, Το κείμενο έχει ως ακολούθως: «Αναγκαία διόρθωση-Δήλωση Εγώ η κάτωθι υπογεγραμμένη Νέλλη Μαχμούροβα Τσαγγαρίδη, νόμιμη σύζυγος του Μενέλαου Τσαγγαρίδη εκ Κυπερούντας, συνταξιούχου τελωνειακού (ήταν Υπευθυνος Τελωνείου Πάφου), ο οποίος απεβίωσε στην Παραμύθα Λεμεσού στις 2/6/2015, αναφέρομαι στην δημοσίευση αγγελίας της κηδείας του, στην εφημερίδα Φιλελεύθερος στις 4/6/2015, στην οποία, υπό τον τίτλο τεθλιμμένοι, σημειώνονται μεταξύ άλλων, «Η σύζυγος: Α****» αντί του ονόματος μου ως νομίμου συζύγου του. Ο αποβιώσας σύζυγος μου Μενέλαος Τσαγγαρίδης είχε διαζευχθεί την εν λόγω Α**** από τις 3/7/1995. Με την παρούσα μου δηλώνω υπεύθυνα ότι η υποφαινόμενη ήμουν και είμαι η νόμιμη σύζυγος του από 22/05/2003 αποβιώσαντος Μενέλαου Τσαγγαρίδη. Εχω το πιστοποιητικό του ισχύοντος γάμου μου με τον Μενέλαο Τσαγγαρίδη και το έγγραφο υιοθεσίας του τρίτου γιου του Σαμψών Σαρουμιάν Τσαγγαρίδη, ο οποίος επίσης παραλείπεται από την σχετική δημοσίευση.» Η εφημερίδα αρνήθηκε να δημοσιεύσει το κείμενο της παραπονούμενης και επέμενε στο ανωτέρω αναφερόμενο δικό της κείμενο. Κατόπιν της νέας άρνησης της εφημερίδας να δημοσιεύσει το κείμενό της, η Νέλλη Μαχμούροβα Τσαγγαρίδη υπέβαλε παράπονο στην Επιτροπή, ζητώντας εξέτασή του. Η νομική σύμβουλος της εφημερίδας προσήλθε σε συνεδρία υποεπιτροπής και ανέφερε ότι η εφημερίδα αφαίρεσε τις αναφορές από την αρχική απάντηση της παραπονούμενης για να μη βρεθεί ενδεχομένως εκτεθειμένη νομικά από τις αναφορές στο νομικό καθεστώς του πρώτου γάμου του θανόντα. Είπε επίσης ότι θέση της είναι πως έδωσε ευκαιρία στην παραπονούμενη για απάντηση και ότι το κείμενο που πρότεινε η εφημερίδα ήταν επαρκές για ικανοποίησή της. Αφού εξέτασε τις εκατέρωθεν θέσεις και όλα τα ενώπιον της στοιχεία, η Επιτροπή επισήμανε ότι ο διευθυντής ή ο αρχισυντάκτης της εφημερίδας φέρουν την ευθύνη για το περιεχόμενο οποιουδήποτε κειμένου που δημοσιεύεται, περιλαμβανομένων διαφημίσεων ή αγγελιών, και ότι είναι δικό τους θέμα να εξεύρουν τρόπους κατοχύρωσης της θέσης τους και της εφημερίδας έναντι νομικών συνεπειών από ανακρίβειες ή νομικά επιλήψιμο περιεχόμενο ανακοινώσεων που δημοσιεύονται επί πληρωμή από τρίτους. Ο Κώδικας Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας προνοεί στο άρθρο 1 ότι: «τα Μ.Μ.Ε. μεριμνούν ώστε να μη δημοσιεύονται ανακριβείς, παραπλανητικές, φανταστικές ή διαστρεβλωτικές της αλήθειας ειδήσεις, πληροφορίες ή σχόλια. Σε περίπτωση που έχει συμβεί κάτι τέτοιο χωρούν σε άμεση διόρθωση ή και απολογία.» Περαιτέρω το άρθρο 2 ορίζει ότι «Τα Μ.Μ.Ε. παρέχουν στους επηρεαζομένους, στην κατάλληλη περίπτωση και ιδιαιτέρως όταν έχουν υποστεί επίθεση, την ευκαιρία να απαντήσουν…Τα ΜΜΕ έχουν το δικαίωμα να συντομεύουν μακροσκελείς επιστολές, νοουμένου ότι δεν θα επηρεάζεται ουσιωδώς το περιεχόμενο της απάντησης και να αρνούνται τη δημοσίευση επιστολών που είναι ενδεχόμενο να έχουν νομικές συνέπειες για τα ίδια ή τρίτα πρόσωπα.» Ως προς την τελευταία πρόνοια του άρθρου 2, η Επιτροπή σημείωσε ότι η παραπονούμενη παρέθεσε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία ως προς την ακρίβεια των ισχυρισμών της και κατά συνέπεια και της ανακρίβειας που περιείχε η δημοσιευθείσα αγγελία κηδείας του συζύγου της. Σε προηγούμενες αποφάσεις της η Επιτροπή τόνισε την υποχρέωση των ΜΜΕ να παρέχουν δικαίωμα, απάντησης σε άτομα που έχουν θιγεί από δημοσιεύματα, στις οποίες επισήμανε τη δυνατότητα που έχει ο εκδότης να περικόπτει κείμενα απαντήσεων όταν είναι μακροσκελή ή επεκτείνονται σε άσχετα με το ανασκευαζόμενο κείμενο θέματα και να αφαιρεί ό,τιδήποτε είναι νομικά επιλήψιμο, ή είναι δυνατό να προκαλέσει ποινική ή πολιτική αγωγή εναντίον του, ή θίγει τα δικαιώματα, την αξιοπρέπεια και την καλή φήμη τρίτων. Η Επιτροπή περαιτέρω θεωρεί ότι η απάντηση ή η ανασκευή πρέπει να είναι ανάλογη ως προς την έκταση με το ανασκευαζόμενο κείμενο και να δημοσιεύεται κατά το δυνατό στην ίδια σελίδα και θέση. Επίσης πρέπει να είναι κόσμια και να μη περιέχει υβριστικούς ή προσβλητικούς χαρακτηρισμούς για οποιοδήποτε. Παράλληλα, η Επιτροπή υποδεικνύει ότι το κείμενο με το οποίο ανασκευάζεται ή απαντάται ένα δημοσίευμα πρέπει να αναφέρει το λόγο για τον οποίο γίνεται η ανασκευή και να καθιστά απολύτως σαφές τι ακριβώς διορθώνεται ή ανασκευάζεται. Κατά συνέπεια, ο δικαιούμενος σε ανασκευή δημοσιεύματος έχει δικαίωμα να περιλάβει στο κείμενό του όλα εκείνα τα στοιχεία που είναι απαραίτητα προκειμένου να γίνεται απολύτως σαφές και κατανοητό ποιες ανακρίβειες και ποια γεγονότα ή απόψεις ανασκευάζονται ή απαντώνται. Στην προκειμένη περίπτωση, η Επιτροπή αποφάσισε ότι το περιεχόμενο της ανασκευαζόμενης αγγελίας θα έπρεπε να καθιστά σαφές πως η διόρθωση αφορούσε στην παρουσίαση άλλης γυναίκας ως νομίμου συζύγου του θανόντα. Κατά συνέπεια, θεώρησε ότι η παράθεσε λεπτομερειών της αγγελίας κηδείας που αμφισβητούσαν τη νομιμότητα του γάμου της παραπονούμενης με το θανόντα, με την παρουσίαση άλλης γυναίκας ως νομίμου συζύγου του, ήταν απαραίτητα στοιχεία προκειμένου να γίνει στον αναγνώστη κατανοητό πως προέκυψε και ποια ήταν η ανασκευαζόμενη ανακρίβεια. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή αποφάσισε πως το προταθέν από την εφημερίδα κείμενο δεν περιείχε όλες τις απαραίτητες πληροφορίες που ήταν ουσιώδεις για να γίνει κατανοητή η διόρθωση ή ανασκευή. Κατά συνέπεια θεώρησε πως η δημοσίευση του κειμένου «Αναφορικά με τον αποβιώσαντα Μενέλαο Τσαγγαρίδη εκ Κυπερούντας, που απεβίωσε στις 2/6/2015, εγώ η κάτωθι υπογεγραμμένη Νέλλη Μαχμούροβα Τσαγγαρίδη επιθυμώ να δηλώσω ότι κατά τον χρόνο του θανάτου του τελούσα νόμιμη σύζυγος του» δεν πληρούσε τους αναγκαίους όρους προκειμένου να θεωρηθεί επαρκής ανασκευή και κατά προέκταση δεν ικανοποιούσε το προβλεπόμενο από τον Κώδικα δικαίωμα απάντησης. Πέραν τούτου, η Επιτροπή θώρησε ότι η παρουσίαση μιας γυναίκας να δηλώνει, φαινομενικά άνευ αποχρώντος λόγου και αιτίας, ότι είναι η νόμιμη σύζυγος κάποιου, την εκθέτει και τη μειώνει στην αντίληψη του κοινού. Τέλος, η Επιτροπή θεωρεί σκόπιμο να υποδείξει ότι σε κάθε περίπτωση τα ΜΜΕ έχουν την ευθύνη και βαρύνονται με τη δαπάνη, αν υπάρχει, για τη διόρθωση ή ανασκευή ανακριβειών και επομένως η προσφορά δωρεάν δημοσίευσης οποιουδήποτε απαντητικού κειμένου είναι άνευ σημασίας και αντικειμένου.
ΠΡΟΝΟΙΑ/EΣ ΚΩΔΙΚΑ:
ΜΜΕ:
ΑΡ. ΠΑΡΑΠΟΝΟΥ:
16/2015
ΗΜ. ΑΠΟΦΑΣΗΣ:
10/11/2015
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ:
ΟΧΙ
Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας εξέτασε παράπονο (16/3/11/2015) από το Διευθύνοντα Συνέταιρο του δικηγορικού γραφείου «Τάσσος Παπαδόπουλος & Συνεργάτες», Νίκος Παπαευσταθίου εναντίον του δημοσιογράφου Μανώλη Καλατζή και της εφημερίδας «ΠΟΛΙΤΗΣ» για δημοσίευση κατ’ ισχυρισμό ανακριβών και παραπλανητικών πληροφοριών και για παράλειψη παροχής του δικαιώματος απάντησης. Ο παραπονούμενος ανέφερε ότι ο Μανώλης Καλατζής δημοσίευσε είδηση την 1η Νοεμβρίου, 2015 στην εφημερίδα «Πολίτης», στην οποία ανακριβώς έγραψε ότι το γραφείο πήρε ως αμοιβή σε δύο περιπτώσεις παροχής υπηρεσιών στην Τράπεζα Κύπρου τα ποσά των €19.202.000 (δεκαεννέα εκατομμυρίων…) και €10.381.000 (δέκα εκατομμυρίων…) ενώ στην πραγματικότητα τα εκατομμύρια ήταν χιλιάδες ευρώ.. Ειδικότερα ανέφερε ότι:: «Η εφημερίδα είτε παραποιώντας και πλαστογραφώντας τα ποσά που προφανώς κατατέθηκαν στην Επιτροπή Θεσμών και Αξιών της Βουλής των Αντιπροσώπων, είτε δημοσιεύοντας ποσά που εμφανώς είναι παραποιημένα και πλαστογραφημένα από τρίτο πρόσωπο με την πρόσθεση τριών μηδενικών (000) στο τέλος του αριθμού της κάθε χρέωσής μας, μετέτρεψε τις χιλιάδες σε εκατομμύρια. Στη βάση αυτών των πλαστογραφημένων εγγράφων και χαλκευμένων αριθμών δημιούργησε ένα κακόηθες λιβελλογράφημα σε βάρος του γραφείου μας. Επίσης ανέφερε πως: «Θα ανέμενε κάποιος από την εφημερίδα και τον δημοσιογράφο προτού προβεί στη δημοσίευση του συγκεκριμένου δημοσιεύματος να ερωτούσε και τις απόψεις του γραφείου μας, πράγμα που δυστυχώς δεν έγινε». Ο παραπονούμενος ανέφερε ότι στην δεύτερη περίπτωση που υπήρχε αναφορά στο δικηγορικό γραφείο «Τάσσος Παπαδόπουλος», ο δημοσιογράφος μετέτρεψε ο ίδιος σε €10.381.000 το ποσό των €10.381,46 που αναφερόταν στο έγγραφο της Βουλής ως αμοιβή προς το δικηγορικό γραφείο. Ο Μανώλης Καλατζής, παραθέτοντας τις απόψεις του επί του παραπόνου, υποστήριξε πως στην είδησή του παρέθεσε στοιχεία για αμοιβές δικηγορικών γραφείων από την Τράπεζα Κύπρου χωρίς να παρέμβει κατ’ ελάχιστον στα όσα ανέφεραν σχετικά επίσημα έγγραφα και ότι «ως εκ τούτου τα στοιχεία ήταν ακριβέστατα και αυτό αποδεικνύεται από τα σχετικά έγγραφα που κατέθεσε η Τράπεζα Κύπρου στην Επιτροπή Θεσμών…» Ο κ. Καλατζής δεν ανέφερε με βάση ποιο σκεπτικό ή μεθοδολογία κατέληξε στο συμπέρασμα πως τα επίμαχα ποσά εξέφραζαν εκατομμύρια και όχι χιλιάδες Ευρώ. Επίσης ανέφερε ότι δεν υπήρξε καμία παραποίηση ούτε πλαστογραφία από την εφημερίδα και το δημοσιογράφο, δεδομένου ότι η Βουλή, με ανακοίνωσή της στις 4/11/2015 ανέφερε μεταξύ άλλων ότι: «Τα ποσά που αναφέρονται, όπως προκύπτει και από το κυρίως μέρος της έκθεσης (πρόκειται για την έκθεση της Επιτροπής Θεσμών για την κατάρρευση της κυπριακής οικονομίας), αφορούν χιλιάδες και όχι εκατομμύρια ευρώ όπως δημοσιεύτηκε. Θα πρέπει, ωστόσο, να σημειωθεί ότι το έγγραφο το οποίο δημοσιεύτηκε, στο οποίο φαίνεται μια χειρόγραφη σημείωση με τρία μηδενικά, αποτελούσε έγγραφο εργασίας και εκ παραδρομής αναρτήθηκε στην ιστοσελίδα της Βουλής των Αντιπροσώπων αντί του πρωτότυπου, το οποίο βρίσκεται καταχωρημένο στο Αρχείο της Βουλής».

Ο κ. Καλατζής ανέφερε ότι η ανακοίνωση της Βουλής καταρρίπτει τον ισχυρισμό για πλαστογραφία από μέρους της εφημερίδας. Ως προς το παράπονο για την παροχή του δικαιώματος απάντησης ο κ. Καλατζής ανέφερε πως η εφημερίδα «Πολίτης» δημοσίευσε στην ηλεκτρονική της έκδοση την απάντηση του κ. Παπαυεσταθίου την 1/11/2015 και την επομένη δημοσίευσε την ανακοίνωσή του στην έντυπη έκδοσή της, ικανοποιώντας το αίτημα του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας για παροχή του δικαιώματος απάντησης. Εξ άλλου, ανέφερε ότι η εφημερίδα δεν απολογήθηκε, γιατί ο κ. Παπαευσταθίου δεν ζήτησε απολογία όταν ο «Φιλελεύθερος δημοσίευσε τα ίδια στοιχεία τον Μάϊο του 2014. Τέλος ανέφερε ότι δεν θεώρησε αναγκαίο να ζητήσει τις θέσεις του δικηγορικού γραφείου, δεδομένου ότι τα στοιχεία που δημοσίευσε αφ’ ενός είχαν δημοσιευθεί στο «Φιλελεύθερο» μερικούς μήνες προηγουμένως χωρίς να τύχουν σχολιασμού και αφ’ ετέρου γιατί λήφθηκαν από επίσημο έγγραφο, που περιλάμβανε χιλιάδες ονόματα δικηγόρων. Είπε όμως ότι αποτάθηκε για σχολιασμό στην Τράπεζα Κύπρου, από την οποία προήλθαν τα έγγραφα, αλλά δεν υπήρξε ανταπόκριση. Εξ άλλου, ανέφερε πως η εφημερίδα δημοσίευσε στις 8/11/2015 έγγραφο της Βουλής που βεβαίωνε ότι τα ποσά που πληρώθηκαν σε δικηγορικά γραφεία ήταν χιλιάδες ευρώ και όχι εκατομμύρια. Ο κ. Καλατζής παραπονέθηκε πως ο κ. Παπαευσταθίου, στην ανακοίνωση που εξέδωσε την 1/11/2015 του απέδιδε τη διάπραξη των ποινικών αδικημάτων της παραποίησης και πλαστογραφίας, ζητώντας τη δίωξή του από το Γενικό Εισαγγελέα. Ο κ. Καλατζής ανέφερε ότι «πρόκειται για πρωτοφανή επιχείρηση τρομοκράτησης δημοσιογράφου και εφημερίδας την οποία η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας οφείλει να στηλιτεύσει. Τέτοιες μέθοδοι στοχεύουν στη φίμωση των δημοσιογράφων και στον περιορισμό της ελευθεροτυπίας και δεν μπορεί να γίνονται ανεκτές». Η Επιτροπή εξέτασε επισταμένα την είδηση του κ. Καλατζή υπό τον τίτλο «Εκατομμύρια για νομικές συμβουλές, αγωγές και συμβόλαια-ΟΙ ΧΟΥΒΑΡΝΤΑΔΕΣ ΤΩΝ ΤΡΑΠΕΖΩΝ», στην οποία ανέφερε ότι η Τράπεζα Κύπρου και η Λαϊκή διέθεταν ποσά «που προκαλούν ίλιγγο» για νομικές υπηρεσίες από δικηγορικά γραφεία. Ανέφερε πως τα στοιχεία στα οποία βασίστηκε η είδηση προήλθαν από απόρρητο έγγραφο ημερομηνίας 11 Δεκεμβρίου, 2013 της Τράπεζας Κύπρου προς την Επιτροπή Θεσμών της Βουλής στο οποίο παρατίθεντο τα ποσά που πήραν κατ’ έτος διάφορα δικηγορικά γραφεία για παροχή νομικών υπηρεσιών, που όπως σημείωνε, ήταν νόμιμες συναλλαγές. Ειδικά, για το 2002 ανέφερε ότι το δικηγορικό γραφείο Τάσσος Παπαδόπουλος εισέπραξε €19,202,000 (εκατομμύρια) και τρία ξένα δικηγορικά γραφεία «εισέπραξαν αστρονομικά ποσά (περίπου 80 εκατομμύρια ευρώ), ενώ το δικηγορικό γραφείο «Χρυσαφίνης και Πολυβίου» εισέπραξε €1.706.000 (εκατομμύρια). Περαιτέρω ανέφερε ότι το 2003, χρονιά κατά την οποία ο ιδιοκτήτης του γραφείου εξελέγη Πρόεδρος της Δημοκρατίας, το δικηγορικό γραφείο «Τάσσος Παπαδόπουλος» πήρε €10.381.000 (εκατομμύρια), ενώ το δικηγορικό γραφείο «Χρυσαφίνης και Πολυβίου» σμίκρυνε τη ψαλίδα εισπράττοντας €8.543.000. Με βάση τα ενώπιόν της στοιχεία η Επιτροπή κατέληξε σε κατ’ αρχήν αποφάσεις επί των διαφόρων σημείων για τις οποίες ενημέρωσε τα μέρη. Μετά την ενημέρωσή του, ο κ. Καλατζής υπέβαλε πρόσθετα στοιχεία, και μάλιστα ουσιαστικά, το κυριότερο των οποίων ήταν ότι η ανάγνωση των αριθμών στο επίμαχο έγγραφο από τον ίδιο ήταν ορθή, δεδομένου ότι πάνω από τα αναφερόμενα ποσά υπάρχει η ένδειξη «EURO’000» που σημαίνει ότι οποιοδήποτε ποσό αναφέρεται κάτω από την ένδειξη αυτή και ανεξάρτητα από οποιεσδήποτε άλλες σημειώσεις, πρέπει να πολλαπλασιαστεί επί χίλια. Η Επιτροπή διερεύνησε το θέμα απευθύνοντας σχετικά ερωτήματα και ζητώντας τις απόψεις ανώτερου λειτουργού του Γενικού Λογιστηρίου της Δημοκρατίας, καθώς και λογιστών δύο ιδιωτικών ελεγκτικών γραφείων. Ολοι ανέφεραν ότι η ένδειξη EUR’000 ή €’000 σημαίνει πως τα ποσά που παρατίθενται πρέπει να πολλαπλασιαστούν επί χίλια και συνεπώς τα ποσά που αναγράφονταν στο έγγραφο θα έπρεπε να αναγνωσθούν ως εκατομμύρια. Η Γραμματεία ανέτρεξε επίσης σε έγγραφα της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου και διαπίστωσε ότι τα ποσά γράφονται με τον ίδιο τρόπο, για παράδειγμα στην ανακοίνωση ημερομηνίας 2/12/2015 για την οικονομική κατάσταση τον Νοέμβριο, 2015, τα ποσά αναγράφονται με έξι αριθμούς κάτω από την ένδειξη €’000, που σημαίνει ότι στα αναφερόμενα ποσά πρέπει να προστεθούν τρία μηδενικά. Τα αποθέματα χρυσού των οποίων η αξία είναι €447.600.000 αναγράφονται ως 447.600.

