*Οι παλαιότερες αποφάσεις της ΕΔΔ αναδημοσιεύονται από το αρχείο και δεν έχει γίνει καμία παρέμβαση στο περιεχόμενό τους.
*Οι παλαιότερες αποφάσεις της ΕΔΔ αναδημοσιεύονται από το αρχείο και δεν έχει γίνει καμία παρέμβαση στο περιεχόμενό τους.
ΠΡΟΝΟΙΑ/EΣ ΚΩΔΙΚΑ:
ΜΜΕ:
ΑΡ. ΠΑΡΑΠΟΝΟΥ:
6/2017
ΗΜ. ΑΠΟΦΑΣΗΣ:
16/05/2017
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ:
ΟΧΙ
Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας εξέτασε, ύστερα από αναφορά της Ενωσης Συντακτών Κύπρου (υπόθεση 6/2/3/2017) θέμα που αφορούσε στη δημοσίευση από μερικά ΜΜΕ φωτογραφιών του τέως Γενικού Εισαγγελέα Ρίκκου Ερωτοκρίτου μετά την καταδίκη του σε φυλάκιση, οι οποίες λήφθηκαν στο χώρο των δικαστηρίων, παρά την αστυνομική απαγόρευση. Ειδικότερα, η ΕΣΚ ανέφερε ότι, ενώ όλοι οι επαγγελματίες φωτορεπόρτερ και οι εικονολήπτες αποκλείστηκαν από τον ευρύτερο χώρο του Δικαστηρίου, προκειμένου να μη βγάλουν φωτογραφίες ή να τραβήξουν πλάνα με τους καταδικασθέντες, αυθημερόν σε αρκετές ενημερωτικές ιστοσελίδες και την επομένη σε μια ημερησία εφημερίδα, είδαν το φως της δημοσιότητας φωτογραφίες που απεικονίζουν τα συγκεκριμένα άτομα, ενώ σε μια περίπτωση αναρτήθηκε και βίντεο. Η ΕΣΚ ανέφερε ότι αυτό που κατά την άποψή της έπρεπε να εξετασθεί είναι κατά πόσον παραβιάστηκε η δημοσιογραφική δεοντολογία από δημοσιογράφους, αλλά κυρίως από τις διευθύνσεις συγκεκριμένων ΜΜΕ και ζήτησε διερεύνηση κατά πόσο δημιουργήθηκαν συνθήκες αθέμιτου ανταγωνισμού, αφού κάποιοι επέλεξαν να σεβαστούν τους περιορισμούς που έθεσε η Αστυνομία και κάποιοι όχι. Επισημάνθηκαν τέτοιες φωτογραφίες στην εφημερίδα «Πολίτης» και στις ιστοσελίδες reporter και tothemaonline. Απευθύνθηκαν επιστολές προς όλους για να παραθέσουν της απόψεις τους και ανταποκρίθηκαν ο Πολίτης με τον αρχισυντάκτη της εφημερίδας Σωτήρη Παρούτη και η ιστοσελίδα reporter με το διευθυντή της Νίκο Προκομμένο. Ο κ. Παρούτης ανέφερε ότι με τη δημοσίευση των φωτογραφιών στην εφημερίδα "Πολίτης", μιας εντός αιθούσης και μιας ενώ βάδιζε προς το αυτοκίνητο που θα τον μετέφερε στις φυλακές, η εφημερίδα δεν είχε πρόθεση να διασύρει τον τέως βοηθό Γενικό Εισαγγελέα. Είπε επίσης ότι η μια φωτογραφία λήφθηκε από τον ανοικτό λογαριασμό μιας γυναίκας στο Facebook, η οποία εικονιζόταν μαζί του. Η δεύτερη φωτογραφία ελήφθη με τηλεφακό εκτός του χώρου των δικαστηρίων. Περαιτέρω ανέφερε ότι η νομοθεσία που απαγορεύει τη λήψη φωτογραφιών στους δικαστηριακούς χώρους είναι διάτρητη γιατί σε πολλές άλλες περιπτώσεις δημοσιεύθηκαν φωτογραφίες που λήφθηκαν μέσα σε δικαστηριακούς χώρους χωρίς να δημιουργηθεί θέμα. Ο εκπρόσωπος του reporter ανέφερε ότι η νομοθεσία που απαγορεύει τη λήψη φωτογραφιών είναι εκτός του πνεύματος της προκειμένης περίπτωσης, γιατί θεσπίστηκε με πρόθεση να προστατεύσει το τεκμήριο της αθωότητας των υπόπτων που μεταφέρονταν είτε για