Εξ άλλου, ο Πρόεδρος της Επιτροπής Θεσμών και Αξιών της Βουλής κ. Δημήτρης Συλλούρης ανέφερε στη Γραμματεία ότι τα ποσά που αναφέρονταν στο έγγραφο ήταν στην πραγματικότητα χιλιάδες ευρώ αλλά είχαν αναγραφεί με λανθασμένο τρόπο στο επίμαχο έγγραφο. Στην πρώτη περίπτωση που αφορά στο δικηγορικό γραφείο «Τάσσος Παπαδόπουλος» το ποσό που αναγράφεται στο έγγραφο είναι 19,202.ΧΧ, δηλαδή 19 χιλιάδες και 202 ευρώ, ενώ το δεκαδικό μέρος διαγράφηκε και πάνω από αυτό γράφτηκαν με το χέρι τρία μηδενικά (000), μετατρέποντας το ποσό σε εκατομμύρια. Αυτό αποτελεί πιθανή ένδειξη πως και σε επίπεδο Βουλής θεωρήθηκε σε κάποιο στάδιο πως το ποσό αναφερόταν σε εκατομμύρια. Στη δεύτερη περίπτωση που εμφαίνεται η επωνυμία του δικηγορικού γραφείου το ποσό στο έγγραφο είναι αναλλοίωτο, δηλαδή €10,381.46. Υπό το φως των πιο πάνω και με βάση τις βεβαιώσεις επαγγελματιών λογιστών και ελεγκτών η Επιτροπή αποφάσισε ότι δημοσιογράφος δικαιολογημένα ανέγνωσε και ανέγραψε τα ποσά ως εκατομμύρια. Εκ των υστέρων υπήρξε η βεβαίωση της Βουλής των Αντιπροσώπων ότι τα ποσά που αναφέρονταν ήταν χιλιάδες ευρώ, αλλά το στοιχείο αυτό δεν υπήρχε κατά τον ουσιώδη χρόνο της σύνταξης της είδησης. Η Επιτροπή αποφάσισε επίσης πως τα επίσημα έγγραφα έχουν το τεκμήριο της ακρίβειας και συνεπώς δεν υφίσταται υποχρέωση από μέρους του δημοσιογράφου για εξακρίβωση των στοιχείων που αναφέρονταν στο επίσημο έγγραφο της Βουλής, ούτε και παροχή ευκαιρίας σχολιασμού με βάση την πρόνοια του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας που προβλέπει ότι «τα ΜΜΕ παρέχουν στους επηρεαζομένους, στην κατάλληλη περίπτωση… την ευκαιρία να απαντήσουν…» Η «κατάλληλη περίπτωση» είναι θέμα ερμηνείας και κρίνεται με βάση τα γεγονότα κατά περίπτωση. Όμως επισημαίνεται πώς είναι πάγια θέση της Επιτροπής ότι σε περιπτώσεις κατά τις οποίες είναι δυνατό ή αναμενόμενο να εγερθούν αμφισβητήσεις και σοβαρή διχογνωμία, πρέπει να παρέχεται η ευκαιρία στα εμπλεκόμενα μέρη για σχολιασμό ή αντίκρουση ταυτόχρονα με τη δημοσίευση, γεγονός που συμβάλλει στην ενίσχυση της αξιοπιστίας και της έξωθεν καλής μαρτυρίας για αμερόληπτη πληροφόρηση. Εξετάζοντας όλα τα δεδομένα της παρούσης περίπτωσης, η Επιτροπή θεώρησε ότι αν και δεν είχε υποχρέωση επειδή ήταν επίσημα έγγραφα, θα ήταν καλό και πρόσφορο ο δημοσιογράφος να είχε ζητήσει τις απόψεις του δικηγορικού γραφείου επί του θέματος των αμοιβών που παρουσιαζόταν να είχε λάβει, πολύ περισσότερο που και ό ίδιος ανέφερε ότι τα ποσά που αναφέρονταν προκαλούσαν ίλιγγο. Το γεγονός ότι ανάλογα στοιχεία δημοσιεύθηκαν στο «Φιλελεύθερο» πριν από πολλούς μήνες χωρίς να γίνει σχολιασμός ή να υπάρξει διαμαρτυρία δεν ήταν λόγος παράλειψης παροχής της ευκαιρίας σχολιασμού, δεδομένου μάλιστα ότι η δημοσίευση έγινε για διαφορετικούς λόγους. Ο μη σχολιασμός ή η σιωπή δεν πρέπει να εκλαμβάνεται εκ προοιμίου ως επιβεβαίωση της ακρίβειας οποιωνδήποτε πληροφοριών. Αυτό ισχύει σε μεγαλύτερο βαθμό στην προκειμένη περίπτωση, επειδή τα στοιχεία που δημοσίευσε ο «Φιλελεύθερος» στην ηλεκτρονική του έκδοση ήταν κρυμμένα πίσω από ένα ηλεκτρονικό σύνδεσμο που παρέπεμπε σε ένα από τα πολλά παραρτήματα τα οποία συνόδευαν την έκθεση της Επιτροπής Θεσμών και Αξιών για τα αίτια της κατάρρευσης της οικονομίας. Τα στοιχεία δεν παρουσιάστηκαν μεμονωμένα, ούτε και έτυχαν καμιάς ιδιαίτερης προβολής, επισήμανσης ή σχολιασμού από το «Φιλελεύθερο», όπως στην περίπτωση της είδησης του «Πολίτη» που απέβλεπε στην επισήμανση ότι οι Τράπεζες διέθεταν «αστρονομικά ποσά» για νομικές υπηρεσίες που «προκαλούν ίλιγγο». Η Επιτροπή περαιτέρω διαπίστωσε πως η εφημερίδα ικανοποίησε το δικαίωμα απάντησης του δικηγορικού γραφείου, δημοσιεύοντας αυτολεξεί τόσο την ανακοίνωση της Βουλής για το όλο θέμα, όσο και την ανακοίνωσή που εξέδωσε ο παραπονούμενος σε απάντηση ανακοίνωσης της Ενωσης Συντακτών, η οποία ασχολήθηκε με το θέμα και εξέφρασε υποστήριξη προς το δημοσιογράφο σε σχέση με τη διατύπωση κατηγοριών εναντίον του για πλαστογραφία του επίμαχου εγγράφου. Περαιτέρω, υπό το φως των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον της, η Επιτροπή απέρριψε την κατηγορία του παραπονουμένου για πλαστογραφία ή παραποίηση εγγράφου από το δημοσιογράφο. Επίσης επισήμανε ότι κατηγορίες, ισχυρισμοί και επιθέσεις που αποδίδουν ποινικά αδικήματα σε οποιοδήποτε και ιδιαίτερα σε δημοσιογράφους δεν πρέπει να γίνονται ελαφρά τη καρδία, δεδομένου ότι είναι δυνατό να εκληφθούν ως προσπάθεια φίμωσης. Ως προς το παράπονο του κ. Καλατζή για άσκηση τρομοκρατίας από μέρους του παραπονούμενου η Επιτροπή θεώρησε ότι δεν επρόκειτο για διατύπωση απειλών ή προειδοποιήσεων προς το δημοσιογράφο, αλλά για αναφορά σε ενέργειες που είχαν ήδη γίνει προς το Γενικό Εισαγγελέα με αίτημα να διεξαγάγει έρευνα για πιθανά ποινικά αδικήματα ή ενεργειών προς την Επιτροπή Θεσμών και Αξιών της Βουλής. Η Επιτροπή θεωρεί ότι ο παραπονούμενος είχε δικαίωμα να προβεί σε οποιεσδήποτε ενέργειες θεωρούσε πρόσφορες ή δικαιολογημένες. Το αίτημά του για διεξαγωγή ποινικής έρευνας από το Γενικό Εισαγγελέα θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι συνιστούσε απειλή αν ο παραπονούμενος ασκούσε θεσμικό ή άλλο έλεγχο πάνω στο Γενικό Εισαγγελέα ή στην Επιτροπή Θεσμών και Αξιών της Βουλής, γεγονός που δεν συμβαίνει, ή θα ήταν σε θέση με κάποιο τρόπο να παρέμβει στις αποφάσεις τους. Παρά ταύτα, η Επιτροπή επισημαίνει ότι ενώ οι δημοσιογράφοι δεν είναι πέραν κριτικής και επίκρισης, θα πρέπει να αποφεύγονται δηλώσεις και ισχυρισμοί που είναι δυνατό να πλήξουν την ελευθεροτυπία και το δικαίωμα έκφρασης.
ΠΡΟΝΟΙΑ/EΣ ΚΩΔΙΚΑ:
ΜΜΕ:
ΑΡ. ΠΑΡΑΠΟΝΟΥ:
8/2015
ΗΜ. ΑΠΟΦΑΣΗΣ:
16/07/2015
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ:
ΝΑΙ
Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας εξέτασε παράπονο (8/27/5/2015) από γυναίκα αστυνομικό που υπηρετεί σε Αστυνομικό Σταθμό της Επαρχίας Λάρνακας για δημοσιεύματα στην ιστοσελίδα TOTHEMAOLINE ημερομηνίας 22/5/2015. Η παραπονούμενη ανέφερε ότι τα δημοσιεύματα ήταν ψευδή, παραπλανητικά και αβάσιμα και ότι περιείχαν υβριστικούς και μειωτικούς ισχυρισμούς και χαρακτηρισμούς για την ίδια. Τα δημοσιεύματα δεν αναφέρονταν στην παραπονούμενη ονομαστικά, αλλά όπως η ίδια υπέδειξε, την περιέγραφαν ως γυναίκα αστυφύλακα που υπηρετούσε σε συγκεκριμένο αστυνομικό σταθμό, με συνέπεια, σε συνδυασμό με τα γεγονότα που αναφέρονταν, να οδηγούν στην αποκάλυψη της ταυτότητάς της σε άτομα της περιοχής όπου διαμένει και σε ευρύ κύκλο μελών της Αστυνομικής Δύναμης. Η παραπονούμενη ανέφερε ότι στον αστυνομικό σταθμό υπηρετούν μόνο 4 γυναίκες αστυνομικοί και ότι έγινε αμέσως αντιληπτό στην κοινότητα ότι τα δημοσιεύματα αναφέρονταν στην ίδια λόγω καταγγελίας την οποία είχε υποβάλει προηγουμένως η ίδια εναντίον υποστατικού για παράνομη λειτουργία και πρόκληση οχληρίας και η οποία είχε γίνει ευρέως γνωστή στην περιοχή. Παράλληλα, η ταυτότητά της έγινε γνωστή σε ευρύ κύκλο μεταξύ των μελών της Αστυνομίας επειδή διατάχθηκε έκθεση γεγονότων μετά τα δημοσιεύματα της ιστοσελίδας. Η Επιτροπή, λαμβάνοντας υπόψη τα δημοσιεύματα, τις θέσεις της ιστοσελίδας και το σύνολο των γεγονότων, αποφάσισε ότι το παράπονο ήταν αποδεκτό προς εξέταση γιατί τα δημοσιεύματα οδηγούσαν σε αποκάλυψη της ταυτότητας της παραπονούμενης. Η ορθότητα της θέσης αυτής προκύπτει και από το γεγονός ότι η ιστοσελίδα απέδωσε στην παραπονούμενη και δεύτερη καταγγελία εναντίον κέντρου για πρόκληση οχληρίας, που δεν έγινε από εκείνη. Η Επιτροπή επισημαίνει ότι η αποκάλυψη της ταυτότητας οποιουδήποτε ατόμου συντελείται όταν τα στοιχεία που δημοσιεύονται είναι τέτοια ώστε πρόσωπα του περιβάλλοντος ή της περιοχής στην οποία διαμένει ή στην οποία είναι γνωστό, ανεξάρτητα από το μέγεθος του πλήθους των ανθρώπων, να αντιλαμβάνονται ότι σχετίζονται με το άτομο αυτό. Η Επιτροπή, στο πλαίσιο της αποστολής της για τήρηση υψηλού επαγγελματικού επιπέδου από μέρους των ΜΜΕ και των λειτουργών τους, θεώρησε χρέος της να επισημάνει ότι το αρχικό δημοσίευμα της ιστοσελίδας χαρακτηρίζεται από χαμηλού επιπέδου δημοσιογραφικό λόγο ως προς τη χρήση της γλώσσας, το ύφος, την έκφραση και την πληροφόρηση. Το δημοσίευμα, ημερομηνίας 22/5/2015, ανέφερε ότι «ένας τίμιος και εργατικός λοχίας, ο … (παρέθεσε το όνομά του αλλά λανθασμένο επίθετο) «μετατέθηκε χωρίς καμιά αιτία από τη Λάρνακα στη Λευκωσία, γιατί έτσι ήθελε γυναίκα Αστυνομικός του σταθμού ***». Ειδικότερα, το δημοσίευμα ανέφερε ότι ο λοχίας μετατέθηκε ύστερα από παράπονο συγκεκριμένης γυναίκας Αστυφύλακα, «της οποίας το έργο είναι μηδαμινό και η οποία παρουσιάζει προβληματική συμπεριφορά όπου υπηρετήσει», η οποία τον κατάγγειλε ότι δεν εκτέλεσε τα καθήκοντα του, καταλογίζοντάς του ότι δεν προέβη σε καταγγελία εναντίον καφενείου από το οποίο ακουγόταν δυνατή μουσική στις 9 μ.μ. στη διάρκεια παιδικού πάρτι. Το δημοσίευμα δεν ανέφερε την ημερομηνία κατά την οποία έγινε η καταγγελία, άφηνε όμως να εννοηθεί ότι έγινε στο άμεσο προηγούμενο διάστημα, αφού ανέφερε ότι «απόψε, (δηλαδή το βράδυ της 22/5/2015) η συγκεκριμένη Αστυφύλακας, σε συγκεκριμένο καφενείο, στο οποίο βρίσκονταν πρόσωπα αξιόπιστα και ευυπόληπτα, έφτασε σε σημείο να σπάζει και να κλωτσά τραπέζια και καρέκλες».Σύμφωνα πάντα με το δημοσίευμα «επιπλέον απειλούσε τους πάντες και τα πάντα, ενώ στον συγκεκριμένο χώρο τηρείτο η τάξη και ο νόμος. Μάλιστα, επικοινώνησε με το γραφείο του πολίτη, υποδυόμενη πολίτη και κατήγγειλε το εν λόγω υποστατικό» με αποτέλεσμα να «καταγγελθεί ξανά το εν λόγω υποστατικό». Το δημοσίευμα κατέληγε με τη φράση «Τώρα, ποιος πρέπει να μετατεθεί, ποιος πρέπει να απολυθεί ή ποιος πρέπει να βρίσκεται στην Αστυνομία, είναι άλλου παπά ευαγγέλιο. Ο Θεός να μας προσέχει. Ζήτω η Κυπριακή Δημοκρατία». Κάτω από το δημοσίευμα αναρτήθηκαν πολλά σχόλια, από άνδρες και γυναίκες επικριτικά για την αστυνομικό, τα πλείστα με χυδαίο και υβριστικό περιεχόμενο. Η ιστοσελίδα δεν έκαμε καμιά ενέργεια για να τα αφαιρέσει για μεγάλο χρονικό διάστημα. Ακολούθησαν και άλλα δημοσιεύματα για «την περίπτωση της περιβόητης Αστυνομικού του σταθμού ***, όλα κάτω από τίτλους στους οποίους η παραπονούμενη περιγραφόταν ως «η αστυφύλακας με τα καπρίτσια». Στις 25/5/2015 η ιστοσελίδα δημοσίευσε νέα είδηση για το θέμα υποστηρίζοντας πως «Γερές πλάτες φαίνεται να έχει η γυναίκα αστυφύλακας με τα καπρίτσια» και ότι «η αστυφύλακας φαίνεται μάλιστα να επηρεάζει αποφάσεις και να μεταθέτει αστυφύλακες συναδέλφους της. Επίσης, διοχετεύοντας πληροφορίες για διάφορους, φαίνεται να πετυχαίνει μεταθέσεις ακόμα και να ανέχονται παρεμβάσεις της σε διάφορους τομείς». H ιστοσελίδα ανάρτησε άλλες δύο ειδήσεις, τη μια στα 9 Ιουνίου, 2015, στην οποία υποστήριζε ότι η υπό αναφορά αστυφύλακας πέτυχε μεταθέσεις ακόμη και ανωτέρων της και ότι «τώρα έβαλε στο στόχαστρο της ιδιοκτήτη καφενείου στη Λάρνακα που γειτνιάζει με το σπίτι της στέλλοντας περιπολικά στο υποστατικό του». Ανέφερε επίσης ότι μαζεύει υπογραφές για να κλείσει το καφενείο και κατέληγε με τον ισχυρισμό ότι «παρακολουθείται από ψυχολόγο, γεγονός για το οποίο δεν γνωρίζουμε αν έχει ενημερώσει τους ανώτερούς της». Σε άλλο δημοσίευμα στις 19 Ιουνίου, 2015, η ιστοσελίδα ανέφερε ότι «η αστυφύλακας με τα καπρίτσια» είχε υποβάλει παράπονο στην Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας και επίσης ότι «έγινε παράνομη παρέμβαση συγκεκριμένου προσώπου και άσκηση πιέσεων προς τον συγκεκριμένο λογία της αστυνομίας που πήγε να εξετάσει παράπονο εναντίον του καφενείου της γειτονιάς». Τέλος καλούσε τον Αστυνομικό Διευθυντή Λάρνακας, «ο οποίος ανέχεται την συγκεκριμένη συμπεριφορά, να δώσει και ο ίδιος εξηγήσεις στον Αρχηγό της Αστυνομίας, για το τι έχει πράξει μέχρι σήμερα για την συγκεκριμένη αστυφύλακα». Η παραπονούμενη ανέφερε ότι το δημοσίευμα στις 22/5/2015 στην πραγματικότητα περιέγραφε γεγονότα που διαδραματίστηκαν σε δύο διαφορετικές ημέρες, κατά τις οποίες έγινε καταγγελία εναντίον καφενείου-κέντρου που λειτουργούσε χωρίς άδεια. Η πρώτη καταγγελία έγινε από την ίδια στις 12 Ιανουαρίου, 2015, με τηλεφώνημά της στη γραμμή του πολίτη και επίσης προς τον Αστυνομικό Διευθυντή Λάρνακας εναντίον κέντρου στη γειτονιά της για χρήση μεγαφώνων και πρόκληση οχληρίας με δυνατή μουσική. Το γεγονός έγινε ευρέως γνωστό στην περιοχή, με αποτέλεσμα όταν δημοσιεύθηκε το επίμαχο κείμενο στις 22/5/2015, όλοι στη γειτονιά να σκεφθούν ότι αναφερόταν στην ίδια. Η παραπονούμενη ανέφερε πως στην πραγματικότητα η δεύτερη καταγγελία δεν προήλθε από την ίδια, ούτε και επισκέφθηκε το καφενείο-κέντρο εκείνη την ημέρα, γιατί κατά τον ουσιώδη χρόνο βρισκόταν σε σπίτι φίλων της και επομένως ψευδώς το δημοσίευμα ανέφερε ότι την καταγγελία υπέβαλε εκείνη και ότι μπήκε στο υποστατικό και έσπαζε και κλωτσούσε καρέκλες και τραπέζια και απειλούσε τους πάντες. Τέλος ανέφερε πως η ιστοσελίδα επέτρεψε να παραμείνουν αναρτημένα κάτω από το πρώτο δημοσίευμα σχόλια αναγνωστών με υβριστικό, χυδαίο και αισχρό περιεχόμενο γι’ αυτήν. Η ιστοσελίδα απάντησε στο παράπονο μέσω δικηγορικού γραφείου υποστηρίζοντας πως «σε καμία περίπτωση δεν αναφέρει και/ή σκιαγραφεί και/ή φωτογραφίζει και/ή κατονομάζει το οποιοδήποτε πρόσωπο πάρα μόνο κάνει αναφορά και/ή χρησιμοποιεί την λέξη 'Αστυφύλακας’. Επίσης ανέφερε ότι η ιστοσελίδα «ενέργησε μέσα στα πλαίσια που ορίζει ο Νόμος και οι Αρχές Δεοντολογίας του Δημοσιογραφικού Επαγγέλματος υπηρετώντας το αναφαίρετο δικαίωμα του ανθρώπου και του πολίτη να πληροφορεί και να πληροφορείται ελεύθερα» και επίσης ότι οι δημοσιογράφοι που εργάζονται σ’ αυτήν «θεωρούν ως πρώτιστο καθήκον τους τόσο προς την κοινωνία όσο και προς τον εαυτό τους τη δημοσιοποίηση όλης της αλήθειας». Περαιτέρω ανέφερε πως η ιστοσελίδα δημοσίευσε “έγκυρες και διασταυρωμένες πληροφορίες που ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα” και πρόσθεσε πως αν της ζητηθεί θα προσκομίσει ένορκες δηλώσεις ευυπόληπτων πολιτών ότι η παραπονούμενη «άρπαζε το μικρόφωνο από τα χέρια προσώπου και το έριχνε στο έδαφος καθώς και μαρτυρίες ότι κλωτσούσε καρέκλες και απειλούσε "Θεούς και Δαίμονες» μπροστά στα μάτια θαμώνων. Τέλος υποστήριξε πως «παρόλο που δεν είναι στις αρμοδιότητές της να ασχολείται με τις αναρτήσεις και/ ή τα σχόλια αναγνωστών, …τα σχόλια έχουν διαγραφεί». Σε σχέση με τον ισχυρισμό ότι η εφημερίδα δεν αποκάλυψε την ταυτότητα της παραπονούμενης, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα, όπως και κατά το στάδιο αξιολόγηση του παραπόνου, ότι τα δημοσιεύματα περιείχαν αρκετά στοιχεία που οδηγούσαν αβίαστα στην αποκάλυψη της ταυτότητάς της σε άτομα που την γνωρίζουν. Διερευνώντας τα γεγονότα, η Επιτροπή πληροφορήθηκε ότι η αναφερόμενη μετάθεση του Λοχία της Αστυνομίας έγινε στις 2 Μαρτίου, 2015 και δεν σχετίζεται με κανένα τρόπο με γεγονότα τα οποία το δημοσίευμα υποβάλλει ότι συνέβησαν στις 22/5/2015. Ο ίδιος ο λογίας πληροφόρησε την Επιτροπή ότι δεν γνωρίζει καν το λόγο της μετάθεσής του από τη Λάρνακα στη Λευκωσία και επίσης ότι διατηρεί φιλικές σχέσεις με την παραπονούμενη και δεν βρίσκεται με κανένα τρόπο σε αντιπαράθεση μαζί της ή άτομα του άμεσου περιβάλλοντός της. Η Επιτροπή έλαβε επίσης πληροφόρηση την οποία θεωρεί ως απολύτως έγκυρη ότι η αρμόδιοι στην Αστυνομία, μετά την υποβολή έκθεσης γεγονότων σε σχέση με τους ισχυρισμούς ή καταγγελίες της ιστοσελίδας, έκριναν ότι δεν ενδείκνυτο η λήψη μέτρων εναντίον της αστυνομικού ή οποιαδήποτε άλλη ενέργεια. Η Επιτροπή θεωρεί ότι το θέμα αφορά όχι μόνο στην ακρίβεια των πληροφοριών, την οποία επικαλείται η ιστοσελίδα για να αιτιολογήσει τα δημοσιεύματά της, αλλά σε σειρά προνοιών του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας, που αναφέρονται στην τήρηση υψηλού επαγγελματικού επιπέδου από μέρους των ΜΜΕ και των δημοσιογράφων, στην παροχή ακριβούς, έγκυρης και αντικειμενικής ενημέρωσης, στην παροχή του δικαιώματος απάντησης και αντίκρουσης, στην αποφυγή δυσμενών διακρίσεων και προσβολής ή διασυρμού ατόμων ή ομάδων και στο σεβασμό των προσωπικών δεδομένων. Πάγια θέση της Επιτροπής είναι ότι ο Κώδικας, κατοχυρώνοντας το δικαίωμα της ελευθερίας έκφρασης και πληροφόρησης επιβάλλει ταυτόχρονα την υποχρέωση επίδειξη ήθους, αμεροληψίας και αντικειμενικότητας. Από το ύφος των δημοσιευμάτων και τους χαρακτηρισμούς που χρησιμοποίησε η ιστοσελίδα, όπως «η αστυφύλακας με τα καπρίτσια», «η περιβόητη αστυφύλακας» «η αστυφύλακας της οποίας το έργο είναι μηδαμινό και η οποία παρουσιάζει προβληματική συμπεριφορά όπου υπηρετήσει» «παρακολουθείται από ψυχολόγο, γεγονός για το οποίο δεν γνωρίζουμε αν έχει ενημερώσει τους ανώτερούς της», αβίαστα προκύπτει η ύπαρξη προκατάληψης εναντίον της παραπονούμενης. Το γεγονός αυτό επιμαρτυρείται από το ότι ενώ υπήρξαν τουλάχιστο πέντε δημοσιεύματα που απέδιδαν στην ίδια επιλήψιμη συμπεριφορά δεν της δόθηκε σε καμιά περίπτωση η ευκαιρία ή το δικαίωμα να δώσει τη δική της εκδοχή ή να αντικρούσει τις κατηγορίες. Εξ άλλου, διατυπώθηκε εναντίον της μομφή για το γεγονός ότι υπέβαλε καταγγελία εναντίον καφενείου που λειτουργούσε παράνομα ως κέντρο, αν και η η ίδια ιστοσελίδα επισημαίνει πως το καφενείο δεν είχε άδεια κατά τον ουσιώδη χρόνο. Επίσης της αποδόθηκαν ευθύνες για διάφορα άλλα γεγονότα, τα οποία αναφέρονται γενικώς και αορίστως, όπως η μετάθεση αστυφυλάκων και ανωτέρων της και οι φερόμενες παρεμβάσεις της που γίνονται ανεκτές «για διάφορα θέματα», για τα οποία δεν υπάρχει ίχνος επιβεβαιωτικής μαρτυρίας, όπως η μετάθεση του αστυνομικού λοχία ή ακόμη και ανωτέρων της και η υποβολή καταγγελίας, στην οποία δεν είχε προβεί. Η Επιτροπή σημείωσε επίσης το γεγονός ότι στο πρώτο δημοσίευμα της εφημερίδας υπήρχε παραπλάνηση, γιατί άφηνε να εννοηθεί ότι την ημέρα εκείνη, δηλαδή στις 22/5/2015 συνέβησαν γεγονότα τα οποία στην πραγματικότητα χρονικά τοποθετούνται πέντε και πλέον μήνες προηγουμένως. Με βάση τα πιο πάνω η Επιτροπή διαπίστωσε παραβίαση των γενικών διατάξεων περί παροχής αντικειμενικής, ολοκληρωμένης και έγκυρης πληροφόρησης και περί υψηλού επαγγελματικού επιπέδου και αποφυγής γλώσσας με χυδαίο ή αισχρό περιεχόμενο και των ειδικών διατάξεων περί μη δημοσίευσης ανακριβών ή παραπλανητικών πληροφοριών (άρθρο 1), παροχής του δικαιώματος απάντησης και αντίκρουσης (άρθρο 2), περί σεβασμού προσωπικών δεδομένων και περί αποφυγής ανοίκειων προσωπικών επιθέσεων και προσβλητικών ή υβριστικών χαρακτηρισμών που διασύρουν την τιμή και υπόληψη (άρθρο 3) και περί αποφυγής προκατάληψης, χλευασμού, διαπόμπευσης ή διασυρμού (άρθρο12). Ιδιαίτερα προσβλητικά, άσεμνα και αισχρά ήταν κάποια από τα σχόλια που αναρτήθηκαν κάτω από την αρχική είδηση. Η Επιτροπή δεν αποδέχθηκε τη θέση του νομικού συμβούλου της ιστοσελίδας ότι δεν είναι στις αρμοδιότητές της να ασχολείται με τις αναρτήσεις και/ ή τα σχόλια αναγνωστών. Κάτι τέτοιο θα οδηγούσε σε ασυδοσία. Αντίθετα, η Επιτροπή υποδεικνύει ότι οι υπεύθυνοι ιστοσελίδων είναι υπόλογοι για τα σχόλια που αναρτούν μέλη του κοινού κάτω από ειδήσεις τους, με βάση και τη νομολογία του ΕΔΑΔ, (υπόθεση ιστότοπου DELFI AS v ESTONIA, Οκτώβριος 2013)σύμφωνα με την οποία οι επιμελητές ιστότοπων έχουν υποχρέωση να παρεμβαίνουν χωρίς καθυστέρηση για την αφαίρεση προσβλητικών, υβριστικών και χυδαίων ή άσεμνων σχολίων που αναρτούν μέλη του κοινού. http://hudoc.echr.coe.int/eng?i=001-126635#{"itemid":["001-126635"]} (Based on the above elements, in particular the insulting and threatening nature of the comments, the fact that the comments were posted in reaction to an article published by the applicant company in its professionally-managed news portal run on a commercial basis, the insufficiency of the measures taken by the applicant company to avoid damage being caused to other parties’ reputations and to ensure a realistic possibility that the authors of the comments will be held liable, and the moderate sanction imposed on the applicant company, the Court considers that in the present case the domestic courts’ finding that the applicant company was liable for the defamatory comments posted by readers on its Internet news portal was a justified and proportionate restriction on the applicant company’s right to freedom of expression.) Οι καθ’ ων το παράπονο επέτρεψαν να παραμείνουν αναρτημένα σχόλια για μεγάλο χρονικό διάστημα και η αφαίρεσή τους έγινε μόνο αφού ενημερώθηκαν για την υποβολή παραπόνου στην Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας. Σχετική με το πιο πάνω θέμα είναι απόφαση της Επιτροπής στις 27/2/2014 http://www.cmcc.org.cy/Decisions/index_2014_files/1_2014.html
ΠΡΟΝΟΙΑ/EΣ ΚΩΔΙΚΑ:
ΜΜΕ:
ΑΡ. ΠΑΡΑΠΟΝΟΥ:
12/2015
ΗΜ. ΑΠΟΦΑΣΗΣ:
16/07/2015
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ:
ΟΧΙ
Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας εξέτασε παράπονο (12/2/7/2015) από τον Αντώνη Κοντεμενιώτη εναντίον εφημερίδας «Αλήθεια» και του δημοσιογράφου Αλέκου Κωνσταντινίδη για κατ’ ισχυρισμό παραβίαση δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας. Ο παραπονούμενος ανέφερε ότι στις 9/6/2015 παρέδωσε για δημοσίευση στον Αλέκο Κωνσταντινίδη κείμενό του που αναφερόταν στην κλίση της λέξης «καζίνο», αλλά εκείνος αντί να δημοσιεύσει το κείμενό του, δημοσίευσε δικό του δοκίμιο στις 11/6/2015 σχετικά με την κλίση ξένων λέξεων, «με περιεχόμενο και στοιχεία που ελήφθησαν από το κείμενο» που του παρέδωσε. Το κείμενο που δόθηκε στον Αλέκο Κωνσταντινίδη αποτελούσε μεταφορά ενός τηλεφωνικού μηνύματος του Αντώνη Κοντεμενιώτη προς μουσικό παραγωγό του ΡΙΚ, στο οποίο του ανέφερε ότι η χρήση του όρου «τα κοντσιέρτι» που χρησιμοποίησε σε εκφώνησή του, ήταν τερατώδης. Περαιτέρω ανέφερε πως: «Η ελληνική έχει κλιτικό σύστημα! Mutatis mutandis (τηρουμένων των αναλογιών) παπαγάλισες τα καζίνο! Ορθά είναι: τα κοντσιέρτα, τα καζίνα, τα μαντολίνα, της τρόικας». Ο Αλέκος Κωνσταντινίδης δημοσίευσε στη στήλη του «Γλωσσικά Πάρεργα» το ακόλουθο κείμενο: «Τώρα που θ' αποχτήσουμε καζίνο ή καζίνα θα ήταν χρήσιμο ν' αποφασίσουμε και πώς θα γράφουμε την λέξη, αν δηλαδή θα την προσαρμόσουμε στο κλιτικό σύστημα της ελληνικής ή θα αποφασίσουμε ότι θα μείνει άκλιτη. Σύμφωνα με το «Λεξικό των Δυσκολιών και των Λαθών στη χρήση της Ελληνικής» του Γ. Μπαμπινιώτη, λέξεις που λήγουν σε - ο είναι εύκολο να ενταχθούν στο κλιτικό σύστημα της Ελληνικής ως ουδέτερα ουσιαστικά σε -ο και να κλίνονται όπως αυτά. (το ρίσκο, του ρίσκου, το τρένο, του τρένου κλπ). Στην κατηγορία αυτή ανήκει και το καζίνο, το οποίο κλίνεται κανονικά: το καζίνο, του καζίνου, τα καζίνα, των καζίνων. Είναι γεγονός ότι ο πληθυντικός καζίνα ξενίζει πολλούς ομιλητές, οι οποίοι αποφεύγουν να τον χρησιμοποιήσουν και εκφέρουν τη λέξη άκλιτη: τα καζίνο, αλλά και τον ενικό του καζίνο, με το σκεπτικό μάλιστα ότι βάσει κανόνα της γραμματικής ξένες λέξεις δεν κλίνονται (ibid). Τότε, όμως, θα έμεναν άκλιτες δεκάδες ξένες λέξεις όπως το κονσέρτο, το παλτό, το μαντολίνο κλπ. Να το κλίνετε, λοιπόν, το καζίνο και μη φοβάστε». Ο Αλέκος Κωνσταντινίδης, που ενημερώθηκε για το παράπονο προκειμένου να υποβάλει τις απόψεις του, ανέφερε ότι το θεωρούσε απολύτως αβάσιμο, ανυπόστατο και ενοχλητικό, δεδομένου ότι έγραψε ένα εντελώς δικό του κείμενο με βάση τις απόψεις του γλωσσολόγου καθηγητή Μπαμπινιώτη. Το παράπονο αφορά στην πρόνοια του άρθρου 7 του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας περί πνευματικής ιδιοκτησίας, που αναφέρει ότι: «Τα Μ.Μ.Ε. και οι λειτουργοί σέβονται και εφαρμόζουν το εκάστοτε ισχύον Δίκαιο και συμβάσεις που αφορούν στην προστασία της πνευματικής ιδιοκτησίας. Εκεί που επιτρέπεται, η αναδημοσίευση από άλλη πηγή γίνεται με σεβασμό προς το συγγραφέα/δημιουργό ή τον ιδιοκτήτη. Τα Μ.Μ.Ε. και οι λειτουργοί των υποχρεούνται να αναφέρουν την προέλευση». Η προστασία ως προς τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας, που παρέχει ο Κώδικας, ο οποίος παραπέμπει στο ισχύον Δίκαιο και συμβάσεις, κυρίως της Διεθνούς Σύμβασης περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας του 1968, αφορά σε «πνευματικά δημιουργήματα» ή «πρωτότυπα συγγραφικά έργα». Η προστασία αυτή, με βάση προηγούμενες αποφάσεις της Επιτροπής που στηρίζονται στην προαναφερθείσα σύμβαση και δικαστικές αποφάσεις, δεν παρέχεται για τα γεγονότα που περιγράφονται σε μια είδηση ή για ιδέες που αναπτύσσονται σε ένα κείμενο, αλλά στον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζονται ή αναλύονται γεγονότα ή ιδέες, δηλαδή στην επιλογή και τοποθέτηση συγκεκριμένων λέξεων σε ένα κείμενο, που προσδίδουν και το ύφος (στυλ) του δημιουργού. Όπως η Επιτροπή υπέδειξε σε προηγούμενες αποφάσεις της, είναι η πνευματική δημιουργία, δηλαδή το κείμενο που προκύπτει με τη χρήση συγκεκριμένων λέξεων και με το ύφος γραφής επί ενός γεγονότος ή μιας ιδέας, η οποία αποτελεί το αντικείμενο προστασίας και όχι το γεγονός ή η ιδέα. Σε αντίθετη περίπτωση θα αποκλειόταν το δικαίωμα της έκφρασης για σχεδόν οποιοδήποτε θέμα, γιατί δεν θα ήταν λίγοι εκείνοι που θα ισχυρίζονταν ότι πρώτοι ανακοίνωσαν ένα γεγονός ή ήταν οι εμπνευστές μιας ιδέας. Στην προκειμένη περίπτωση δεν υπάρχουν πρωτότυπο πνευματικό δημιούργημα ή στοιχεία που λήφθηκαν από το κείμενο του παραπονούμενο και χρησιμοποιήθηκαν στο κείμενο του Αλέκου Κωνσταντινίδη, πέραν της ιδέας ότι η λέξη καζίνο πρέπει να κλίνεται ως ελληνική. Ο Αλέκος Κωνσταντινίδης στήριξε το δικό το κείμενο σε απόψεις που διατυπώνονται σε ένα έγκυρο γλωσσικό λεξικό που συνεγράφη από τον πιο γνωστό γλωσσολόγο για την Ελληνική γλώσσα. Η ιδέα ή άποψη για το πώς πρέπει να τυγχάνει χειρισμού η λέξη καζίνο προϋπήρχε της προτροπής του παραπονουμένου για τον τρόπο χειρισμού της. Το κείμενο του Αλέκου Κωνσταντινίδη αποτελεί εντελώς δικό του πρωτότυπο κείμενο, το οποίο μπορεί να χαρακτηρισθεί «πρωτότυπο συγγραφικό έργο», ακόμα και αν η αφορμή για να γραφτεί δόθηκε από τον παραπονούμενο και δεν έχει την παραμικρή σχέση με το κείμενο του παραπονούμενου.