τη διαδικασία κράτησης ή για τη δίκη τους. Είπε επίσης ότι ο Ρίκκος Ερωτοκρίτου είναι δημόσιο πρόσωπο και ότι με τη λήψη των φωτογραφιών στους τύπους παραβιάστηκε η νομοθεσία αλλά δεν δημιουργήθηκε κανένα πρόβλημα για τον Ρίκκο Ερωτοκρίτου και δεν τον εξέθεσε φέρνοντάς τον σε δύσκολη θέση. Ανέφερε ότι μερικές φωτογραφίες λήφθηκαν έξω από το περιτοίχισμα των δικαστηρίων με φακό μακράς φωτογράφησης. Η Επιτροπή περιορίστηκε να εξετάσει το θέμα μόνο υπό το πρίσμα των προνοιών του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας, καθώς έκρινε ότι η δημιουργία συνθηκών αθέμιτου ανταγωνισμού από την αστυνομική απαγόρευση στο χώρο των δικαστηρίων και η συμμόρφωση ή μη των δημοσιογράφων οριακά μόνο αφορούσε την Επιτροπή, και ειδικότερα από την άποψη της συμπεριφοράς και του επαγγελματικού επιπέδου των δημοσιογράφων, που σύμφωνα με τον Κώδικα πρέπει να είναι της υψηλότερης δυνατής στάθμης. Είναι συζητήσιμο κατά πόσο η μη συμμόρφωση προς μια αστυνομική απαγόρευση στη διάρκεια μιας δημοσιογραφικής αποστολής εμπίπτει στο πλαίσιο της επίδειξης συναδελφικής αλληλεγγύης. Γι’ αυτό η Επιτροπή θεώρησε ότι το θέμα του αθέμιτου ανταγωνισμού αφορά μάλλον τις οργανώσεις των δημοσιογράφων και εκδοτών παρά τον Κώδικα και την Επιτροπή. Κατά την εξέταση των επιχειρημάτων που προαναφέρθηκαν έγινε αναφορά στη σκοπιμότητα των νομοθετικών προνοιών που απαγορεύουν τη λήψη φωτογραφιών εντός του χώρου των δικαστηρίων. Η Επιτροπή, έχοντας διαδραματίσει ουσιαστικό ρόλο στη διαμόρφωση της πρόνοιας για απαγόρευση της φωτογράφησης των χώρων των δικαστηρίων, τελεί εν γνώσει του γεγονότος ότι η νομοθετική αυτή ρύθμιση θεσπίστηκε κατά κύριο λόγο για προστασία του τεκμηρίου της αθωότητας και για να προστατεύσει από το διασυρμό υπόπτους και καταδίκους, αν και μπορεί να επιβληθεί και σε άλλες περιπτώσεις εφ’ όσον η νομοθεσία δεν περιγράφει τους σκοπούς της απαγόρευσης. Επίσης θεωρεί ότι για τους σκοπούς της εξέτασης της υπόθεσης δεν έχει εφαρμογή το επιχείρημα ότι η νομοθεσία είναι πεπαλαιωμένη και ενδεχομένως να χρήζει αναθεώρησης ή τροποποίησης. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή έκρινε το θέμα αποκλειστικά από την άποψη των προνοιών του Κώδικα που αναφέρονται στην προστασία της ιδιωτικής ζωής και των δυσμενών διακρίσεων, ιδιαίτερα όσον αφορά τη διαπόμπευση και το διασυρμό. Το άρθρο 3 του Κώδικα ορίζει ότι: «Παρεμβάσεις και έρευνες στην ιδιωτική ζωή προσώπων, χωρίς τη συγκατάθεσή τους, περιλαμβανομένης της λήψης φωτογραφιών προσώπων χωρίς τη γνώση ή συγκατάθεσής τους - εκτός εάν εμπλέκονται σε γεγονότα ή καταστάσεις που συνιστούν είδηση γενικότερου ενδιαφέροντος- ή σε ιδιωτική περιουσία, καθώς και η εξασφάλιση πληροφοριών με μηχανισμούς υποκλοπής ή μακράς φωτογράφησης είναι γενικά απαράδεκτες, η δε δημοσιοποίησή τους μπορεί να δικαιολογηθεί μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις και αποκλειστικά προς το δημόσιο συμφέρον». Επίσης το άρθρο 6 περί απόκτησης πληροφοριών προβλέπει: «Οι λειτουργοί γενικά δεν πρέπει να επιχειρούν να εξασφαλίσουν, οι ίδιοι ή μέσω τρίτων, πληροφορίες ή εικόνες/φωτογραφίες με ψευδείς παραστάσεις ή με άλλο δόλιο τρόπο. Με εξαίρεση την εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος, έγγραφα και εικόνες/φωτογραφίες μπορούν να λαμβάνονται μόνο με τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη τους». Περαιτέρω, το άρθρο 12 περί δυσμενών διακρίσεων απαγορεύει το χλευασμό τη διαπόμπευση και τα διασυρμό ατόμων ή ομάδων. Όπως προκύπτει από την εξέταση των προαναφερθεισών προνοιών, είναι δυνατό να τύχουν διαφορετικής εφαρμογής κάτω από διαφορετικές περιστάσεις. Γι’ αυτό και η Επιτροπή έκρινε το θέμα υπό το πρίσμα των ειδικών περιστάσεων της υπόθεσης και λαμβάνοντας υπόψη ότι η καταδίκη και επιβολή ποινής στον τέως Βοηθό Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, που ήταν το κυρίαρχο θέμα στην ειδησεογραφία των ημερών και βρισκόταν στο επίκεντρο του δημοσίου ενδιαφέροντος, τοποθετούσαν την υπόθεση εντός της εξαίρεσης του άρθρου 3. Ως εκ τούτου αποφάσισε ότι οι δημοσιογράφοι, λόγω του γεγονότος ότι ο τέως Βοηθός Γενικός Εισαγγελέας ήταν εμπλεκόμενος σε γεγονότα και καταστάσεις που συνιστούσαν είδηση γενικότερου ενδιαφέροντος, είχαν δικαίωμα να πάρουν φωτογραφίες με οποιοδήποτε τρόπο παρά την αστυνομική απαγόρευση. Περαιτέρω αποφάσισε ότι, επειδή ο Ρίκος Ερωτοκρίτου είχε ήδη καταδικασθεί και του είχε επιβληθεί ποινή, δεν εγειρόταν καν θέμα προστασίας του τεκμηρίου της αθωότητάς του και επομένως η εφαρμογή της απαγόρευσης λήψης φωτογραφιών δεν είχε νόημα, υπό την έποψη της σχετικής πρόνοιας του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας. Η Επιτροπή εξέτασε επίσης κατά πόσο η δημοσίευση φωτογραφιών του Ρίκκου Ερωτοκρίτου συνιστούσε διασυρμό και αποφάσισε ότι το να υποστηριχθεί κάτι τέτοιο στην προκειμένη περίπτωση θα ήταν πέραν του παραλόγου. Κατά συνέπεια η Επιτροπή αποφάσισε ότι η λήψη φωτογραφιών, παρά την απαγόρευση και με οποιοδήποτε τρόπο, π.χ. με φακό μακράς φωτογράφισης από σημείο εκτός του χώρου των δικαστηρίου ή με κινητό εντός του χώρου, ήταν επιτρεπτή με βάση την εξαίρεση της πρόνοιας του άρθρου 3 του Κώδικα που επιτρέπει τη λήψη φωτογραφιών ατόμων χωρίς τη γνώση ή συγκατάθεσή τους όταν εμπλέκονται σε γεγονότα ή καταστάσεις που συνιστούν είδηση γενικότερου ενδιαφέροντος. Θα πρέπει, πάντως, να σημειωθεί ότι είναι αμφιλεγόμενο κατά πόσο μια φωτογραφία που αναρτάται σε ανοικτό λογαριασμό στο διαδίκτυο μπορεί να αναπαραχθεί από ΜΜΕ, δεδομένου ότι η ανάρτηση γίνεται για κάποιο άλλο συγκεκριμένο λόγο ή σκοπό και για να την δει ένας κύκλος ανθρώπων και όχι για να παραληφθεί από τα ΜΜΕ για δημοσίευση στη θέα του γενικότερου κοινού.