ΠΡΟΝΟΙΑ/EΣ ΚΩΔΙΚΑ:
ΜΜΕ:
ΑΡ. ΠΑΡΑΠΟΝΟΥ:
6/2015
ΗΜ. ΑΠΟΦΑΣΗΣ:
16/07/2015
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ:
ΝΑΙ
Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας εξέτασε παράπονο (6/4/5/2015) από την ΚΙΣΑ (Κίνηση Ισότητα, Στήριξη, Αντιρατσισμός) για χρήση ρατσιστικού λόγου σε δύο δημοσιεύματα στην εφημερίδα «Φιλελεύθερος» Το ένα δημοσίευμα , ημερομηνίας 13/3/2015 αναφερόταν στην περίπτωση ενός άνδρα, ο οποίος στη δεύτερή του συνάντηση με γυναίκα την πήρε για βόλτα με το αυτοκίνητό του πολυτελείας. Στο δρόμο του ζήτησε τσιγάρα και αναψυκτικά και όταν εκείνος πήγε σε περίπτερο για να τα αγοράσει, η γυναίκα πήρε το αυτοκίνητό και εξαφανίστηκε. Η γυναίκα συνελήφθη αργότερα και παραδέχθηκε ότι πήρε το αυτοκίνητο και το παρέδωσε σε ένα άλλο άνδρα. Η είδηση αναφέρθηκε στην εθνοτική καταγωγή τόσο της γυναίκας όσο και του άνδρα στον οποίο παρέδωσε το αυτοκίνητο, καθώς και δύο συνεργών του. Επίσης ανέφερε πως στο αυτοκίνητο βρισκόταν η κάρτα αναπήρου του ιδιοκτήτη. Η είδηση αναρτήθηκε στην ηλεκτρονική έκδοση της εφημερίδας και κάτω από αυτή δημοσιεύθηκαν κοροϊδευτικά και μειωτικά σχόλια για τους αναπήρους, όπως και ξενοφοβικά σχόλια. Ένα από αυτά απέδιδε την αύξηση της εγκληματικότητας στους ξένους και υποστήριζε ότι για τις διαρρήξεις ευθύνονται οι αλλοδαποί. Η ΚΙΣΑ παραπονέθηκε πως η εφημερίδα αναφέρθηκε επανειλημμένα στην εθνοτική καταγωγή υπόδικης γυναίκας τονίζοντας το μεταναστευτικό της υπόβαθρο. Η ΚΙΣΑ διατύπωσε τη θέση ότι η αναφορά στην εθνοτική καταγωγή υπόπτου για ποινικά αδικήματα αποτελεί ρατσιστικό λόγο, δεδομένου ότι η εθνοτική καταγωγή δεν έχει καμία σχέση με τις πράξεις για τις οποίες το άτομο είναι ύποπτο. Επίσης υπέδειξε ότι τέτοιες αναφορές απλώς αναπαράγουν στερεότυπα και προκαταλήψεις και συνεπώς διακρίσεις εναντίον ανθρώπων στη βάση της φυλετικής/ εθνοτικής καταγωγής. Εξ άλλου, ανέφερε ότι η εφημερίδα επέτρεψε την ανάρτηση και παραμονή ρατσιστικών σχολίων κάτω από την είδηση στην ηλεκτρονική της έκδοση, υποδεικνύοντας ότι η απουσία παρέμβασης για την αφαίρεσή τους καταδεικνύει πως η εφημερίδα δεν είχε πρόθεση να αναλάβει τις ευθύνες της για τις διακρίσεις που αναπαράγονται μέσα από την πλατφόρμα της, αλλά μάλλον τις προωθεί. Το δεύτερο δημοσίευμα ημερομηνίας 20/3/2015 αναφερόταν στην περίπτωση άνδρα 34 χρόνων που καταδικάστηκε σε φυλάκιση έξι χρόνων από το Κακουργιοδικείο που τον βρήκε ένοχο σε κατηγορία ότι μαχαίρωσε συνάδελφο της συζύγου του όταν πληροφορήθηκε ότι εκείνη μιλούσε μαζί του. Το δημοσίευμα αναφερόταν στην εθνική καταγωγή του καταδικασθέντα και στο γεγονός ότι ήταν πολιτικός πρόσφυγας που νυμφεύθηκε Κυπρία. Η είδηση αναρτήθηκε στην ηλεκτρονική έκδοση της εφημερίδας και κάτω από αυτή δημοσιεύθηκαν σχόλια, τα οποία αφέθηκαν αναρτημένα για μεγάλο χρονικό διάστημα. Ένα τέτοιο σαφώς ρατσιστικό και ξενοφοβικό σχόλιο παρέθετε τις απόψεις του σχολιογράφου για τα προβλήματα που κατά την αντίληψή του αντιμετωπίζουν τα παιδιά από μικτούς γάμους και αναφερόταν με πολύ μειωτικούς χαρακτηρισμούς στις γυναίκες που συνάπτουν γάμο με αλλοδαπούς. Η ΚΙΣΑ παραπονέθηκε ότι το δημοσίευμα αναφέρθηκε επανειλημμένα στην εθνοτική καταγωγή του καταδικασθέντα και στην προσφυγική ιδιότητά του και παρέθεσε περιγραφή βίαιης συμπεριφοράς, στοιχεία τα οποία δεν εξυπηρετούν άλλο σκοπό από την περαιτέρω συναισθηματική φόρτιση των αναγνωστριών και αναγνωστών, παράλληλα με τη ρατσιστική προκατάληψη που υποκινείται από την επαναλαμβανόμενη αναφορά στην εθνοτική καταγωγή και στο προσφυγικό καθεστώς του υπό αναφορά ατόμου. Επίσης παραπονέθηκε πως το δημοσίευμα αναφέρθηκε περιγραφικά σε λεπτομέρειες της προσωπικότητας και της προσωπικής και οικογενειακής ζωής του ατόμου, καθώς και σε λεπτομέρειες της υπόθεσης, οι οποίες οδηγούν στην ταυτότητα του ατόμου αυτού. Η ΚΙΣΑ υπέδειξε ότι η εθνοτική καταγωγή κάποιου δεν έχει σχέση με τις πράξεις για τις οποίες έχει καταδικασθεί και ότι αναφορές όπως αυτές προάγουν στερεότυπα, προκαταλήψεις και διακρίσεις στη βάση της φυλετικής ή εθνοτικής καταγωγής. Ο συντάκτης της είδησης Χριστάκης Γιαννακού ενημερώθηκε για το παράπονο και του ζητήθηκε να επικοινωνήσει με την Επιτροπή, προκειμένου να γίνει διευθέτηση παρουσίας του σε υποεπιτροπή για να παρουσιάσει τις θέσεις του επί του παραπόνου. Δεν υπήρξε ανταπόκριση, γεγονός που αφ’ εαυτού συνιστά άρνηση συνεργασίας με την Επιτροπή και κατά συνέπεια παραβίαση του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας. Η νομική σύμβουλος της εφημερίδας έδωσε τηλεφωνικά τις θέσεις της εφημερίδας, αναφέροντας ότι δεν υπήρχε πρόθεση καλλιέργειας ρατσιστικού ή ξενοφοβικού κλίματος από μέρους του συντάκτη με τις αναφορές του στην εθνική προέλευση των προσώπων που εμπλέκονται. Είπε επίσης ότι η αναφορά στην εθνική καταγωγή έγινε με σκοπό τον προσδιορισμό του τόπου καταγωγής, όπως θα αναφερόταν και για κάποιον Κύπριο ότι κατάγεται για παράδειγμα από κάποια πόλη. Επίσης ζήτησε να ορισθεί συνάντηση με υποεπιτροπή στην οποία να παραστεί η ίδια μαζί με το συντάκτη των δύο ειδήσεων αλλά παρά τις επανειλημμένες προσπάθειες της Επιτροπής να ορίσει χρόνο συνάντησης αυτό δεν έγινε κατορθωτό, με αποτέλεσμα να παρέλθει μεγάλο χρονικό διάστημα από την υποβολή του παραπόνου.. Λόγω του γεγονότος αυτού η Επιτροπή αποφάσισε να προχωρήσει στην έκδοση απόφασης, την οποία να κληθεί να παραλάβει ο συντάκτης των ειδήσεων ώστε να ενημερωθεί και για τις πρόνοιες του Κώδικα όσον αφορά στο θέμα της παράθεσης της εθνοτικής ή φυλετικής προέλευσης. Δυστυχώς και πάλι δεν υπήρξε ανταπόκριση και η Επιτροπή αποφάσισε την δημοσιοποίηση της απόφασής της. Η Επιτροπή έλαβε υπόψη το περιεχόμενο των δύο δημοσιευμάτων στο σύνολό τους, τις θέσεις της ΚΙΣΑ και τις απόψεις της εφημερίδα και την ειδική πρόνοια του άρθρου 12 του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας, που απαγορεύει τις δυσμενείς διακρίσεις με βάση, ανάμεσα σε άλλα τη φυλή, το χρώμα, την εθνική προέλευση και το προσωπικό καθεστώς, περιλαμβανομένης της αναπηρίας. Επίσης, όσον αφορά στο δεύτερο παράπονο, έλαβε υπόψη της πρόνοιες του άρθρου 3 περί σεβασμού της ιδιωτικής ζωής και των στοιχείων προσωπικού χαρακτήρα. Ως προς τη πτυχή των παραπόνων για καλλιέργεια προκατάληψης και ξενοφοβίας, η Επιτροπή επισημαίνει ότι μόλις πρόσφατα δημοσιεύθηκε στον Κώδικα ειδικό ερμηνευτικό παράρτημα με οδηγίες για το χειρισμό θεμάτων που αφορούν σε μετανάστες, στο οποίο αναφέρεται ότι: «Παράδειγμα δημιουργίας προκατάληψης από τα ΜΜΕ είναι η αναφορά στην εθνική και φυλετική προέλευση όταν αυτές οι ιδιότητες δεν συνιστούν ουσιώδες στοιχείο της είδησης. Η πρακτική αυτή παρατηρείται κατά κύριο λόγο σε ειδήσεις που αναφέρονται σε εγκλήματα ή αδικήματα ή για οποιοδήποτε άλλο λόγο αντανακλούν αρνητικά σε άτομα ή ομάδες, στις οποίες η εθνική και φυλετική προέλευση ή απλώς και το γεγονός ότι ο δράστης ή το θύμα δεν είναι Κύπριος αναδεικνύονται σε πρωτεύον στοιχείο της είδησης. Αντίθετα η ιδιότητα κάποιου ως Κυπρίου δεν θεωρείται, σε ανάλογες περιπτώσεις, στοιχείο της είδησης και δεν αναφέρεται σχεδόν ποτέ. Η πρακτική αυτή συμβάλλει στη δημιουργία αισθημάτων ξενοφοβίας». Και περαιτέρω: «Μην γράφετε και μη μεταδίδετε ειδήσεις για γεγονότα στα οποία εμπλέκονται μετανάστες, πρόσφυγες, αιτητές ασύλου ή θύματα εμπορίας ανθρώπων, εφ’ όσον τα ίδια γεγονότα δεν θα αποτελούσαν είδηση αν τα εμπλεκόμενα άτομα ήταν Κύπριοι. Ειδικά σε περιπτώσεις εγκλημάτων ή αδικημάτων μην αναφέρετε το στοιχείο της εθνικής προέλευσης του υπόπτου ή των υπόπτων, αν αυτό δεν αποτελεί συστατικό και απαραίτητο στοιχείο της είδησης». Η Επιτροπή θεωρεί ότι είναι προφανές πως στις δύο αυτές περιπτώσεις υπάρχει όχι μόνο παραβίαση των σχετικών προνοιών του Κώδικα, αλλά, όπως προκύπτει και από την απάντηση της εφημερίδας, άρνηση κατανόησης ή αποδοχής σαφών προνοιών του Κώδικα. Επανειλημμένα τονίστηκε σε αποφάσεις της Επιτροπής ότι ή φυλετική και εθνική καταγωγή ή προέλευση δεν έχει ουσιώδη συνάφεια με αδικήματα για τα οποία ένα άτομο είναι ύποπτο ή κατηγορούμενο ή έχει καταδικασθεί. Το άτομο δεν αδικοπραγεί και δεν εγκληματεί λόγω της φυλετικής ή εθνικής του προέλευσης αλλά για άλλους λόγους που μπορεί να είναι κοινοί για άτομα με διαφορετική εθνική προέλευση. Η άνευ αποχρώντος λόγους σύνδεση της εθνικής ή φυλετικής προέλευσης σε σχέση με εγκλήματα ή αδικήματα απλώς συμβάλλει στη δημιουργία στερεότυπων αντιλήψεων και προκαταλήψεων με συνέπεια τη δημιουργία ξενοφοβικών αισθημάτων. Υπό το φως των ανωτέρω, η Επιτροπή αποφάσισε ότι τα δύο δημοσιεύματα παραβιάζουν τις πρόνοιες του άρθρου 12 περί αποφυγής δυσμενών διακρίσεων. Επίσης αποφάσισε ότι το δεύτερο δημοσίευμα παραβιάζει τις πρόνοιες περί μη αποκάλυψης προσωπικών δεδομένων, δεδομένου ότι το δημοσίευμα περιείχε λεπτομέρειες που θα μπορούσαν να οδηγήσουν στην αποκάλυψη της ταυτότητας προσώπων, όπως της συζύγου του καταδικασθέντος. Η Επιτροπή αποφάσισε περαιτέρω ότι η εφημερίδα είναι υπεύθυνη για υποκίνηση ρατσιστικών προκαταλήψεων δεδομένου ότι επέτρεψε να παραμείνουν αναρτημένα ρατσιστικά σχόλια στην ιστοσελίδα της. Συναφώς υποδεικνύει ότι σε απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων τονίζεται ότι τα ΜΜΕ φέρουν νομική ευθύνη για σχόλια αναγνωστών που αναρτώνται σε ιστοσελίδες και οφείλουν να παρεμβαίνουν για αφαίρεσή τους μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα οσάκις το περιεχόμενό τους είναι για οποιοδήποτε λόγο επιλήψιμο. Σχετική με το πιο θέμα των σχολίων που δημοσιεύονται από το μέλη του κοινού σε ιστοσελίδες είναι απόφαση της Επιτροπής στις 27/2/2014, στην οποία επισημαίνεται, με βάση απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, από την οποία προκύπτει ότι οι ιστοσελίδες έχουν όχι μόνο δικαίωμα αλλά και νομική υποχρέωσης αφαίρεσης επιλήψιμων σχολίων από μέλη του κοινού. Ιδε: http://www.cmcc.org.cy/Decisions/index_2014_files/1_2014.html
ΠΡΟΝΟΙΑ/EΣ ΚΩΔΙΚΑ:
ΜΜΕ:
ΑΡ. ΠΑΡΑΠΟΝΟΥ:
9/2015
ΗΜ. ΑΠΟΦΑΣΗΣ:
16/07/2015
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ:
ΟΧΙ,ΝΑΙ
Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας εξέτασε παράπονο (9/2/6/2015) από την Παγκύπρια Συντεχνία Δημοσίων Υπαλλήλων (ΠΑΣΥΔΥ) για δημοσίευμα στο «Φιλελεύθερο» σε σχέση με επεισόδιο σε βάρος υπαλλήλων του Γραφείου Ευημερίας στη Λάρνακα. Η ΠΑΣΥΔΥ ανέφερε στο παράπονό της ότι αποτάθηκε προς την Επιτροπή αφού προηγουμένως απευθύνθηκε με επιστολή της προς την εφημερίδα ζητώντας να λάβει διορθωτικά μέτρα σε σχέση με σχόλιο της Τώνιας Σταυρινού στις 10 Μαΐου, 2015 αναφορικά με επεισόδιο, κατά το οποίο γυναίκα εισέβαλε οπλισμένη σε γραφείο Ευημερίας, χωρίς να υπάρξει ανταπόκριση. Το παράπονο ανέφερε: «Η συντάκτρια του σχετικού θέματος, αγνοώντας παντελώς τόσο τα αισθήματα τρόμου που προξένησε στους λειτουργούς του Τμήματος η απειλή με όπλο, την οποία εμφανώς η συντάκτρια και δικαιολογεί, αλλά ιδιαίτερα και τον ασήκωτο φόρτο εργασίας των λειτουργών, καταλήγει με την εκτίμηση ότι η υπεύθυνη λειτουργός συμπεριφέρθηκε «με υποτιμητικές φωνές και με αγενή ξεφυσήματα» προς την παραπονούμενη και οπλοφορούσα. Η ΠΑΣΥΔΥ ανέφερε ότι «είναι απαράβατη αρχή στην ορθή και αμερόληπτη ενημέρωση να παρατίθενται οι θέσεις όλων των εμπλεκομένων στα γεγονότα και τα θέματα που καλύπτονται από τα Μ.Μ.Ε. και λυπούμαστε να παρατηρήσουμε ότι στην προκειμένη περίπτωση η συντάκτρια που χειρίστηκε το θέμα αφήνει το συμπέρασμα ότι αναζητούσε αφορμή για να επιτεθεί κατά των δημοσίων υπαλλήλων, εκμεταλλευόμενη το ρόλο της στην πληροφόρηση για να προωθήσει θέσεις και συμφέροντα που πολεμούν τους εργαζόμενους και προωθούν τις απόψεις ότι οι δημόσιες υπηρεσίες νοσούν». Το σχόλιο που προκάλεσε την αντίδραση της ΠΑΣΥΔΥ έχει ως ακολούθως: «Τι οδηγεί έναν άνθρωπο να αρπάξει ένα όπλο και να απειλήσει αθώους πολίτες; Απελπισία; Οργή; Εξάντληση της υπομονής του; Μάλλον αρκεί να αντικρύσει στα πρόσωπα που σημαδεύει το τερατώδες πρόσωπο της κρατικής αναλγησίας... Η κυρία που μπούκαρε στο Γραφείο Ευημερίας απειλώντας να σκοτώσει λειτουργούς του, κρίθηκε «ψυχικά διαταραγμένη» και κλείστηκε στην Αθαλάσσα, δίνοντας επίλογο σ' ένα παραλίγο δράμα. Υπάρχει όμως κι ένα άλλο δράμα που δεν τελειώνει ποτέ. Είναι το καθημερινό μαρτύριο των ανθρώπων που έχουν ανάγκη από τις κοινωνικές υπηρεσίες του κράτους. Ενός κράτους που μετατρέπει κάθε μη προνομιούχο πολίτη σε ζητιάνο, αναγκάζοντας τον μαζί με τα χαρτιά και τα πιστοποιητικά του να καταβάλλει και κάτι πολυτιμότερο: την αξιοπρέπεια του. Οι λειτουργοί που δέχθηκαν απειλή, κατέφυγαν στο νόμιμο δικαίωμα της απεργίας για να διαμαρτυρηθούν. Ποια είναι άραγε τα μέσα που μπορεί να χρησιμοποιήσει ο πολίτης απέναντι στη συστηματική βία του κράτους πρόνοιας; Όταν καθυστερεί η επιταγή, όταν περιμένεις εξαθλιωμένος για μήνες στις ουρές του νοσοκομείου για ένα φάρμακο, όταν ένα χαρτί και μια σφραγίδα θα καθορίσουν πώς θα ξημερώσει η επόμενη σου μέρα, είναι δύσκολο να κρατάς παραμάσχαλα και την ψυχραιμία σου. Το γραφείο που ασχολείται με την «ευημερία» των πολιτών είναι υποστελεχωμένο, με ωράρια δημόσιας υπηρεσίας, με πετσοκομμένα κονδύλια, με υπερφορτωμένους λειτουργούς που πάντα κάνουν «ότι μπορούν» υποβάλλοντας σε σαδιστικά αργές διαδικασίες τους «δικαιούχους» (όρος που χρησιμοποιείται για να αφαιρέσει περεταίρω την ανθρώπινη ιδιότητα). Πριν μερικούς μήνες η κοινή γνώμη ανατρίχιασε στο άκουσμα της είδησης ενός 13χρονου κοριτσιού που πιάστηκε να κάνει σεξ με έναν παππού σε παρκινγκ, για δύο ευρώ την φορά, «για να αγοράζει σοκολάτες». Το κορίτσι ήταν «περίπτωση που παρακολουθείτο» από το Γραφείο Ευημερίας. Πέρσι πάλι, μία γυναίκα με χρόνια νόσο, άνεργη, πάμφτωχη και «γνωστή στο γραφείο Ευημερίας» πέθανε μέσα σε σωρούς από σκουπίδια με αποτέλεσμα ο 5χρονος γιος της να μείνει μόνος πριν τον πάρουν χαμπάρι οι γείτονες κι ειδοποιήσουν την Αστυνομία. Ύστερα είναι και περιπτώσεις όπως της Α. που έχει ένα γιο με ειδικές ανάγκες κι από τότε που ο πρώην σύζυγος της αποφάσισε να της κόψει τη διατροφή, ζει με την σύνταξη της μάνας της. Τρεις άνθρωποι ζουν με €350. Τι να σου κάνει και το γραφείο Ευημερίας. «Πρέπει να πάτε δικαστικά εναντίον του συζύγου» της είπαν. Καμία από αυτές τις γυναίκες δεν πήρε το όπλο. Προτιμά να δαγκώνει το μαξιλάρι της τα βράδια. Γι' αυτό και μόνο το κράτος και η Πολιτεία θα έπρεπε να ντρέπονται όταν την κοιτάζουν. Να την ευγνωμονούν που παραμένει οπλισμένη μόνο με υπομονή και όχι εκρηκτικά. Αντ' αυτού, μέσα από τις επικρατούσες νοοτροπίες και τις απάνθρωπα εξευτελιστικές διαδικασίες τους, αναγκάζουν εκείνην να χαμηλώνει τα μάτια. Μπροστά στις υποτιμητικές φωνές και τα αγενή ξεφυσήματα της κάθε λειτουργού που «χειρίζεται» το «περιστατικό» της». Η Επιτροπή αποφάσισε πως, ανεξάρτητα από τις ισχυρές απόψεις που περιέχει το σχόλιο και το ύφος έκφρασης, και πέραν της τελευταίας φράσης, την οποία θεώρησε ότι αφ’ ενός αποτελεί ατυχή γενίκευση που θίγει το σύνολο των δημοσίων υπαλλήλων και αφ’ ετέρου οδηγεί σε συμπεράσματα για τη συμπεριφορά συγκεκριμένης λειτουργού, δεν προκύπτει παραβίαση οποιασδήποτε πρόνοιας του Κώδικα, δεδομένου ότι το δημοσίευμα αποτελεί έκφραση γνώμης που κατοχυρώνεται απόλυτα από το δικαίωμα της ελευθερίας έκφρασης. Η Επιτροπή ζήτησε πληροφόρηση από την εφημερίδα κατά πόσο προέβη σε οποιαδήποτε ενέργεια σχετικά με την επιστολή-απάντηση που της είχε απευθύνει η ΠΑΣΥΔΥ. Η εφημερίδα απάντησε πως η επιστολή δεν δημοσιεύθηκε, επειδή ανέφερε πως η ΠΑΣΥΔΥ θα απευθυνόταν στην Επιτροπή για εξέταση του θέματος και η εφημερίδα ανέμενε την εξέλιξή του. Επίσης εξέφρασε προθυμία να δημοσιεύσει την επιστολή με τις θέσεις της ΠΑΣΥΔΥ. Η Επιτροπή αποφάσισε ότι ανεξάρτητα από την υποβολή παραπόνου, η εφημερίδα θα έπρεπε να είχε δημοσιεύσει χωρίς καθυστέρηση την επιστολή, συμμορφούμενη προς την τις πρόνοιες του άρθρου 2 του Κώδικα δημοσιογραφικής Δεοντολογίας που κατοχυρώνει το δικαίωμα απάντησης. Ο Κώδικας σαφώς προβλέπει ότι «τα Μ.Μ.Ε. παρέχουν στους επηρεαζομένους, στην κατάλληλη περίπτωση και ιδιαιτέρως όταν έχουν υποστεί επίθεση, την ευκαιρία να απαντήσουν, και εν πάση περιπτώσει μέσα σε χρονικό διάστημα που δεν θα απέχει χρονικά από το δημοσίευμα ή τη μετάδοση τόσο, ώστε το δικαίωμα απάντησης να καθίσταται άνευ αντικειμένου». Από τη διατύπωση αυτή προκύπτει ότι η υποχρέωση δημοσίευση της απάντησης είναι απόλυτη και δεν εξαρτάται από οποιαδήποτε άλλη παράλληλη ενέργεια οποιουδήποτε ατόμου ή οργάνου. Γι’ αυτό το λόγο παρέχεται από τον Κώδικα στα ΜΜΕ η δυνατότητα συντόμευσης μακροσκελών απαντήσεων και το δικαίωμα να αρνηθούν τη δημοσίευση ή να προβούν σε αφαιρέσεις, στην περίπτωση κατά την οποία το περιεχόμενο της απάντησης είναι ενδεχόμενο να έχει νομικές συνέπειες για τα ίδια ή τρίτα πρόσωπα. Η καθυστέρηση δημοσίευσης της επιστολής δεν μπορεί να δικαιολογηθεί από την προσφυγή της ΠΑΣΥΔΥ στην Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας. Αντίθετα, η Επιτροπή πιστεύει ότι το αίτημα της ΠΑΣΥΔΥ θα έπρεπε να αποτελέσει πρόσθετο κίνητρο για δημοσίευση της επιστολής προς απόδειξη της καλής πίστης της εφημερίδας. Η Επιτροπή υποδεικνύει ότι η υποχρέωση αυτή εξακολουθεί να υφίσταται, αλλά παράλληλα επισημαίνει ότι η πάροδος ικανού χρόνου από τη δημοσίευση καθιστά την άσκηση του δικαιώματος απάντησης σχεδόν άνευ αντικειμένου.
ΠΡΟΝΟΙΑ/EΣ ΚΩΔΙΚΑ:
ΜΜΕ:
ΑΡ. ΠΑΡΑΠΟΝΟΥ:
10/2015
ΗΜ. ΑΠΟΦΑΣΗΣ:
16/07/2015
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ:
ΝΑΙ
Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας εξέτασε παράπονο (10/22/6/2015) από αξιωματικό της Αστυνομίας σύμφωνα με το οποίο η ηλεκτρονική εφημερίδα Cyprus Times δημοσίευσε είδηση στις 19 Ιουνίου, 2015, που υποστήριζε ότι ο γιος του καταγγέλθηκε για πρόκληση ζημιών σε περιουσία αλλά δεν λήφθηκαν μέτρα εναντίον του λόγω της ιδιότητας του πατέρα του. Ο παραπονούμενος υποστήριξε ότι το δημοσίευμα, υπό τον τίτλο «Τρομοκρατεί τους γείτονες αλλά… τη βγάζει «καθαρή» γιος αξιωματικού της Αστυνομίας», είναι άκρως προσβλητικό για τον ίδιο και το γιό του, τον οποίο το δημοσίευμα χαρακτηρίζει ψυχοπαθή. Ο πατέρας ανέφερε πως αυτό δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Ο παραπονούμενος ανέφερε ότι το δημοσίευμα αποκάλυψε προσωπικά δεδομένα, τόσο του ιδίου όσο και του γιου του. Οι τίτλοι πάνω από την είδηση περιγράφουν το περιεχόμενό της: «Σοβαρή καταγγελία, η οποία αφήνει εκτεθειμένο υψηλόβαθμο στέλεχος της Αστυνομίας, ενώπιον του Αρχηγού της Δύναμης – Σε απελπιστική κατάσταση οι κάτοικοι του Δήμου Στροβόλου με την απίστευτη συμπεριφορά που επιδεικνύει ο γιος του αξιωματικού – Υποστηρίζουν ότι αντιμετωπίζει ψυχολογικά προβλήματα και προβαίνει σε «τραμπουκισμούς» και επικίνδυνες ενέργειες εναντίον τους – Κλείνουν όλοι τα αυτιά και τα μάτια γιατί υπάρχει το… «μέσον» - Η Cyprus Times αποκαλύπτει την επιστολή προς τον Αρχηγό». Σύμφωνα με το δημοσίευμα της Cyprus Times, στις αρχές Ιουνίου, 2015, κάτοικοι της ενορίας Σταυρού της περιοχής Στροβόλου, απέστειλαν επιστολή στον Αρχηγό της Αστυνομίας, καταγγέλλοντας τη φερόμενη επικίνδυνη συμπεριφορά που επιδεικνύει ο γιος του εν λόγω αξιωματικού και ισχυρίστηκαν ότι ο γιος καλύπτεται πλήρως από τον πατέρα του, λόγω της θέσης που κατέχει στο σώμα. Η επιστολή, την οποία δημοσίευσε σε φωτοτυπία ο ιστότοπος, περιγράφει ενέργειες του γιου εναντίον γείτονα και του οχήματός του και αναφέρει ότι ύστερα από καταγγελία εκδόθηκε διάταγμα υποχρεωτικής νοσηλείας του στο ψυχιατρείο. Ωστόσο, με την πάροδο κάποιων ημερών, ο γιός επέστρεψε κανονικά στο σπίτι του «και μάλιστα χωρίς να επιδείξει την παραμικρή αλλαγή στη συμπεριφορά του». Η συντάκτρια της είδησης Ντίνα Κλεάνθους απάντησε ότι στο κείμενο που δημοσιεύθηκε δεν γίνεται καμιά αναφορά που να θίγει το άτομο ή να παρουσιάζει στοιχεία της ταυτότητας του. Επίσης ανέφερε ότι στην είδηση επισημαίνεται επανειλημμένως ότι τα όσα γράφονται αφορούν ισχυρισμούς όπως αυτοί εκφράζονται σε επιστολή η οποία αυτούσια εστάλη και στον Αρχηγό της Αστυνομίας. Περαιτέρω ανέφερε πώς «θεωρείται συνήθης τακτική για έναν δημοσιογράφο σε ένα ρεπορτάζ, να αναφέρεται με την ηλικία στο πρόσωπο το οποίο αφορά το ρεπορτάζ, «ενώ όσον αφορά τη φερόμενη κατάσταση της υγείας του, επαναλαμβάνουμε ότι αυτές οι αναφορές αποτελούν ισχυρισμούς των προσώπων που υπογράφουν την επιστολή προς τον Αρχηγό της Αστυνομίας, την οποία και το ρεπορτάζ επικαλείται». Τέλος ανέφερε ότι στόχος του ρεπορτάζ δεν ήταν να δημιουργήσει προβλήματα ή να θίξει την αξιοπρέπεια των εμπλεκομένων, αλλά μόνο να παρουσιάσει τα γεγονότα, όπως αυτά αναφέρονται στη συγκεκριμένη επιστολή, «όπως κάθε δημοσιογράφος οφείλει να πράττει σε κάθε περίπτωση… Η πρόθεση μας ήταν ξεκάθαρη, αφού σε περίπτωση που σκοπός μας ήταν να εκθέσουμε πρόσωπα και καταστάσεις δεν θα μπαίναμε καν στη διαδικασία να σβήσουμε τα στοιχεία από την επιστολή όπως αυτή δημοσιεύθηκε». Σε ξεχωριστή επιστολή μέσω δικηγορικού γραφείου αναφέρεται ότι οι πελάτες του ισχυρίζονται πως το δημοσίευμα είναι αληθές, δεδομένου ότι αναπαράγει αυτούσια καταγγελία προς τον Αρχηγό Αστυνομίας και αναφέρεται σε θέμα «δημοσίου ενδιαφέροντος». Περαιτέρω αναφέρει πως η νομολογία των Δικαστηρίων (ΡΙΚ εναντίον Χαράλαμπου Καψού) είναι ότι το «κριτήριο… είναι η διακρίβωση κατά πόσο το μέρος ή τα μέρη του δημοσιεύματος που δεν αποδείχθηκε ότι είναι αληθινά βλάπτουν ουσιωδώς των υπόληψη του εφεσίβλητου, λαμβανομένου όμως υπόψη του αληθούς των υπόλοιπων κατηγοριών». Επίσης αναφέρθηκε σε Αγγλική νομολογία σύμφωνα με την οποία η υπεράσπιση που βασίζεται σε μερική αλήθεια των προβληθέντων ισχυρισμών μπορεί να ευσταθήσει ή ο εναγόμενος να στηριχθεί στο μέρος των ισχυρισμών που αποδείχθηκε για να μειώσει το ύψος των αποζημιώσεων. Οι δικηγόροι ανέφεραν ότι η ιστοσελίδα «ουδέν ψευδές» δημοσίευσε προβάλλοντας τους ισχυρισμούς των γειτόνων. Υποστηρίχθηκε πως με την καταγγελία επιχειρείται η φίμωση της ελευθερίας του τύπου, ο έμμεσος εκβιασμός της ιστοσελίδας και ο αποπροσανατολισμός από την ουσία που είναι ότι το άτομο που αναφέρεται είναι επικίνδυνο αν αληθεύουν οι ισχυρισμού που προβάλλονται. Τέλος αναφέρθηκε πως η ιστοσελίδα με το δημοσίευμά της άσκησε πίεση προς τις αρχές να πράξουν τα δέοντα. Η Επιτροπή εξέτασε το παράπονο υπό το πρίσμα των προνοιών του άρθρου 3 Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας, που αναφέρει: «Η υπόληψη και η ιδιωτική ζωή κάθε προσώπου τυγχάνουν σεβασμού και δεν αποκαλύπτονται στοιχεία προσωπικού χαρακτήρα. Παρεμβάσεις και έρευνες στην ιδιωτική ζωή προσώπων, χωρίς τη συγκατάθεσή τους, περιλαμβανομένης της λήψης φωτογραφιών προσώπων χωρίς τη γνώση ή συγκατάθεσής τους - εκτός εάν εμπλέκονται σε γεγονότα ή καταστάσεις που συνιστούν είδηση γενικότερου ενδιαφέροντος- ή σε ιδιωτική περιουσία, καθώς και η εξασφάλιση πληροφοριών με μηχανισμούς υποκλοπής ή μακράς φωτογράφησης είναι γενικά απαράδεκτες, η δε δημοσιοποίησή τους μπορεί να δικαιολογηθεί μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις και αποκλειστικά προς το δημόσιο συμφέρον. Τα ΜΜΕ και οι λειτουργοί τους δεν προβαίνουν σε ανοίκειες προσωπικές επιθέσεις και υβριστικούς και προσβλητικούς χαρακτηρισμούς που διασύρουν την τιμή και υπόληψη». Επίσης το άρθρο 12 σαφώς ορίζει ότι τα ΜΜΕ αποφεύγουν οποιαδήποτε απ’ ευθείας ή άλλη αναφορά ή ενέργεια εναντίον προσώπου η οποία περιέχει στοιχεία προκατάληψης με βάση … το προσωπικό καθεστώς, περιλαμβανομένης της φυσικής ή διανοητικής ασθένειας ή αναπηρίας. Ο χλευασμός, η διαπόμπευση και ο διασυρμός ατόμων ή ομάδων είναι ανεπίτρεπτος. Η Επιτροπή εξέτασε κατ’ αρχήν τη θέση πως η διαδικτυακή εφημερίδα ανέφερε επανειλημμένα πως τα όσα δημοσίευσε αποτελούν ισχυρισμούς που διατυπώθηκαν από τους κατοίκους μιας περιοχής σε επιστολή τους προς τον Αρχηγό της Αστυνομίας. Η Επιτροπή επισύρει την προσοχή στο γεγονός ότι αποτελεί βασική αρχή πως η επίκληση προβολής ή αναδημοσίευσης ισχυρισμών δεν αποτελεί άλλοθι. Η δημοσίευση οποιωνδήποτε ισχυρισμών δεν απαλλάσσει το δημοσιογράφο ή το ΜΜΕ που τους δημοσίευσε από οποιαδήποτε ευθύνη, είτε από απόψεως παραβίασης του νόμου ή παράβασης των προνοιών του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας. Αντίθετα το γεγονός ότι επρόκειτο για δημοσίευση ισχυρισμών επέβαλλε διπλή υποχρέωση στο δημοσιογράφο και στο ΜΜΕ, πρώτον να εξακριβώσουν την ακρίβεια των ισχυρισμών και δεύτερον να δώσουν στα άτομα στα οποία αναφέρονταν οι ισχυρισμοί την ευκαιρία παράθεσης των θέσεών τους και αντίκρουσης των προβαλλόμενων ισχυρισμών ή κατ’ ισχυρισμό γεγονότων. Αναφορικά με τη θέση της συντάκτριας της είδησης ότι «είναι συνήθης τακτική για έναν δημοσιογράφο σε ένα ρεπορτάζ, να αναφέρεται με την ηλικία στο πρόσωπο το οποίο αφορά το ρεπορτάζ», η Επιτροπή επισημαίνει πως η αναφορά στην ηλικία ενός ατόμου, όταν αποκαλύπτεται ταυτόχρονα η ταυτότητά του, αποτελεί προσωπικό δεδομένο, το οποίο κάτω από κάποιες περιστάσεις δεν επιτρέπεται να αποκαλυφθεί. Περαιτέρω η Επιτροπή, έχοντας υπόψη τα γεγονότα και τις πρόνοιες του Κώδικα, αποφάσισε πως στην περίπτωση του επίμαχου δημοσιεύματος η επίκληση της αλήθειας των προβαλλόμενων ισχυρισμών δεν παρέχει δικαιολόγηση της σωρηδόν παραβίασης διατάξεων του Κώδικα. Εξ άλλου αποφάσισε πως σε περιπτώσεις όπως η παρούσα, η ύπαρξη ή απουσία πρόθεσης δεν αποτελεί δικαιολογία, γιατί αυτό που έχει σημασία είναι το αποτέλεσμα ως προς την τήρηση ή μη των προνοιών του Κώδικα. Η Επιτροπή αποφάσισε πως με το δημοσίευμα σαφώς παραβιάζονται οι πρόνοιες των δύο προαναφερθέντων άρθρων του Κώδικα περί σεβασμού των προσωπικών δεδομένων και αποφυγής δυσμενών διακρίσεων με αναφορές που ανάγονται στο προσωπικό καθεστώς. Στη δημοσιευόμενη φωτοτυπία της επιστολής σβήστηκαν μεν κάποια ονόματά, αλλά αφέθηκαν άλλα προσωπικά στοιχεία, όπως η πλήρης διεύθυνση, το μικρό όνομα του υιού του παραπονούμενου και το μικρό όνομα του ίδιου του παραπονούμενου και η ιδιότητά του ως αξιωματικού υπηρετούντος στο αρχηγείο Αστυνομίας. Επίσης προβάλλονται ισχυρισμοί για φερόμενη ασθένεια του υιού του παραπονουμένου, γεγονός που ανάγεται αυστηρά στο προσωπικό καθεστώς. Ηταν θετικό το γεγονός ότι η ιστοσελίδα έσβησε κάποια στοιχεία προσωπικού χαρακτήρα αλλά δεν επέδειξε τη δέουσα μέριμνα ώστε να απαλείψει όλα τα στοιχεία που αποτελούν προσωπικά δεδομένα του παραπονούμενου και του γιου του. Η Επιτροπή απέρριψε τον ισχυρισμό του νομικού συμβούλου της ιστοσελίδας ότι η καταγγελία αποσκοπεί σε «φίμωσή της ελευθερίας του τύπου» και στον αποπροσανατολισμό από την ουσία του θέματος, γιατί σε καμιά περίπτωση ο παραπονούμενος δεν ζήτησε από την Επιτροπή να παρέμβει για να παρεμποδίσει την εφημερίδα να δημοσιεύσει ο,τιδήποτε. Η Επιτροπή επιθυμεί να υποδείξει ότι η υποβολή παραπόνου με αίτημα της συμμόρφωση προς τις πρόνοιες του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστά ή αποβλέπει στον περιορισμό του δικαιώματος έκφρασης. Εξ άλλου, η προβολή της νομολογίας για τη μερική αλήθεια κρίθηκε ότι δεν έχει καμιά σχέση με την υπόθεση, γιατί η αλήθεια των προβαλλόμενων ισχυρισμών δεν συνιστά δικαιολογία για την παραβίαση των προνοιών του Κώδικα που αναφέρονται στα προσωπικά δεδομένα και στο προσωπικό καθεστώς. Επισημαίνεται ότι ούτε η σχετική νομοθεσία περί προσωπικών δεδομένων επιτρέπει εξαιρέσεις από την υποχρέωση σεβασμού των προσωπικών δεδομένων λόγω αλήθειας των προβαλλομένων στοιχείων. Η Επιτροπή αποφάσισε ότι ο ισχυρισμός περί θέματος «δημοσίου ενδιαφέροντος» δεν ευσταθεί και δεν παρέχει υπεράσπιση, γιατί το δικαίωμα του κοινού στην πληροφόρηση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι δικαιολογεί την παρέμβαση στην προσωπική ζωή ή τη διαπόμπευση οποιουδήποτε με τη δημοσίευση προσωπικών στοιχείων ή ισχυρισμών. Ακόμη και αν θεωρηθεί πως η κατ’ ισχυρισμό συμπεριφορά ενός αξιωματικού της αστυνομίας αποτελεί θέμα «δημοσίου ενδιαφέροντος» η αναφορά σ’ αυτή μπορεί να γίνει μόνο κάτω από όρους και προϋποθέσεις, όπως η διασταύρωση των πληροφοριών και η παροχή του δικαιώματος αντίκρουσης, που δεν έγινε στην προκειμένη περίπτωση. Εξ άλλου, η Επιτροπή έκρινε πως η ιστοσελίδα θα μπορούσε να ασκήσει πίεση στις αρχές για να προβούν στη λήψη μέτρων χωρίς να παραβιάσει ουσιώδη δικαιώματα των ατόμων των οποίων αποκαλύπτεται η ταυτότητα και κατ’ ακολουθία να παραβιάσει διατάξεις του Κώδικα. Επισημαίνεται πως ο Κώδικας δεν προβλέπει εξαιρέσεις για θέματα «δημοσίου ενδιαφέροντος», αλλά μόνο για θέματα «δημοσίου συμφέροντος», επιτρέποντας παρέκκλιση από τις πρόνοιές του σε συγκεκριμένες μόνο περιπτώσεις, που είναι: (α) Υποβοήθηση ανίχνευσης ή αποκάλυψη εγκλήματος. (β) Προστασία της δημόσιας ασφάλειας ή υγείας. (γ) Προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. (δ) Παρεμπόδιση παραπλάνησης του κοινού ως αποτέλεσμα πράξεων ή δηλώσεων ατόμων ή οργανισμών. Στην προκειμένη περίπτωση τίποτε από τα πιο πάνω δεν εξυπηρετείται με την παραβίαση των προσωπικών δεδομένων και τις δυσμενείς διακρίσεις λόγω προσωπικού καθεστώτος των ατόμων που αναφέρονται στο δημοσίευμα. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή αποφάσισε ότι η αποκάλυψη των προσωπικών δεδομένων του παραπονούμενου και του γιου του συνιστά παραβίαση των προνοιών των άρθρων 3 και 12 του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας, ενώ η παράλειψη για έλεγχο των ισχυρισμών που διατυπώνονται στο δημοσίευμα συνιστά παραβίαση του άρθρου 2 περί παροχής του δικαιώματος απάντησης στους άμεσα επηρεαζομένους στην κατάλληλη περίπτωση. Όπως η Επιτροπή επανειλημμένα υπέδειξε, η κατάλληλη περίπτωση παροχής του δικαιώματος απάντησης ή αντίκρουσης σε ανάλογες περιπτώσεις είναι πριν από τη δημοσίευση ώστε οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί και η αντίθετη άποψη να δημοσιεύονται ταυτόχρονα και κατ’ αντιπαραβολή.