ΠΡΟΝΟΙΑ/EΣ ΚΩΔΙΚΑ:
ΜΜΕ:
ΑΡ. ΠΑΡΑΠΟΝΟΥ:
14/2017
ΗΜ. ΑΠΟΦΑΣΗΣ:
16/05/2017
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ:
ΔΙΕΥΘΕΤΗΣΗ
Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας επιλήφθηκε καταγγελίας (14/3/5/2017) από την Ενωση Συντακτών Κύπρου ότι ο Πρόεδρος του ΔΗΚΟ Νικόλας Παπαδόπουλος προέβη σε επίθεση εναντίον του δημοσιογράφου-τηλεπαρουσιαστή του ΡΙΚ Σταύρου Κυπριανού ισχυριζόμενος ότι λαμβάνει οδηγίες ως προς τις ερωτήσεις που υπέβαλλε. Η φερόμενη επίθεση έγινε στη διάρκεια της εκπομπής της τηλεόρασης του ΡΙΚ «Πρώτη Ενημέρωση» στις 2/5/2017, στην οποία ήταν φιλοξενούμενος ο κ. Παπαδόπουλος. Στη διάρκεια της εκπομπής ο κ. Παπαδόπουλος αναφέρθηκε σε υποχωρήσεις, που όπως υποστήριξε, έγιναν στο Κυπριακό επί προεδρίας Δημήτρη Χριστόφια Ο Σταύρος Κυπριανού έκαμε την παρατήρηση: «Εσείς στο ΔΗΚΟ τον υποστηρίξατε..» Ακολούθησε ο ποιο κάτω διάλογος: Πάπα: «Σταύρο μου, είναι εύκολες αυτές οι ατάκες, καταλαβαίνω ότι έχεις οδηγίες από κάποιους να βάζεις ερωτήσεις…» Σταύρος: Δεν παίρνω καμιά οδηγία…είναι προσβλητικό…. Παπα: Όχι δεν είναι καθόλου προσβλητικό ξέρω ότι έχετε…. Σταύρος: Εγώ παίρνω οδηγίες; Πάπα: Οχι, ξέρω ότι έχετε οδηγίες να τα λέτε… Σταύρος: :Οδηγίες παίρνουν τα κομματικά στελέχη. Εμείς δεν είμαστε κομματικά στελέχη…λειτουργούμε ανεξάρτητα και αμερόληπτα…θεωρώ ότι ήταν ατυχής αυτή η δήλωση.. Πάπα: Με όλο το σεβασμό δεν είπα κάτι… Σταύρος: Είπατε ότι παίρνω οδηγίες: Με όλο το σεβασμό δεν είπατε ότι…παίρνω οδηγίες; Είναι απόλυτα λανθασμένο… Πάπα: Δεν λειτουργάτε σε κάποιες περιπτώσεις αμερόληπτα… Στο τέλος της εκπομπής ο Σταύρος Κυπριανού είπε ότι για να μη μένουν εντυπώσεις όφειλε να πει ότι «οι συνάδελφοί μου και εγώ δεν παίρνουμε από κανένα οδηγίες, είμαστε εδώ για να εξυπηρετούμε το δημόσιο συμφέρον, και για τις πιασάρικες ατάκες που λέτε, νομίζω ότι όλος ο κόσμος χρησιμοποιεί ατάκες τις οποίες εσείς οι πολιτικοί λέτε και εμείς μεταφέρομε. Εν πάση περιπτώσει, νομίζω πως δεν… Στο σημείο αυτό παρενέβη ο κ. Παπαδόπουλος ότι υποστήριξε ότι ήταν απόφαση του ΡΙΚ να μην παίρνει δηλώσεις από τα υπόλοιπα κόμματα του ενδιάμεσου χώρου, αλλά μόνο από το Δημοκρατικό Συναγερμό, το ΑΚΕΛ κα τοι ΔΗΚΟ, λέγοντας ότι «ελπίζω αυτή η απόφαση ν’ αλλάξει για το καλό του δημόσιου πολιτικού διαλόγου». Σταύρος, Εγώ δεν γνωρίζω για τέτοια απόφαση, εν πάση περιπτώσει, εδώ είναι η εκπομπή «Πρώτη Ενημέρωση», επαναλαμβάνω έχετε κάθε δικαίωμα να θέσετε τα παράπονά σας, τα έχετε ήδη θέσει και δημοσίως… Η Ενωση Συντακτών Κύπρου εξέδωσε ανακοίνωση στην οποία ανέφερε ότι ο Σταύρος Κυπριανού έτυχε «άκομψης, ατυχούς και προσβλητικής αντιμετώπισης από τον Πρόεδρο του ΔΗΚΟ. Μετά την παράθεση των γεγονότων, ανέφερε : «Όταν δημοσιογράφοι και πολιτικοί συνομιλούν δημοσίως, κρίνονται αμφότερες οι πλευρές. Οι μεν κρίνονται για τις ερωτήσεις που υποβάλλουν, οι δε για τις απαντήσεις που δίνουν. Οι πολιτικοί οφείλουν να απαντούν και οι δημοσιογράφοι έχουν επαγγελματική υποχρέωση να ερωτούν. Οι δημοσιογραφικές ερωτήσεις, ούτε ταμπελώνονται, ούτε κατηγοριοποιούνται, ούτε χαρακτηρίζονται, απλώς απαντώνται! Ο πιο εύκολος τρόπος ν’ αποφύγει κανείς μια «δύσκολη» ερώτηση, είναι να αποδώσει «αλλότρια» κίνητρα στον ερωτώντα. Ο συνάδελφος Σταύρος Κυπριανού ορθώς υπερασπίστηκε την επαγγελματική του ακεραιότητα. Ο Πρόεδρος του ΔΗΚΟ Νικόλας Παπαδόπουλος οφείλει να αναθεωρήσει την όλη στάση του, αφού προσβλητικά και απαξιωτικά, παρουσίασε ένα δημοσιογράφο που υπέβαλλε ερωτήσεις, ως κατευθυνόμενο και δεχόμενο οδηγίες. Έπεται μακρά προεκλογική εκστρατεία και η ΕΣΚ δεν θα επιτρέψει να καταστούν οι δημοσιογράφοι εξιλαστήρια θύματα της έξαψης των πολιτικών παθών. Όποτε και από οποιονδήποτε πολιτικό παρατηρούνται ανάλογες συμπεριφορές, θα ψέγονται και θα καταδικάζονται δημοσίως». Μετά την ανακοίνωση της ΕΣΚ και ύστερα από επικριτικά σχόλια, περιλαμβανομένων και σχολίων από πολίτες στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ο κ. Παπαδόπουλος έγραψε στον προσωπικό του λογαριασμό στο twitter: "Έχω το θάρρος να παραδεχτώ ότι ήταν ατυχής η χθεσινή διατύπωση μου στον @stavrosrik. Σε καμία περίπτωση δεν αμφισβητώ την ακεραιότητά του. Σε μια ζωντανή συζήτηση γίνονται και λάθη. Αυτό που ήθελα να πω είναι ότι οι εύκολες ατάκες κάποτε πλήττουν τον εποικοδομητικό διάλογο». Το ΡΙΚ εξέδωσε ανακοίνωση στην οποία ανέφερε ότι στεκόταν δίπλα στους δημοσιογράφους του και υπερασπιζόταν την ανεξαρτησία τους. Η Επιτροπή εξέτασε το θέμα κυρίως από την άποψη του ενδεχομένου να είχαν βάση οι ισχυρισμοί του κ. Παπαδόπουλου για άσκηση κατευθυνόμενης δημοσιογραφίας από μέρους του Σταύρου Κυπριανού, αλλά και της προάσπισης των δημοσιογράφων έναντι επιθέσεων που είναι δυνατό να θεωρηθούν ως απειλή προς την ανεξαρτησία των δημοσιογράφων. Αφού εξέτασε το περιεχόμενο της εκπομπής και τους χαρακτηρισμούς του Νικόλα Παπαδόπουλου, τους οποίους έκρινε ως ατυχείς και αποδοκιμαστέους, καθώς έγιναν χωρίς καμία τεκμηρίωση, την παραδοχή του κ. Παπαδόπουλου ότι οι αναφορές του ήταν ατυχείς και τις ανακοινώσεις καταδίκης και αποδοκιμασίας των αναφορών από την ΕΣΚ και στήριξης του δημοσιογράφου από το ΡΙΚ, η Επιτροπή διαπίστωσε αφ’ ενός ότι δεν ευσταθούσαν οι κατηγορίες εναντίον του δημοσιογράφου και αφ’ ετέρου ότι έγιναν από τους άμεσα ενδιαφερόμενους όλα τα δέοντα για προάσπιση της ανεξαρτησίας των δημοσιογράφων. Κατά συνέπεια αποφάσισε ότι δεν υπήρχε αντικείμενο προς εξέταση.