ΠΡΟΝΟΙΑ/EΣ ΚΩΔΙΚΑ:
ΜΜΕ:
ΑΡ. ΠΑΡΑΠΟΝΟΥ:
11/2015
ΗΜ. ΑΠΟΦΑΣΗΣ:
16/07/2015
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ:
ΝΑΙ
Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας επιλήφθηκε αυτεπάγγελτα περίπτωσης 11/26/6/15) κατά την οποία η ιστοσελίδα Cyprus Times δημοσίευσε είδηση, για το θάνατο γυναίκας, η οποία προηγουμένως επιχείρησε να θέσει τέρμα στη ζωή της, στο Αλιβέρι Ευβοίας. Η είδηση, που δημοσιεύθηκε στις 22 Ιουνίου, 2015, περιέγραφε τον τρόπο με τον οποίο η γυναίκα απέθανε αφού προηγουμένως επιχείρησε να θέσει τέρμα στη ζωή της. Η Επιτροπή αποφάσισε ότι, παρά το γεγονός πως η φερόμενη πράξη αφορούσε άτομο εκτός Κύπρου, η ιστοσελίδα όφειλε να τηρήσει τις πρόνοιες του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας που αναφέρονται στο θέμα της αυτοκτονίας. Το εδάφιο 3 του άρθρου 5 του Κώδικα ορίζει ρητά πως δεν δημοσιεύονται πληροφορίες για αυτοκτονίες και ότι στις εξαιρετικές εκείνες περιπτώσεις στις οποίες θα πρέπει να γίνει αναφορά σε ένα τέτοιο γεγονός πρέπει να επιδεικνύεται ευαισθησία και ιδιαίτερη προσοχή για αποφυγή λεπτομερειών για τη μέθοδο, ακόμα και όταν οι πληροφορίες προέρχονται από προνομιούχο διαδικασία. Ακόμη και στις περιπτώσεις αυτές, όταν για παράδειγμα οι πληροφορίες προέρχονται από δικαστηριακή ακρόαση, πρέπει να τηρούνται όλες οι άλλες πρόνοιες του Κώδικα για το θέμα της αυτοκτονίας. Η Επιτροπή, συμμεριζόμενη τις απόψεις ειδικών τις οποίες θεωρεί έγκυρες, και με βάση την πάγια πρακτική της επί του θέματος των αυτοκτονιών, αποφάσισε ότι η περιγραφή των ενεργειών της γυναίκας και των περιστατικών του θανάτου της, έστω και αν έγινε στην Ελλάδα, είναι δυνατό να βρει μιμητές από άτομα που βρίσκονται κάτω από ανάλογη συναισθηματική φόρτιση και έχουν διαταραγμένη προσωπικότητα ή τάση προς αυτοκτονία. Η Επιτροπή θεωρεί χρήσιμο να επισύρει την προσοχή των ΜΜΕ και των δημοσιογράφων στις καθοδηγητικές αρχές που δημοσιεύονται ως παράρτημα του Κώδικα, σχετικά με το θέμα της αυτοκτονίας, στις οποίες μεταξύ άλλων επισημαίνεται ότι: «Ως γενική αρχή, τα ΜΜΕ δεν δημοσιεύουν ειδήσεις για αυτοκτονίες, εκτός από εξαιρετικές περιπτώσεις, κατά τις οποίες οι περιστάσεις δικαιολογούν τη δημοσίευση. Ενδεικτικά, θα μπορούσε να θεωρηθεί ως εξαιρετική περίπτωση η αυτοκτονία μιας γνωστής προσωπικότητας ή διασημότητας, αν η δημοσίευση θα προωθούσε κάποιο κοινωνικό σκοπό ή αν θα συνέβαλλε στη λήψη διορθωτικών μέτρων. Όμως, στις εξαιρέσεις αυτές, και πάλι θα πρέπει να τηρούνται όλες οι άλλες πρόνοιες του Κώδικα που αφορούν στην αυτοκτονία. Ειδικότερα, σε περιπτώσεις κατά τις οποίες τα γεγονότα δικαιολογούν παρέκκλιση από τον κανόνα, η είδηση θα πρέπει να αποσκοπεί στην πληροφόρηση και όχι στον εντυπωσιασμό και δεν θα πρέπει να περιλαμβάνει λεπτομέρειες για τους λόγους και τη μέθοδο, τον τρόπο ή το μέσο αυτοκτονίας ή ακόμη και τη διαδικασία… Υπάρχει ισχυρή μαρτυρία πως τα ΜΜΕ συμβάλλουν σημαντικά στο κοινωνικό φαινόμενο της αυτοκτονίας, την οποία η Παγκόσμια Οργάνωση Υγείας θεωρεί ως σοβαρό πρόβλημα δημόσιας υγείας. Η ΠΟΥ και ο Διεθνής Σύνδεσμος για την Πρόληψη της Αυτοκτονίας (International Association for Suicide Prevention-IASP) δημοσιοποίησαν ειδική μελέτη που απευθύνεται στα ΜΜΕ και τους δημοσιογράφους στην οποία καταγράφονται τα ευρήματα 50 ερευνών που έγιναν διεθνώς. https://www.iasp.info/resources/Suicide_and_the_Media/ Ολες οι έρευνες κατέληξαν στον συμπέρασμα ότι η παρουσίαση περιπτώσεων αυτοκτονιών από τα ΜΜΕ παρέχει ερεθίσματα για μιμητισμό και μπορεί να οδηγήσει σε αυτοκτονική συμπεριφορά αμέσως μετά και μέχρι ένα διάστημα τριών εβδομάδων μετά τη δημοσίευση. Το γενικό συμπέρασμα των ερευνών αυτών είναι πως η ομοιότητα μεταξύ του ερεθίσματος ή του μοντέλου που παρέχει μια είδηση και του παρατηρητή, ως προς την ηλικία, το φύλο, τις οικονομικές ή προσωπικές περιστάσεις και άλλα στοιχεία ταύτισης, είναι σημαντικός παράγων μίμησης». Κατά συνέπεια, η Επιτροπή αποφάσισε ότι η είδηση συνιστούσε παραβίαση της σχετικής πρόνοιας του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας.
ΠΡΟΝΟΙΑ/EΣ ΚΩΔΙΚΑ:
ΜΜΕ:
ΑΡ. ΠΑΡΑΠΟΝΟΥ:
4/2015
ΗΜ. ΑΠΟΦΑΣΗΣ:
11/06/2015
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ:
ΝΑΙ
Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας εξέτασε παράπονο (4/17/3/2015) από την Ελενα Μακρίδης σε σχέση με τη δημοσίευση καταλόγου ονομάτων εταιρειών παροχής συμβουλευτικών υπηρεσιών στην εφημερίδα «Πολίτης», η οποία τον παρουσίασε στον τίτλο της ως «Λίστα Λαγκάρντ». Η Επιτροπή αποδέχθηκε το παράπονο ως κατ’ αρχή βάσιμο και προχώρησε στην ουσιαστική εξέτασή του. Η παραπονούμενη είναι διευθύνουσα σύμβουλος της εταιρείας Sinirma Limited, με γραφεία στη Λεμεσό, της οποίας η επωνυμία περιλαμβάνεται στον κατάλογο που δημοσίευσε η εφημερίδα. Το δημοσίευμα του «Πολίτη», ημερομηνίας 12ης Φεβρουαρίου, 2015, ανέφερε ότι παρουσίαζε την «περίφημη λίστα Λαγκάρντ», με την παρατήρηση ότι είχε έντονο άρωμα Καραϊβικής. Επίσης ανέφερε ότι η εφημερίδα «απέκτησε πρόσβαση στο σύνολο της λίστας, οπό την οποία προκύπτει ότι 1.343 εγγραφές έχουν σχέση με την Κύπρο». Περαιτέρω, η είδηση ανέφερε ότι από μια πρώτη επεξεργασία των δεδομένων των κυπριακών εγγραφών στη λίστα, προκύπτει ότι μόνο δύο αφορούν φυσικά πρόσωπα, ενώ η συντριπτική πλειονότητα των εγγραφών στον κατάλογο είναι εταιρείες υπό δικαιοδοσία των Βρετανικών Παρθένων Νήσων και η σχέση με την Κύπρο προκύπτει οπό το γεγονός ότι εμφανίζουν Κυπριακές διευθύνσεις αλληλογραφίας, οι οποίες στη συντριπτική τους πλειονότητα ανήκουν σε δικηγορικά και λογιστικά γραφεία και εταιρείες. Η εφημερίδα δημοσίευσε στην έντυπη έκδοσή της 40 επωνυμίες και ονόματα με τη διευκρίνιση ότι ο πλήρης κατάλογος ήταν δημοσιευμένος στην ηλεκτρονική της έκδοση. Μεταξύ των ονομάτων που δημοσιεύθηκαν στην έντυπη έκδοση της εφημερίδας ήταν και εκείνο της Sinirma Limited. Σύμφωνα με το δημοσίευμα της εφημερίδας, «τα πρωτότυπα δεδομένα της λίστας Λαγκάρντ, με τις καταθέσεις, αποσπάστηκαν από τους υπολογιστές της HSBC από έναν πρώην υπάλληλο της τράπεζας που μετατράπηκε σε πληροφοριοδότη, τον Ερβέ Φαλσιανί, και παραδόθηκαν στις γαλλικές αρχές το 2008… Από τα απόρρητα στοιχεία που διέρρευσαν φωτίζεται ο ρόλος της τράπεζας στους μηχανισμούς των εταιρειών offshore που προσφέρουν ανωνυμία και φορολογικό καταφύγιο. Ακαδημαϊκοί αναφέρουν ότι σχεδόν 7 τρισεκατομμύριο ευρώ βρίσκονται «παρκαρισμένα» σε φορολογικούς παραδείσους ενώ οι διαφυγόντες φόροι για τις χώρες ανέρχονται σε 175 δισεκατομμύρια». Η παραπονούμενη υποστήριξε ότι το δημοσίευμα παραβίασε διάφορες πρόνοιες του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας, μεταξύ των οποίων τις γενικές διατάξεις περί υποχρέωσης των ΜΜΕ και των δημοσιογράφων για σεβασμό του δικαιώματος του πολίτη για αντικειμενική, ολοκληρωμένη και έγκυρη πληροφόρηση, περί ήθους, εντιμότητας, διαγωγής, συμπεριφοράς και επαγγελματικού επιπέδου της υψηλότερης δυνατής στάθμης και περί επίδειξης καλής πίστης και συμμόρφωσης με το γράμμα και το πνεύμα του Κώδικα. Επίσης ανέφερε ότι παραβίασε τις ειδικές διατάξεις περί ακρίβειας των πληροφοριών που προνοούν ότι «τα Μ.Μ.Ε. μεριμνούν ώστε να μη δημοσιεύονται ανακριβείς, παραπλανητικές, φανταστικές ή διαστρεβλωτικές της αλήθειας ειδήσεις, πληροφορίες ή σχόλια» και επίσης τη διάταξη περί τεκμηρίου της αθωότητας. Ως προς την παραβίαση της πρόνοιας περί ακρίβειας των πληροφοριών, η παραπονούμενη ανέφερε πως το γεγονός ότι ο «Πολίτης» αναπαρήγαγε πληροφορίες από ξένο τύπο όπως και λίστα που περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, διάφορες εταιρείες παροχής συμβουλευτικών υπηρεσιών μεταξύ των οποίων και η Sinirma Limited και δημοσίευσε την εν λόγω λίστα ως “Λίστα Λαγκάρντ” χωρίς προηγουμένως να επαληθεύσει πληροφορίες και να διασταυρώσει τις πηγές όσων δημοσίευσε, υποδεικνύει ότι η εφημερίδα δεν συμπεριφέρθηκε επαγγελματικά αφού δεν ικανοποίησε τα κριτήρια της υπεύθυνης δημοσιογραφίας. Ανέφερε επίσης ότι η αντιγραφή πληροφοριών από τον ξένο τύπο δεν δικαιολογεί την μη εξακρίβωση του αληθούς ή μη των πληροφοριών. Η παραπονούμενη ανέφερε περαιτέρω ότι ο «Πολίτης» δεν προσέγγισε την ίδια ή κάποιο άλλο πρόσωπο για οποιαδήποτε βασική έστω εξακρίβωση των πληροφοριών του και πρόσθεσε πως θα έπρεπε να είχε ελέγξει την ακρίβειά τους προσφεύγοντας στην πηγή των αναφερόμενων γεγονότων και θα έπρεπε να παράσχει στην εταιρεία το δικαίωμα αντίκρουσης ή αμφισβήτησης. Επίσης απέρριψε ως ανακριβή τον ισχυρισμό (που προκύπτει ως συμπέρασμα από τα γραφόμενα της εφημερίδας) ότι η εταιρεία της έχει δήθεν ανάμειξη σε διαφυγόντες φόρους που ανέρχονται σε δισεκατομμύρια ευρώ από εταιρείες υπό τη δικαιοδοσία των Βρετανικών Παρθένων Νήσων. Η παραπονούμενη ανέφερε ότι οι διάφοροι ισχυρισμοί που διατυπώνει στην είδησή του ο «Πολίτης» είναι ανακριβείς και παραπλανητικοί, γιατί αυτό που δημοσίευσε δεν έχει καμία σχέση με την πραγματική Λίστα Λαγκάρντ, η οποία αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης λίστας (Falciani list) που είναι προϊόν υποκλοπής από τον Herve Falciani, προγραμματιστή ηλεκτρονικών υπολογιστών που εργαζόταν στην τράπεζα HSBC της Γενεύης κατά την χρονική περίοδο 2006 με 2007. Παρατηρεί επίσης ότι με μια απλή έρευνα στην ιστοσελίδα του Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη, η εφημερίδα θα μάθαινε ότι η εταιρεία Sinirma Limited είχε συσταθεί το 2009, δύο χρόνια δηλαδή μετά την υποκλοπή, η οποία αφορά συγκεκριμένο τραπεζικό αρχείο καταθετών. Σύμφωνα με το παράπονο, αυτό που δημοσίευσε ο «Πολίτης είναι μια λίστα την οποία δημοσίευσε στην ηλεκτρονική της σελίδα η ICIJ Offshore Leaks Database (http://offshoreleaks.icij.org) που περιλαμβάνει δικηγορικά και λογιστικά γραφεία καθώς και εταιρείες οι οποίες παρέχουν συμβουλευτικές υπηρεσίες ή έχουν διασυνδέσεις με υπεράκτιες εταιρείες οι οποίες δραστηριοποιούνται στο εξωτερικό και συγκεκριμένα στις Βρετανικές Παρθένους Νήσους. Επίσης ανέφερε πως ενώ η εφημερίδα δημοσίευσε την εν λόγω λίστα απέφυγε να δημοσιεύσει από την ίδια πηγή την προειδοποίηση την οποία κάθε επισκέπτης πρέπει να βεβαιώσει ότι διάβασε προτού εισέλθει στην ιστοσελίδα και η οποία αναφέρει πως: “Therearelegitimateusersforoffshorecompaniesandtrusts. We do not intend to suggest or imply that any person, companies or other entities included in the ICIJ Offshore Leaks Database have broken the law or otherwise acted improperly”. Σε μετάφραση: “Υπάρχουν νόμιμοι χρήστες για υπεράκτιες εταιρείες και εμπιστεύματα. Δεν σκοπεύουμε να εισηγηθούμε ή υπονοήσουμε ότι κάθε πρόσωπο, εταιρείες ή άλλες οντότητες που περιλαμβάνονται στην ηλεκτρονική σελίδα της ICIJOffshoreLeaksDatabase έχει παραβεί το νόμο ή με άλλο τρόπο ενήργησε αντικανονικά”. Η παραπονούμενη υποστηρίζει πως αυτή η παράλειψη υποδεικνύει ότι η έλλειψη μέριμνας ήταν εσκεμμένη και κακόπιστη. Τέλος ανέφερε πως θεωρείται αναμφισβήτητο γεγονός το δεδομένο ότι ακόμα δεν υπάρχουν οποιαδήποτε επίσημα στοιχεία ή έγκυρες πηγές βάσει των οποίων αποκαλύπτονται τα ονόματα που περιλαμβάνονται στη Λίστα Λαγκάρντ. Ως προς την παραβίαση της πρόνοιας για το τεκμήριο της αθωότητας, η παραπονούμενη ανέφερε ότι η δημοσίευση ανακριβών και αβάσιμων πληροφοριών δίδει την εντύπωση ότι η εταιρεία της είναι μια εκ των εταιρειών που εμπλέκονται σε φοροδιαφυγή, ξέπλυμα βρώμικου ρήματος και άλλες παράνομες οικονομικές ενέργειες που συνιστούν ποινικό αδίκημα, κατά τρόπο που συνιστά διασυρμό και διαπόμπευση. Η ΘΕΣΗ ΤΗΣ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑΣ Στην απάντησή του στο παράπονο, ο αρχισυντάκτης της εφημερίδας Σωτήρης Παρούτης ανέφερε πως «υπήρξε όντως ανακρίβεια» στο δημοσίευμα. Όπως ανέφερε, το συνημμένο αρχείο που εντοπίστηκε αργά την προηγούμενη του δημοσιεύματος σε ανάρτηση της Διεθνούς Σύμπραξης Ερευνητών Δημοσιογράφων «όντως δεν ήταν η καθαυτό επίμαχη λίστα Λαγκάρντ, που είχε να κάνει με την Κύπρο», αλλά αποτελούσε «παράπλευρη έρευνα» που αφορούσε σε αριθμό υπεράκτιων εταιρειών με έδρα τις Βρετανικές Παρθένους Νήσους, των οποίων η διαχείριση γινόταν από την Κύπρο, μέσω δικηγορικών και λογιστικών/ελεγκτικών γραφείων. Ανέφερε επίσης ότι το γεγονός αυτό είχε επισημανθεί στο εκτενές ρεπορτάζ της σελίδας 8 και ότι «αυτό που ενδεχομένως να ήταν κάπως παραπλανητικό ήταν ο τίτλος της πρώτης σελίδας. Περαιτέρω ανέφερε ότι ο μεγάλος αριθμός των εμπλεκομένων γραφείων και ο πολύ μεγαλύτερος αριθμός εταιρειών, χωρίς διεύθυνση και λοιπά στοιχεία επικοινωνίας δεν επέτρεπε στην εφημερίδα να επικοινωνήσει για να επιβεβαιώσει την ορθότητα του αρχείου. Εξ άλλου ανέφερε ότι την επομένη του δημοσιεύματος παρατέθηκαν οι θέσεις όσων εμπλεκομένων επικοινώνησαν με την εφημερίδα, κυρίως λογιστές και δικηγόροι. Μεταξύ αυτών που επικοινώνησαν δεν ήταν η παραπονούμενη, η οποία, όπως ανέφερε στο παράπονό της, έλαβε γνώση του δημοσιεύματος πολύ αργότερα. Ο συντάκτης της είδησης Γιάννης Σεϊτανίδης κλήθηκε σε συνεδρία υποεπιτροπής στην οποία παρέδωσε γραπτό υπόμνημα και παρέθεσε πρόσθετες διευκρινίσεις και απόψεις. Ειδικότερα, ανέφερε ότι στην εισαγωγή της είδησης που φέρει την υπογραφή του περιέλαβε την επισήμανση ότι «η παρουσία στη λίστα δεν σημαίνει υποχρεωτικά ότι υποκρύπτει φοροδιαφυγή». Υποστήριξε ότι «η έννοια ‘λίστα Λαγκάρντ’ καλύπτει ο,τιδήποτε σχετίζεται με πιθανή φοροαποφυγή και καταθέσεις στην Ελβετία» και ανέφερε ότι η εφημερίδα δεν κατέβασε τον κατάλογο που δημοσίευσε από την ηλεκτρονική της σελίδα ICIJ Offshore Leaks Database http://offshoreleaks.icij.org ,αλλά τον εξασφάλισε υπό μορφή ηλεκτρονικού αρχείου υπό τον τίτλο Swiss Leaks List, από το οποίο απομόνωσε ό,τι είχε σχέση με την Κύπρο. Επίσης παραδέχθηκε ότι η αναφορά σε «λίστα Λαγκάρντ» στον τίτλο ήταν εν μέρει παραπλανητική αλλά ανέφερε πως δεν είχε ο ίδιος τον έλεγχο της τιτλοφόρησης της είδησης. Περαιτέρω ανέφερε πως η ενημέρωσή που είχε από αξιόπιστη πηγή ήταν ότι το υλικό που περιείχαν τα ηλεκτρονικά δεδομένα αποτελούσε τμήμα των αρχείων της «λίστας Λαγκάρντ» ή της «λίστας Φαλσιάνι» και κατά τον ουσιώδη χρόνο είχε «τη βέβαιη εκτίμηση ότι η λίστα είναι μέρος της λεγόμενη λίστας Λαγκάρντ ή της λίστας με στοιχεία καταθετών της HSBC στην Ελβετία». Επίσης είπε ότι ο ίδιος προχώρησε σε δειγματοληπτικό έλεγχο επικοινωνώντας με 5 ή 6 δικηγορικά και λογιστικά γραφεία κάμνοντας αναφορά στη λίστα Λαγκάρντ και ζήτησε τα σχόλιά τους, αλλά ανταποκρίθηκε μόνο μια εταιρεία Ρώσων που δεν διέψευσαν την παρουσία της στη λίστα, αλλά διευκρίνισαν ότι η μόνη σχέση που είχαν με τις εταιρείες με τις οποίες φέρονταν να συνδέονται ήταν ότι ανέλαβαν τη σύστασή τους και τίποτα περισσότερο. Οι υπόλοιποι, όπως ανέφερε, δεν ανταποκρίθηκαν με αποτέλεσμα η στάση τους να ενισχύσει την εκτίμηση ότι η λίστα έχει βάση. Την επόμενη ημέρα υπήρξαν παράπονα και οργισμένα τηλεφωνήματα από δικηγορικά γραφεία που περιλαμβάνονται στη λίστα, αλλά στο τέλος κανείς δεν προχώρησε σε διάψευση. Η θέση του ήταν πως θεώρησε τον έλεγχο που έκαμε αρκετό και εξέλαβε το γεγονός πως δεν υπήρξε διάψευση από τις εταιρείες με τις οποίες επικοινώνησε ως επιβεβαίωση της είδησης. Επίσης ανέφερε ότι ο έλεγχος που έκαμε καταρρίπτει τη θέση της παραπονούμενης πως ενήργησε κακόβουλα, λέγοντας και ότι το ρεπορτάζ δεν είχε στόχο να θίξει πρόσωπα και ότι δεν υπήρξε σκόπιμη και δόλια προσπάθεια να εκτεθεί η παραπονούμενη (όπως και οποιοσδήποτε άλλος) ούτε να παραπλανηθεί η κοινή γνώμη. Τέλος υπέδειξε ότι η θέση της παραπονούμενης πως το δημοσίευμα δυνατό να έχει δυσμενείς επιπτώσεις για την εταιρεία της δεν ευσταθεί, δεδομένου ότι και η ίδια παραδέχθηκε πως το όνομά περιλαμβανόταν στον κατάλογο ICIJ offshore Leaks Database , που προϋπήρχε του δημοσιεύματος. Η Επιτροπή εξέτασε το θέμα διεξοδικά υπό το φως όλων των στοιχείων που είχε ενώπιον της και υπό το πρίσμα της κοινής αντίληψης ως προς την έννοια του όρου «λίστα Λαγκάρντ», λαμβάνοντας υπόψη από τη μια τη δημοσιογραφική αποστολή που περιλαμβάνει και τη δημοσίευση πληροφοριών ενδιαφέροντος ή που επηρεάζουν σοβαρά την κοινωνία και από την άλλη την υποχρέωση για παροχή έγκυρης, ακριβούς και μη παραπλανητικής ενημέρωσης. Η Επιτροπή αποφάσισε ότι το δημοσίευμα, με βάση και την παραδοχή της εφημερίδας, ήταν ανακριβές και παραπλανητικό, ιδιαίτερα ως προς τον τίτλο που υποστήριζε ότι η εφημερίδα παρουσίασε τη λίστα ή μέρος της λίστας Λαγκάρντ. Στη θέση αυτή κατέληξε λαμβάνοντας υπόψη τόσο τα γεγονότα όσο και τη γενική γνώση ως προς τη λίστα Λαγκάρντ, όπως επίσης και τον ουσιώδη χρόνο εμφάνισης του δημοσιεύματος. Η λίστα Λαγκάρντ έγινε γνωστή στο ευρύ κοινό μετά την παράδοση στις Ελληνικές αρχές καταλόγου φυσικών και νομικών προσώπων που είχαν καταθέσεις στην Ελβετία, και ειδικότερα στην πολυεθνική τράπεζα HSBC (Hong Kong and Shanghai Banking Corporation) για σκοπούς απόκρυψης εσόδων και αποφυγής καταβολής φόρου στο ελληνικό δημόσιο. Στην πράξη και στην αντίληψη του κοινού, η λίστα Λαγκάρντ αποτελεί κατάλογο καταθετών στην τράπεζα HSBC Ελβετίας στον οποίο παρατίθενται και τα ποσά των καταθέσεων. Κατά τον ουσιώδη χρόνο της δημοσίευσης της είδησης στην εφημερίδα το θέμα βρισκόταν στην επικαιρότητα λόγω σχετικής συζήτησης στην Επιτροπή Θεσμών της Βουλής και της απαίτησης από πολλές πολιτικές πλευρές προς την κυβέρνηση να ζητήσει επίσημα και να εξασφαλίσει τον κατάλογο ονομάτων Κυπρίων καταθετών στην Ελβετική HSBC. Με βάση τα δεδομένα και τα ενώπιόν της στοιχεία, η Επιτροπή κατέληξε στην απόφαση ότι ο κατάλογος που δημοσίευσε η εφημερίδα, και ανεξάρτητα από την οποιαδήποτε διασύνδεση των οργανισμών και ατόμων ή συνδεδεμένων με αυτούς φυσικών ή νομικών προσώπων που περιλαμβάνονται σ’ αυτόν, δεν μπορούσε να θεωρηθεί ότι αποτελούσε το κυπριακό μέρος της Λίστας Λαγκάρντ. Όπως έγινε παραδεκτό και από την εφημερίδα, επρόκειτο για κατάλογο με τα ονόματα μερικών χιλιάδων νομικών προσώπων, δικηγορικών και λογιστικών γραφείων και μερικών φυσικών προσώπων, από τον οποίο η εφημερίδα απομόνωσε 1.343 περιπτώσεις που αναφέρονταν στην Κύπρο, με την έννοια ότι έχουν διευθύνσεις αλληλογραφίας στην Κύπρο, αλλά τελούν υπό τη νομική δικαιοδοσία των Βρετανικών Παρθένων Νήσων για σκοπούς φορολογίας. Όπως επεξηγήθηκε, και όπως φαίνεται και από τις διευκρινίσεις που δόθηκαν στην εφημερίδα, αρκετά νομικά πρόσωπα που αναφέρονται στον κατάλογο ενήργησαν για την εγγραφή εταιρειών στις Βρετανικές Παρθένες Νήσους και διαθέτουν τη διεύθυνση τους για σκοπούς αλληλογραφίας, χωρίς τα νομικά αυτά πρόσωπα να έχουν καμιά νομική ή άλλη σχέση με τα νησιά αυτά. Η Επιτροπή θεώρησε επίσης ως απόλυτα ανακριβή και παραπλανητική την συμπερίληψη της εταιρείας Sinirma στην «περίφημη λίστα Λαγκάρντ» δεδομένου του γεγονότος ότι η εταιρεία αυτή συστάθηκε δύο χρόνια μετά την εμφάνιση της λίστας αυτής. Υπό το φως των πληροφοριών που έδωσε ο συντάκτης της είδησης, η Επιτροπή αποδέχθηκε εν μέρει το παράπονο ότι η εφημερίδα ή ο δημοσιογράφος ενήργησαν αντιεπαγγελματικά γιατί δεν μερίμνησαν να επαληθεύσουν ή να διασταυρώσουν τις πληροφορίες τους και ότι δεν προσέγγισαν την παραπονούμενη εταιρεία. Ο κ. Σεϊτανίδης παρουσίασε στοιχεία που φανερώνουν ότι προσπάθησε και ήλθε σε επαφή με 5 ή 6 από τις αναφερόμενες εταιρείες, τις οποίες επέλεξε κυρίως με κριτήριο τον αριθμό των εταιρειών που ενέγραψαν και εκπροσωπούσαν, με σκοπό να διασταυρώσει τις πληροφορίες και να πάρει τις απόψεις τους. Η Επιτροπή θεώρησε πως το γεγονός αυτό καταρρίπτει τον ισχυρισμό ότι ή είδηση δημοσιεύθηκε με κακόβουλη πρόθεση. Ο δημοσιογράφος ανέφερε πως θεώρησε ως επιβεβαίωση ή επαλήθευση των πληροφοριών του το γεγονός πως οι περισσότερες εταιρείες στις οποίες αποτάθηκε δεν θέλησαν να μιλήσουν και μόνο μία από αυτές ανταποκρίθηκε στην προσπάθειά του, χωρίς και πάλι να παράσχει ουσιαστικές πληροφορίες. Όμως η Επιτροπή έκρινε πως η προσπάθεια που έγινε από μέρους του δεν ήταν επαρκής. Είναι αντιληπτός ο όγκος της εργασίας που χρειαζόταν για να γίνει έλεγχος και επαλήθευση των πληροφοριών που αφορούσαν σε πολλές εκατοντάδες ονόματα, αλλά η Επιτροπή θεώρησε πως ο δειγματοληπτικός έλεγχος δεν αποτελεί επαρκές υποκατάστατο. Επί του προκειμένου επισημαίνει ότι σε περιπτώσεις στις οποίες κατονομάζονται πολλά άτομα, ανεξάρτητα από τον αριθμό τους και τον όγκο εργασίας που διαλαμβάνει ο έλεγχος, κάθε ένα από τα κατονομαζόμενα άτομα πρέπει να προσεγγισθεί ξεχωριστά προκειμένου να σχολιάσει ή να αντικρούσει τα αναφερόμενα σ’ αυτό. Η εγκυρότητα της θέσης αυτής επαληθεύεται και από το γεγονός ότι η παραπονούμενη εταιρεία Sinirma παρουσιάστηκε ως μέρος της λίστας Λαγκάρντ, παρόλο που δεν υπήρχε ως νομική προσωπικότητα κατά την περίοδο στην οποία αφορούσε η λίστα δηλαδή μεταξύ του 2006 και 2007. Το γεγονός αυτό θα μπορούσε να εξακριβωθεί αν γινόταν επαφή με την εταιρεία. Η Επιτροπή επανέλαβε την πάγια θέση της ότι τα ΜΜΕ και οι δημοσιογράφοι οφείλουν σε περιπτώσεις στις οποίες κατονομάζονται άτομα ή οργανισμοί να δώσουν την ευκαιρία στον καθένα ξεχωριστά να αντικρούσουν ισχυρισμούς που τους επηρεάζουν και να παραθέτουν τις απόψεις τους, για ταυτόχρονη δημοσίευση. Η εκ των υστέρων δημοσίευση απαντήσεων σε πληροφορίες ή ισχυρισμούς που είναι δυνατό να δημιουργήσουν εντυπώσεις να έχουν σοβαρές επιπτώσεις πάνω σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα δεν θεωρείται ότι ικανοποιεί την πρόνοια του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας. Ο Κώδικας ρητά ορίζει πως «τα Μ.Μ.Ε. παρέχουν στους επηρεαζομένους, στην κατάλληλη περίπτωση και ιδιαιτέρως όταν έχουν υποστεί επίθεση, την ευκαιρία να απαντήσουν…» Πάγια θέση της Επιτροπής είναι ότι «κατάλληλη περίπτωση», σε περιπτώσεις όπως η παρούσα, είναι ταυτόχρονα με τη δημοσίευσή τους. Η Επιτροπή δεν τοποθετήθηκε επί του ισχυρισμού ότι ο δημοσιογράφος ή η εφημερίδα πήραν τις πληροφορίες από την ιστοσελίδα http://offshoreleaks.icij.org. Και αυτό επειδή με βάση τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον της και από το αποτέλεσμα ελέγχου στον οποίο προέβη η Επιτροπή, δεν μπορεί να υπάρξει απόλυτη βεβαιότητα ότι ο δημοσιογράφος εξασφάλισε τις πληροφορίες του από την ιστοσελίδα, δεδομένου ότι ο ίδιος υποστηρίξει ότι της πήρε από άλλη πηγή υπό τη μορφή ηλεκτρονικού αρχείου. Ο κατάλογος που δημοσιεύεται στην ιστοσελίδα είναι πολύ πιο εκτενής, δηλαδή περιλαμβάνει 2.761 εγγραφές και παρέχεται ξεχωριστά για κάθε χώρα και υπό άλλη μορφή, από αυτόν που είχε στην κατοχή της η εφημερίδα. Ο κατάλογος που παρουσίασε ο συντάκτης της είδησης υπό τον τίτλο «Κυπριακή λίστα» σε μορφή Excel περιλαμβάνει 1.343 εγγραφές. Το επίμαχο σημείο είναι ότι η εφημερίδα δεν δημοσίευσε και την προειδοποίηση που υπάρχει στην ιστοσελίδα. Ανεξάρτητα από το αν ο κατάλογος λήφθηκε ή όχι από την ιστοσελίδα, το ουσιαστικό είναι πως η εφημερίδα δημοσίευσε ανάλογη προειδοποίηση στην είδησή της αναφέροντας ότι η δημοσίευση της είδησης έγινε «με την επισήμανση ότι η παρουσία στη λίστα δεν σημαίνει υποχρεωτικά ότι υποκρύπτεται φοροδιαφυγή». Υπό το πρίσμα της προειδοποίησης αυτής και λαμβάνοντας υπόψη το γράμμα και το πνεύμα της πρόνοιας του Κώδικα περί του τεκμηρίου της αθωότητας και το γεγονός πως δεν διατυπώθηκε ισχυρισμός ή υποψία περί διάπραξης οποιουδήποτε αδικήματος η Επιτροπή δεν αποδέχθηκε το παράπονο περί παραβίασης του τεκμηρίου αθωότητας της παραπονούμενης εταιρείας. Το σχετικό άρθρο του Κώδικα, που αναφέρει ότι «οι λειτουργοί σέβονται πλήρως την αρχή ότι ο ύποπτος ή κατηγορούμενος για διάπραξη αδικήματος είναι αθώος μέχρις αποδείξεως του αντιθέτου, σύμφωνα με τη νόμιμη διαδικασία και συνεπώς αποφεύγουν να δημοσιοποιήσουν ο,τιδήποτε το οποίο να οδηγεί σε συμπεράσματα ως προς την ενοχή ή αθωότητα του υπόπτου ή/και κατηγορουμένου ή τείνει να τον διασύρει ή διαπομπεύσει», αφορά κατά κύριο λόγο σε ποινικές υποθέσεις ή δικαστική διαδικασία και μόνο κατ’ αναλογία σε άλλες περιπτώσεις.
ΠΡΟΝΟΙΑ/EΣ ΚΩΔΙΚΑ:
ΜΜΕ:
ΑΡ. ΠΑΡΑΠΟΝΟΥ:
7/2015
ΗΜ. ΑΠΟΦΑΣΗΣ:
11/06/2015
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ:
ΟΧΙ
Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας εξέτασε παράπονο (7/11/5/2015) από το Κοινοτικό Συμβούλιο Τράχωνα για κατ’ ισχυρισμό ανακριβή, παραπλανητική και μεροληπτική πληροφόρηση από την τηλεόραση του ΜΕΓΑ και φίμωση ή προσπάθεια φίμωσης τηλεθεατή. Ειδικότερα, ο πρόεδρος και τα μέλη του Κοινοτικού Συμβουλίου παραπονέθηκαν ότι στη διάρκεια της εκπομπής «Εχεις Μέσον» στις 8/4/2015 και σε σχέση με διαμάχη μεταξύ του Αρχιεπισκόπου Χρυσοστόμου και της Εκκλησιαστικής Επιτροπής της Παναγίας του Τράχωνα, που απασχόλησε ευρέως τα ΜΜΕ, η παρουσιάστρια Νατάσα Ιωάννου, «χωρίς να γνωρίζει τα γεγονότα και χωρίς να ακούσει και τις θέσεις της Εκκλησιαστικής Επιτροπής και γενικότερα της Κοινότητας του Τράχωνα δήλωσε κατά τρόπο απαξιωτικό ότι οι Τραχωνίτες είναι με λίγα λόγια αχάριστοι γιατί ενώ ο Μακαριότατος συνέβαλε στην ανέγερση της εκκλησίας τώρα αρνούνται να συμβάλουν στα έξοδα της Αρχιεπισκοπής για να καταβληθούν, όπως ισχυρίστηκε, οι μισθοί των ιερέων». Επίσης υποστήριξαν ότι η παρουσιάστρια «σε παρέμβαση εκπροσώπου της συντονιστικής μας επιτροπής ενήργησε κατά τρόπο απαράδεκτο και αντιδεοντολογικό χαμηλώνοντας τον ήχο του μικροφώνου για να μην ακούγεται η φωνή του εκπροσώπου μας και υψώνοντας το όταν απαντούσε η ίδια απορρίπτοντας τα όσα ο εκπρόσωπος μας της ανάφερε». Το παράπονο κοινοποιήθηκε στα ΜΜΕ, που ασχολήθηκαν με το θέμα. Ειδικότερα, η Cyprus Mail αφιέρωσε μια σελίδα της, αναφέροντας μεταξύ άλλων ότι από την εξέταση οπτικογράφησης της εκπομπής διαπιστώνεται πως ο εκπρόσωπος της Επιτροπής τηλεφώνησε στην εκπομπή και μίλησε για δέκα περίπου λεπτά, ενώ η φωνή του άρχισε να χαμηλώνει όταν άρχισαν να προβάλλονται στην οθόνη οι τίτλοι τέλους της εκπομπής. Οι παραπονούμενοι πληροφόρησαν την Επιτροπή, αρχικά προφορικά και στη συνέχεια με επιστολή τους που λήφθηκε στις 18/4./2015, ότι ύστερα από διευκρινιστική δήλωση στην οποία προέβη η παρουσιάστρια κ. Ιωάννου, σχετικά με το θέμα, στην εκπομπή της την Πέμπτη 14/5/2015 έκριναν ότι αυτό τους ικανοποιούσε και ότι δεν «ενδείκνυται κατά τη γνώμη μας, περαιτέρω διερεύνηση της καταγγελίας». Η παρουσιάστρια της εκπομπής ενημέρωσε την Επιτροπή πως οι διευκρινίσεις που έδωσε ήταν πως κατά την επίμαχη εκπομπή δεν εξέφερε δική της θέση πως ο Αρχιεπίσκοπος είχε βοηθήσει την κοινότητα Τράχωνα να κτίσει εκκλησία, αλλά είχε κάμει σαφές ότι μετέφερε τη θέση του Αρχιεπισκόπου, και επίσης ότι δεν χαμήλωσε το μικρόφωνο για να μην ακούεται ο κ. Κόκκινος. Ειδικότερα ανέφερε πως ο κ. Κόκκινος μιλούσε για 10 λεπτά κατηγορώντας την ίδια ότι ανέφερε πράγματα που δεν ήταν αληθή και ότι το μικρόφωνο χαμήλωσε μόνο όταν τέλειωσε η εκπομπή. Είπε ότι αυτό έγινε από τους παραγωγούς, γιατί η ίδια δεν είχε καν την τεχνική δυνατότητα να ανοίγει ή να κλείνει μικρόφωνα. Ο Κώδικας Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας δεν περιλαμβάνει πρόνοια για δικαίωμα απόσυρσης παραπόνου. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή έχει ορίσει ως πάγια εθιμική πρακτική της να επιτρέπει ή να μην επιτρέπει την απόσυρση παραπόνου και να εκδίδει ή να μην εκδίδει απόφαση, λαμβάνοντας υπόψη τα δεδομένα κάθε περίπτωσης ξεχωριστά. Στην προκειμένη περίπτωση, η Επιτροπή έλαβε υπόψη το γεγονός ότι το παράπονο δημοσιοποιήθηκε ευρύτατα από τους παραπονουμένους στα ΜΜΕ με συνέπεια να εκτεθεί σε κατηγορίες για αντιδεοντολογική συμπεριφορά η παρουσιάστρια Νατάσα Ιωάννου. Συνακόλουθα, η Επιτροπή θεώρησε το παράπονο ως αποσυρθέν και το απέρριψε.