ΠΡΟΝΟΙΑ/EΣ ΚΩΔΙΚΑ:
ΜΜΕ:
ΑΡ. ΠΑΡΑΠΟΝΟΥ:
10/2017
ΗΜ. ΑΠΟΦΑΣΗΣ:
16/05/2017
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ:
ΝΑΙ
Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας εξέτασε παράπονο (10/5/4/2017) από τη Δικοινοτική Πρωτοβουλία Ειρήνη-Ενωμένη Κύπρος για εκπομπή του τηλεοπτικού καναλιού EXTRA TV στις 24 Μαρτίου, 2017, κατά την οποία, σύμφωνα με το παράπονο, ακούστηκαν αναφορές ξενοφοβίας και ρατσισμού. Το παράπονο, που υπέγραψαν εκ μέρους της παραπονούμενης οργάνωσης οι Τάκης Χατζηδημητρίου και Σιενέρ Ελτσίν, ανέφερε ότι κατά την εκπομπή ακούστηκε «κατά ριπάς» ρητορική μίσους από τον εξ Ελλάδος αυτοσυστηθέντα ως δημοσιογράφο Στέλιο Καλόγηρο, η οποία ξεκάθαρα υποδαύλιζε το μίσος και τον ρατσισμό εναντίον όποιων ο κ. Καλόγηρος έκρινε ότι οι απόψεις τους δεν ταίριαζαν απόλυτα στις δικές του θέσεις. Ο κ. Στέργιος Καλόγηρος χρησιμοποίησε πολλές φορές, σύμφωνα με το παράπονο, με έντονο και απαξιωτικό τρόπο, υβριστικούς χαρακτηρισμούς εναντίον του Προέδρου Αναστασιάδη, πολιτικών κομμάτων, πολιτών, Ελληνοκυπρίων, Τουρκοκυπρίων, Ελλήνων και Τούρκων. Για τους διαφωνούντες με τις απόψεις του επί του Κυπριακού προβλήματος και υποστηρίζουν το διάλογο, τις διαπραγματεύσεις και την επαναπροσέγγιση με στόχο την επανένωση της Κύπρου, ο κ. Καλόγηρος είπε ότι είναι: «εθνικοί μειοδότες, τουρκόσποροι και προδότες». Επίσης χρησιμοποίησε απαξιωτικούς και μειωτικούς χαρακτηρισμούς για τους Τουρκοκυπρίους, όπως και για τους Τούρκους πολίτες, μεταξύ των οποίων οι χαρακτηρισμοί «Μογγόλοι», «αυτά τα ζώα», «οι μπουνταλάδες». Εξετάζοντας το θέμα, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι επρόκειτο όχι για μία, αλλά για δύο εκπομπές, στις 23/3/2017 και στις 24/3/2017, με τα ίδια πρόσωπα και το ίδιο περιεχόμενο, δηλαδή την επικείμενη τότε ψηφοφορία στη Βουλή επί πρότασης νόμου για μεταφορά από τη Βουλή στον Υπουργό Παιδείας της αρμοδιότητας καθορισμού των εθνικών επετείων στις οποίες θα γίνεται αναφορά στα σχολεία. Και στις δύο εκπομπές παρουσιαστής ήταν ο Χρήστος Αριστείδου με φιλοξενούμενο τον Στέργιο Καλόγηρο, που αυτοσυστήθηκε ως δημοσιογράφος εξ Ελλάδος, και τη Φένια Κλιάτση, επίσης από την Ελλάδα, η οποία είχε περιθωριακή μόνο συμμετοχή στη συζήτηση. Από την εξέταση των μαγνητοφωνημένων εκπομπών η Επιτροπή διαπίστωσε ότι οι καταγγελίες των παραπονουμένων ευσταθούν απολύτως. Η Επιτροπή θεωρεί ότι είναι υποχρεωμένη να παραθέσει τις πιο χαρακτηριστικές αναφορές γιατί έκρινε ότι πρόκειται για ένα χωρίς προηγούμενο, μισαλλόδοξο παραλήρημα στα τηλεοπτικά χρονικά της Κύπρου. Στην εκπομπή στις 23/3/2017 ο Στέργιος Καλόγηρος χαρακτήρισε «τοιούτο» τον προσωπικό απεσταλμένο του Γ.Γ. Εσπεν Μπαρθ Αϊντα διατυπώνοντας τον ισχυρισμό ότι πήγε στα κατεχόμενα και "τον φορτώσανε οι βάρβαροι εκεί πέρα λεφτά, ευρώ, δολάρια». Στη συνέχεια ανέφερε «…δεν έχω τίποτε με αυτούς πού ψήφισαν είτε το ΑΚΕΛ είτε το ΔΗΣΥ, όμως θεωρώ ότι είναι εθνικός μειοδότης αυτός ο άνθρωπος που έφερε στη Βουλή να ψηφιστεί ο νόμος..." με τον οποίο «ανακαλείται ο εορτασμός της επετείου» του ενωτικού δημοψηφίσματος…Εάν αυτό δεν είναι εθνική προδοσία, πες μου εσύ τι είναι…Ο εορτασμός ενοχλεί τους βάρβαρους απέναντι…δέκα φορές το χρόνο κάνουν πανηγύρια και συμμετέχουν όλοι οι Μογγόλοι και ο Ακιντζί…και για μένα όσοι θα ψηφίσουν αυτή την πρόταση είναι εθνικοί μειοδότες. Δεν λέω προδότες γιατί μπορεί να με κυνηγήσει η Αρχή Τηλεόρασης… Και αν ο πρόεδρος του Συμβουλίου έχει την ίδια άποψη μ’ αυτούς, κι’ αυτός εθνικός μειοδότης είναι». Σε άλλο σημείο είπε: «Αναγκαζόμαστε να δεχθούμε το πραξικόπημα των τουρκόσπορων το οποίο εκπληρώνουν για ακόμα μία φορά Ελληνες Κύπριοι μειοδότες». Σε σχέση με φερόμενες δηλώσεις του Γερούν Ντάϊζελμπλουμ ότι οι χώρες του ευρωπαϊκού νότου «τρώνε τα λεφτά στα ποτά και τις γυναίκες, ο κ. Καλόγηρος ανέφερε: «Μα αυτοί δεν θέλουν γυναίκες. Αυτοί πάνε άντρες με άντρες. Τις γυναίκες τις στέλνουν στο νότο…κάτι πρέπει να κάνουν και οι γυναίκες στο νότο κυρία…» Τηλεθεατής που παρενέβη τηλεφωνικώς ανέφερε: «Θα πάρουμε άδεια από τον Ακιντζί και τον Μογγόλο…Τονίζω τους κυρίους του ΑΚΕΛ και του Συναγερμού, αίσχος, είναι προδότες». Ο Στέργιος Καλόγηρος είπε: «Συμφωνώ μαζί σας», ενώ ο παρουσιαστής περιορίστηκε να πει: «Ε, δεν θα χρησιμοποιήσουμε αυτούς τους χαρακτηρισμούς». Αναφερόμενος στους Τούρκους και στον Ακιντζί είπε τα ακόλουθα: «Αναγκαζόμαστε λοιπόν, να δεχτούμε το πραξικόπημα των Μογγόλων του Ερντογάν, του τουρκόσπορου του Ακιντζί, ο οποίος κατάγεται από τη Λεμεσό και ξέρει πολύ καλά την ελληνική κουλτούρα, να δεχτούμε λοιπόν το πραξικόπημα των τουρκόσπορων το οποίο εκπληρώνουν για ακόμα μία φορά, Έλληνες Κύπριοι μειοδότες…» Εξ άλλου, όταν τηλεθεατής παρενέβη και τον κάλεσε να επιστρέψει στην Ελλάδα και να ασχοληθεί με τα πολιτικά προβλήματα της χώρας, ο κ. Καλογήρου σχολίασε: «Αυτοί που θα γίνουν οι επόμενοι εθνικοί προδότες θα στιγματισθούν ένας-ένας». Όταν μία γυναίκα εξέφρασε τη δυσαρέσκειά της για τους χαρακτηρισμούς που