ΠΡΟΝΟΙΑ/EΣ ΚΩΔΙΚΑ:
ΜΜΕ:
ΑΡ. ΠΑΡΑΠΟΝΟΥ:
3/2015
ΗΜ. ΑΠΟΦΑΣΗΣ:
12/02/2015
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ:
ΝΑΙ
Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας εξέτασε παράπονο (3/1/2/2015) από τη δημοσιογράφο Αντρη Δανιήλ για ανάρτηση φρικιαστικών φωτογραφιών και βίντεο στην ειδησεογραφική ιστοσελίδα LAIMITOMOS.COM. Η παραπονούμενη ανέφερε ότι η ιστοσελίδα δημοσιεύει καθημερινά φωτογραφίες που παρουσιάζουν ανθρώπινα κεφάλια από τις εκτελέσεις στις οποίες προβαίνουν οι τζιχαντιστές του Ισλαμικού Κράτους του Ιράκ και του Λεβάντε (ISIL ή ISIS). Η παραπονούμενη ανέφερε ότι, στον αντίποδα, η ιστοσελίδα δημοσιεύει ειδήσεις που περιέχουν «χυδαιότητες, γυμνό και σεξουαλικές περιπτύξεις διασήμων και μη». Ανέφερε επίσης ότι η πρακτική αυτή « ξεπερνά τη δημοσιογραφική δεοντολογία και γίνεται καθαρά για λόγους εξασφάλισης ενός κλικ, για να έχουν λόγο ύπαρξης, παραβιάζοντας όλους τους κανόνες». Η παραπονούμενη παρέθεσε συνδέσμους σε τρία παραδείγματα ανάρτησης φωτογραφιών που παρουσιάζουν ματωμένες κομμένες κεφαλές, από εκτελέσεις στις οποίες προέβησαν οι τζιχαντιστές και ένα σύνδεσμο σε βίνετο που παρουσιάζει δημόσιο αποκεφαλισμό στη Μέκκα της Σαουδικής Αραβίας, ενώ η γυναίκα ούρλιαζε και παρακαλούσε για τη ζωή της. Ο σύνδεσμος στο βίντεο περιείχε προειδοποίηση ότι επρόκειτο για «σκληρή» εικόνα για άτομα άνω των 18 ετών. Η ιστοσελίδα απάντησε μέσω νομικού συμβούλου που ανέφερε ότι απορρίπτει στο σύνολό το παράπονο της δημοσιογράφου ως αβάσιμο και ανυπόστατο. Ανέφερε ότι «είναι προφανής η κακία και η ζήλια που περικλείει το εν λόγω καταγεγραμμένο σχόλιο/παράπονο που μόνον δημοσιογραφικό ενδιαφέρον δεν περικλείει και τούτο προκύπτει από τους χαρακτηρισμούς/κοσμητικά επίθετα που η συγκεκριμένη Δημοσιογράφος χρησιμοποιεί». Περαιτέρω ανέφερε πώς «προφανώς ο σκοπός και ο στόχος μερίδας Δημοσιογράφων είναι να πλήξουν το έργο των πελατών μου και την αντικειμενικότητα που τους διακρίνει και τούτο φωτογραφίζεται από την αναφορά «ένα κλικ», που κρύβει … την αγωνία κα το όποιο δημοσιογραφικό ενδιαφέρον έχουν για τα Διεθνή Πεπραγμένα και για τα οποία πάντως, οι πολίτες έχουν το αναφαίρετο δικαίωμα της πληροφόρησης και γνώσης». Επίσης ανέφερε ότι δεν ελήφθη κανένα παράπονο από οποιονδήποτε πολίτη ή αρμόδια αρχή για τα επίμαχα δημοσιεύματα και ότι συντελεστές της ιστοσελίδας, σε αντίθεση με όσα υποστήριξε η παραπονούμενη, είναι δημοσιογράφοι. Κατά την εξέταση του παραπόνου η επιτροπή σημείωσε την παρατήρηση της νομικής συμβούλου των καθ’ ων το παράπονο ότι «οι πολίτες έχουν το αναφαίρετο δικαίωμα της πληροφόρησης και γνώσης» και επιθυμεί να επισημάνει πως το δικαίωμα των πολιτών στην πληροφόρηση, όπως και το δικαίωμα της ελευθερίας έκφρασης δεν ασκούνται ανεξέλεγκτα, αλλά υπόκεινται στους περιορισμούς που επιβάλλουν οι νόμοι και οι κανόνες της δεοντολογίας. Στην προκειμένη περίπτωση, ο Κώδικας Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας ορίζει ότι οι λειτουργοί των ΜΜΕ «επιδεικνύουν την αρμόζουσα ευαισθησία … και είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί και διακριτικοί στην παρουσίαση θεμάτων όπως η βία, το έγκλημα, τα σεξουαλικά παραπτώματα, ο ανθρώπινος πόνος και ο θάνατος, καθώς και πληροφοριών ή εικόνων που είναι επιβλαβείς ή μπορούν να προκαλέσουν πανικό ή φρίκη ή αποτροπιασμό, κυρίως τα παιδιά». Η Επιτροπή διαπίστωσε ότι οι εικόνες που ανάρτησε η ιστοσελίδα ήταν αποκρουστικές και φρικιαστικές για το μέσο θεατή και επιβλαβείς για τα παιδιά που έχουν ελεύθερη πρόσβαση στην ιστοσελίδα και δεν θα έπρεπε να είχαν δημοσιευθεί. Επίσης το βίντεο του δημόσιου αποκεφαλισμού θα μπορούσε να προκαλέσει φρίκη και αποτροπιασμό κατά παράβαση τις σχετικής πρόνοιας του Κώδικα και η ανάρτησή του θα έπρεπε να είχε αποφευχθεί, έστω και με την προειδοποίηση «18-Σκηνές που θα ενοχλήσουν». Οι εκτελέσεις δεκάδων ανθρώπων από τους τζιχαντιστές είναι ένα γεγονός πλήρως τεκμηριωμένο και η δημοσίευση των κομμένων κεφαλών δεν εξυπηρετούσε κανένα δημοσιογραφικό σκοπό ούτε και το καλώς νοούμενο δικαίωμα του κοινού στην πληροφόρηση, παρά μόνο την τρομολαγνεία και την καλλιέργεια ή ικανοποίηση της θανατολαγνείας. Η Επιτροπή δεν διαπίστωσε την ύπαρξη οποιουδήποτε στοιχείου που να τεκμηριώνει τον ισχυρισμό των καθ' ων τον παράπονο περί της ύπαρξης ελατηρίων πίσω από το παράπονο, όπως κακίας, ζήλιας και επιδίωξης να πλήξουν την ιστοσελίδα, Αντίθετα, η Επιτροπή διαπίστωσε την ύπαρξη έγνοιας και ενδιαφέροντος για τήρηση των κανόνων δημοσιογραφικής δεοντολογίας και της καλής δημοσιογραφικής πρακτικής.
ΠΡΟΝΟΙΑ/EΣ ΚΩΔΙΚΑ:
ΜΜΕ:
ΑΡ. ΠΑΡΑΠΟΝΟΥ:
1/2015
ΗΜ. ΑΠΟΦΑΣΗΣ:
12/02/2015
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ:
ΝΑΙ, ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ
Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής δεοντολογίας εξέτασε αίτημα της Επιτρόπου για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Παιδιού Λήδας Κουρσουμπά (υπόθεση 1/21/1/2015) να προβεί στις ενέργειες που θα θεωρούσε κατάλληλες κατά την κρίση της σε σχέση με τη δημοσίευση διαφημίσεων για την παροχή σεξουαλικών υπηρεσιών ή φωτογραφικού υλικού και θεματολογίας που απροκάλυπτα παρουσιάζει τη γυναίκα και το γυναικείο σώμα ως σεξουαλικό αντικείμενο στα αθλητικά τμήματα διαφόρων έντυπων και διαδικτυακών ΜΜΕ. Η Επίτροπος επισήμανε ότι το υλικό αυτό δημοσιεύεται κυρίως σε αθλητικές σελίδες που διαβάζονται κατ’ εξοχήν από παιδιά και νέους και τόνισε την υποχρέωση των ΜΜΕ, με βάση τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα του Παιδιού, να συμβάλλουν με θετικό τρόπο στη διαπαιδαγώγηση του παιδιού. Η ίδια σύμβαση επιβάλλει την προώθηση της ισότητας μεταξύ των δύο φύλων και ζητεί την εξάλειψη των ταπεινωτικών εικόνων εκμετάλλευσης των κοριτσιών και των γυναικών στα ΜΜΕ. Η Επίτροπος ανέφερε ότι η δημοσίευση ή ανάρτηση διαφημίσεων και φωτογραφιών γυμνών ή ημίγυμνων γυναικών που παρουσιάζουν τη γυναίκα ως σεξουαλικό αντικείμενο καλλιεργεί στερεότυπα και λανθασμένα πρότυπα στα παιδιά, ως προς τους ρόλους των φύλων στην κοινωνία, παρουσιάζει τη γυναίκα ως εξαγοράσιμο αντικείμενο για παροχή σεξουαλικής ικανοποίησης και δημιουργεί συνειρμούς που διασυνδέουν την έλξη από το γυναικείο φύλο και τον αθλητισμό. Περαιτέρω επισήμανε ότι έχει διαπιστωθεί από έρευνες πως η καλλιέργεια στερεότυπων για τους άνδρες και τις γυναίκες αυξάνει την πιθανότητα άσκησης, ανοχής ή και αποδοχής της έμφυλης βίας. Η Επίτροπος ανέφερε ότι είναι σημαντικό να επισημανθεί ότι οι εφημερίδες, ως έντυπα ειδησεογραφικού, πολιτικού, οικονομικού και κοινωνικού περιεχομένου, δεν έχουν ηλιακή σήμανση ή ταξινόμηση, ενώ το τμήμα της αθλητικής ενημέρωσης ενδεχομένως να είναι αυτό που ενδιαφέρει περισσότερο από άλλα και να διαβάζεται από σημαντικό αριθμό παιδιών. Επομένως, τα ΜΜΕ έχουν αυξημένη ευθύνη και υποχρέωση να διασφαλίζουν ότι το υλικό που δημοσιεύεται στα αθλητικά τους τμήματα όχι μόνο δεν παραβιάζει τα δικαιώματα των παιδιών, αλλά τα σέβεται και τα προωθεί. Περαιτέρω επισήμανε ότι δημοσιεύσεις διαφημίσεων για επί πληρωμή τηλεφωνικές σεξουαλικές υπηρεσίες, εντοπίζοντα και σε άλλα τμήματα των ΜΜΕ που απευθύνονται στο ευρύ κοινό και είναι προσβάσιμα σε παιδιά. Η Επίτροπος πρόσθεσε πως η δημοσίευση των εν λόγω διαφημίσεων, εκτός του ότι ως περιεχόμενο είναι ακατάλληλο για παιδιά, επιπρόσθετα δημιουργεί τις συνθήκες ώστε παιδιά να κάνουν χρήση των συγκεκριμένων υπηρεσιών, με απρόβλεπτες επιπτώσεις και πιθανούς κινδύνους. Τέλος ανέφερε πως η πρακτική της δημοσίευσης τέτοιου υλικού σε ΜΜΕ που απευθύνονται σε ένα διευρυμένο ηλικιακά κοινό πρέπει να επανεξετασθεί προκειμένου να τερματισθεί. Η Επιτροπή εξέτασε παραδείγματα τέτοιων δημοσιεύσεων που υπέβαλε δειγματοληπτικά η Επίτροπος για το Παιδί και διαπίστωσε ότι στις πλείστες περιπτώσεις οι λεγόμενες ροζ διαφημίσεις δημοσιεύονται όχι απλώς στα αθλητικά τμήματα των ΜΜΕ, αλλά ως σφήνα μεταξύ αθλητικών ειδήσεων προκειμένου να προσεχθούν περισσότερο, ενώ οι φωτογραφίες γυμνών γυναικών που περιλαμβάνονται ως ύλη των αθλητικών σελίδων δεν έχουν καμιά σχέση ή συνάφεια με το θέμα που αναφέρεται στη λεζάντα ή με το οποίο μορφολογικά συνδέονται, αλλά δημοσιεύονται απλώς για ηδονοβλεψία.Στην κυριολεξία, η πρακτική αυτή καθιστά τις αθλητικές σελίδες Δούρειο Ιππο είτε για να περνούν τα μηνύματα των διαφημίσεων αυτών πιο αποτελεσματικά είτε για να δημιουργούνται συνειρμοί άσχετοι με την αποστολή και το ρόλο του αθλητισμού. Η Επιτροπή, λαμβάνοντας υπόψη τις τεκμηριωμένες θέσεις της Επιτρόπου για το Παιδί, αποφάσισε πως η πρακτική της δημοσίευσης τέτοιου υλικού δεν είναι συμβατή με τις πρόνοιες του Κώδικα για επαγγελματικό επίπεδο της υψηλότερης δυνατής στάθμης, καθώς και με την υποχρέωσης των ΜΜΕ και των λειτουργών τους να προάγουν τις πανανθρώπινες αξίες, τα ανθρώπινα δικαιώματα και ιδιαίτερα το δικαίωμα των παιδιών με βάση τη σχετική Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών να τυγχάνουν προστασίας και ορθής διαπαιδαγώγησης. Η Επιτροπή, έχοντας υπόψη προηγούμενες αποφάσεις της σε παρόμοια παράπονα για δημοσίευση λεγόμενων ροζ αγγελιών, επαναβεβαίωσε τη θέση της ότι η δημοσίευση αγγελιών για παροχή σεξουαλικών υπηρεσιών σε έντυπα στα οποία έχουν πρόσβαση τα παιδιά παραβιάζει τα δικαιώματα τους και βρίσκεται σε διάσταση με τις σχετικές πρόνοιες του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας. Επίσης αποφάσισε πως οι εμβόλιμες φωτογραφίες γυμνών ή ημίγυμνων γυναικών σε κείμενα αθλητικού ενδιαφέροντος με τα οποία δεν έχουν καμιά ουσιώδη συνάφεια ή σχέση αποτελεί κακή δημοσιογραφική πρακτική, που απλώς αποσκοπεί στην ικανοποίηση ηδονοβλεπτικών ενστίκτων προς άγραν αναγνωστών. Η πρακτική αυτή από ΜΜΕ που απευθύνονται στο σύνολο του πληθυσμού και όχι σε συγκεκριμένες ομάδες είναι σαφώς αντίθετη προς τις πρόνοιες του Κώδικα, που ορίζουν ότι το ήθος, η συμπεριφορά και το επαγγελματικό επίπεδο των ΜΜΕ και των λειτουργών τους πρέπει να είναι της υψηλότερης δυνατής στάθμης και επιβάλλουν σεβασμό των πανανθρώπινων αξιών και των δικαιωμάτων και των βασικών ελευθεριών όλων. Υπό το φως των ανωτέρω, η Επιτροπή θεωρεί υποχρέωσή της να υποδείξει στα ΜΜΜ και τους λειτουργούς τους πως η επίδειξη ευαισθησίας και υπευθυνότητας ως προς τη δημοσίευση απροκάλυπτα ερωτικού υλικού σε έντυπα ειδησεογραφικού, πολιτικού, οικονομικού και κοινωνικού περιεχομένου είναι συμφυής με την κοινωνική αποστολή τους, την οποία πρέπει να σέβονται. Τέλος, η Επιτροπή θεώρησε χρέος της να προτρέψει τα ΜΜΕ και τους λειτουργούς τους να αναθεωρήσουν αυτή την πρακτική με σκοπό τον τερματισμό της.
ΠΡΟΝΟΙΑ/EΣ ΚΩΔΙΚΑ:
ΜΜΕ:
ΑΡ. ΠΑΡΑΠΟΝΟΥ:
2/2015
ΗΜ. ΑΠΟΦΑΣΗΣ:
12/02/2015
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ:
ΝΑΙ
Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας εξέτασε παράπονο (2/29/1/2015) από την Τάνια Σιακού για δημοσίευμα στην ιστοσελίδα onlycy.com σχετικά με κατάλογο της Υπηρεσίας Ανταγωνισμού του Υπουργείου Εμπορίου για τις τιμές των καυσίμων στα πρατήρια, το οποίο προέτρεπε τους καταναλωτές να μην αγοράζουν καύσιμα από πρατήρια τα οποία παρουσίασε ως τα πιο ακριβά. Το δημοσίευμα, ημερομηνίας 28ης Ιανουαρίου, 2015, κάτω από τον τίτλο «Σ’ αυτούς μην σταματάτε για καύσιμα» παρέθετε πίνακες με τα ακριβότερα και φθηνότερα πρατήρια καυσίμων ανά κατηγορία. Το παράπονο ανέφερε πως ο τίτλος ήταν παραπλανητικός και μη δεοντολογικά σωστός, με την παρατήρηση πως ο συντάκτης της είδησης δεν θα έπρεπε να προβεί σε συστάσεις, γιατί «ο πελάτης έχει το δικαίωμα να διαλέξει από ποιο πρατήρια θα εξυπηρετηθεί». Το δημοσίευμα, γραμμένο από το δημοσιογράφο Σωτήρη Νικηφόρου και κάτω από τον τίτλο «Ακριβότερα πρατήρια» παράθετε ως πιο ακριβά τρία πρατήρια, ανάμεσα στα οποία και της εταιρείας Α & Ε Σιακός στον Αστρομερίτη, που ανήκει στην οικογένεια της παραπονούμενης. Αργότερα την ίδια ημέρα, προφανώς ύστερα από παράπονα, η ιστοσελίδα τροποποίησε τον τίτλο της ώστε να αναφέρει: «Τα ακριβότερα και τα φθηνότερα πρατήρια καυσίμων ανά επαρχία». Επίσης πρόσθεσε σύνδεσμο σε νεώτερη είδηση που ανέφερε: «ΝΕΟΤΕΡΑ: Μπαγιάτικη τελικά η λίστα με τα πρατήρια» ο οποίος παρέπεμπε σε είδηση με ημερομηνία 29 Ιανουαρίου, 2015 κάτω από τον τίτλο «Μπαγιάτικη η λίστα του Υπουργείου με τις τιμές καυσίμων», στην οποία ανέφερε ότι το Υπουργείο εξέθεσε πρατηριούχους, γιατί ανακοίνωσε κατάλογο στις 27 Ιανουαρίου, ο οποίος όμως αναφερόταν στις τιμές που ίσχυαν στις 23 Ιανουαρίου, ενώ στο μεταξύ είχαν αλλάξει. Η εφημερίδα παρέθεσε τμήμα τις ιστοσελίδας της Υπηρεσίας Ανταγωνισμού με κατάλογο ανακοινώσεών της στον οποίο εμφαίνεται η ημερομηνία στην οποία αναφερόταν η κάθε ανακοίνωση. Όπως προκύπτει, σε μια περίπτωση η ανακοίνωση παρατηρητηρίου για τα καύσιμα εκδόθηκε στις 7/2/2015 και αναφερόταν στις τιμές εκείνης της ημέρας, ενώ η επίμαχη ανακοίνωση εκδόθηκε στις 27 Ιανουαρίου, αλλά ανέφερε ότι το παρατηρητήριο αναφερόταν στις 22 Ιανουαρίου. Η Επιτροπή εξέτασε το θέμα διεξοδικά και υπό την έποψη του φάσματος των προνοιών του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας που αναφέρονται στο δικαίωμα της ελευθερίας έκφρασης, του δικαιώματος του κοινού να γνωρίζει, της ακρίβειας των πληροφοριών και τις υποχρέωσης των ΜΜΕ να παρέχουν έγκυρη πληροφόρηση στους καταναλωτές, καθώς και της υποχρέωσης των ΜΜΕ να συνεργάζονται με την Επιτροπή για τη διερεύνηση παραπόνων. Επί του τελευταίου σημείου, η Επιτροπή σημείωσε ότι η ιστοσελίδα δεν ανταποκρίθηκε σε δύο ειδοποιήσεις να παραθέσει τις απόψεις της εντός των προθεσμιών που θέτει ο Κώδικας, γεγονός το οποίο αφ’ εαυτού συνιστά παραβίαση του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας. Ως προς την ουσία, η Επιτροπή δεν αποδέχθηκε το παράπονο ότι ο τίτλος ήταν αντιδεοντολογικός, από την άποψη ότι ο δημοσιογράφος δεν θα έπρεπε να υποδείξει στους καταναλωτές από ποια πρατήρια να αγοράζουν καύσιμα και ότι με την προτροπή του να μη σταματούν στα πιο ακριβά πρατήρια ήταν δυνατό να προκαλέσει ζημιά και να πλήξει το όνομα του πρατηρίου. Η Επιτροπή θεώρησε ότι στο πλαίσιο της άσκησης του δικαιώματος της ελευθερίας έκφρασης ο δημοσιογράφος είχε δικαίωμα να πει την άποψή του και να προτρέψει τους καταναλωτές να αποφεύγουν τα πιο ακριβά πρατήρια. Οποιαδήποτε ζημιά σ’ αυτά τα πρατήρια δεν θα ήταν το αποτέλεσμα της προτροπής αλλά της πολιτικής τιμών των πρατηριούχων. Ωστόσο η Επιτροπή διαπίστωσε πως το όλο δημοσίευμα περιείχε ανακρίβειες και ήταν δυνατό να παραπλανήσει τους καταναλωτές, κατά παράβαση των προνοιών του άρθρου 1του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας, που μεταξύ άλλων προβλέπει ότι: «Τα Μ.Μ.Ε. μεριμνούν ώστε να μη δημοσιεύονται ανακριβείς, παραπλανητικές, φανταστικές ή διαστρεβλωτικές της αλήθειας ειδήσεις, πληροφορίες ή σχόλια. Σε περίπτωση που έχει συμβεί κάτι τέτοιο χωρούν σε άμεση διόρθωση ή και απολογία. Τα Μ.Μ.Ε. και οι λειτουργοί των έχουν υποχρέωση να παρέχουν έγκυρη πληροφόρηση στους καταναλωτές». Κατ’ αρχήν, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι υπήρχε ανακρίβεια και παραπλάνηση ως προς την περίοδο για την οποία ίσχυαν οι τιμές, αφού έδινε την εντύπωση ότι επρόκειτο για τις τρέχουσες τιμές και όχι εκείνες που ίσχυαν μια εβδομάδα προηγουμένως. Αυτό παραδέχθηκε και η ίδια η ιστοσελίδα, επιρρίπτοντας την ευθύνη για την παραπλάνηση στην Υπηρεσία Ανταγωνισμού και Προστασίας των Καταναλωτών. Ωστόσο, η Επιτροπή διαπίστωσε πως στην ανακοίνωση της Υπηρεσίας Ανταγωνισμού αναφερόταν σαφώς η ημερομηνία του παρατηρητηρίου και αποτελούσε ευθύνη του δημοσιογράφου και της ιστοσελίδας να προσέξει το γεγονός αυτό. Περαιτέρω η Επιτροπή διαπίστωσε πως ο τίτλος «Ακριβότερα πρατήρια» ήταν ανακριβής και παραπλανητικός γιατί ο κατάλογος με τα τρία πρατήρια που παρουσιάζονταν ως τα πιο ακριβά δεν αφορούσε σε όλες τις κατηγορίες καυσίμων αλλά μόνο στην αμόλυβδη βενζίνη 95 οκτανίων. Όπως προκύπτει από τον πλήρη κατάλογο, άλλα πρατήρια ήταν ακριβότερα από εκείνα που αναφέρονταν αμέσως κάτω από τον τίτλο «Ακριβότερα πρατήρια» στις κατηγορίες της βενζίνης 98 οκτανίων και του πετρελαίου κίνησης. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή έκρινε ότι το δημοσίευμα παραβίαζε το άρθρο 1 του Κώδικα περί ακρίβειας των πληροφοριών. Η Επιτροπή εξέφρασε ευαρέσκεια, θεωρώντας ως θετικό στοιχείο το γεγονός ότι η ιστοσελίδα προέβη σε μερική ανασκευή της ανακρίβειας ως προς την ημερομηνία ισχύος του παρατηρητηρίου.