ακούστηκαν κατά τη διάρκεια της εκπομπής και δη το «τουρκόσπορος» και ανέφερε πως ο λόγος για τον οποίον διαιρέθηκε η Κύπρος ήταν η χούντα της Αθήνας ο κ. Καλόγηρος της απάντησε ως εξής: «Εσείς ψηφίστε Ακιντζί κυρία μου. Να πάτε στα κατεχόμενα να ψηφίσετε Ακιντζί εσείς. Εκεί, εκεί πρέπει να πάτε. Για εκεί σας βλέπω, για τον Ακιντζί. Να τον ψηφίσετε. Να πάτε να ψηφίσετε και τον Ερντογάν, να τον βγάλετε πρόεδρο. Δεν ντρεπόμαστε λίγο. Δεν ντρεπόμαστε λίγο! Να υποστηρίζουμε τους Τούρκους. Θέλετε να πάτε στην Τουρκία να ψηφίσετε τον Ερντογάν, δεν ντρέπεστε;» Στη συνέχεια, σχολιάζοντας δήλωση του Γ.Γ. του ΑΚΕΛ Αντρου Κυπριανού ότι η Βουλή θα έπρεπε να διορθώσει το λάθος της σε σχέση με το Ενωτικό Δημοψήφισμα, ο κ. Καλόγηρος το χαρακτήρισε «εθνικό μειοδότη». Στο σημείο αυτό ο παρουσιαστής ανέφερε πως δεν συμμερίζεται την άποψη αυτή. Απευθυνόμενος σε τηλεθεατή που διαμαρτυρήθηκε για την αναφορά στον κ. Κυπριανού, ο κ. Καλόγηρος αποκάλεσε τον Αβέρωφ Νεοφύτου και τον Αντρο Κυπριανού «το δίδυμο της συμφοράς που διχάζει τον κυπριακό Ελληνισμό», ενώ απευθυνόμενος στον τηλεθεατή του είπε: «Και εσείς που θα ψηφίσετε να πάτε να ψηφίσετε τον Ερντογάν Θα σας χρειαστεί, δεν ντρεπόσαστε λίγο;» Κατά τη διάρκεια του προγράμματος εμφανίζονταν σε τακτά χρονικά διαστήματα και για μεγάλη διάρκεια υπότιτλοι μεταξύ των οποίων και ο πιο κάτω: «Η ΔΙΟΡΘΩΣΗ ΤΟΥ ΛΑΘΟΥΣ ΑΠΟΤΕΛΕΙ ΕΘΝΙΚΗ ΜΕΙΟΔΟΣΙΑ» Στην εκπομπή στις 24/3/2017, ο παρουσιαστής της εκπομπής Χρήστος Αριστείδου, σε τηλεφωνική επικοινωνία με την Πρόεδρο της Αλληλεγγύης Ελένη Θεοχάρους ζήτησε την άποψή της για την εισήγηση του ΑΚΕΛ να διορθωθεί το λάθος για το Ενωτικό δημοψήφισμα. Παρενέβη ο κ. Καλόγηρος και ανέφερε: «Πιστεύετε ότι αυτοί που είναι αντίθετοι με το συμφέρον του κυπριακού λαού δεν είναι εθνικοί μειοδότες; Αυτοί που είναι μαζί με τα συμφέροντα του Ακιντζί και του δικτάτορα Ερντογάν δεν είναι μειοδότες; Πώς αλλιώς πρέπει να λέγονται αυτοί οι άνθρωποι κ. Θεοχάρους; Μόνο προδότες ή και εθνικοί μειοδότες μαζί;» Κατά την ίδια εκπομπή, τηλεθεατής ανέφερε σε παρέμβασή του «αυτοί οι βρωμισμένοι οι Τούρκοι, αυτός ο Αβέρωφ και αυτός ο Κυπριανού, να φορήσουν το φέσι τους». Ο παρουσιαστής παρενέβη αναφέροντας «δεν θέλω χαρακτηρισμούς για Ελληνοκύπριους», αλλά ο τηλεθεατής συνέχισε λέγοντας «να φορήσουν το φέσι τους τζαι να πάνε ποτζεί με τον Ακιντζί, να φιλήσουν τον κώλο του Ακκιντζί, γιατί αυτοί οι ανθρώποι προδώνουν τον τόπο». Ο Στέργιος Καλόγηρος έκαμε επίθεση εναντίον τηλεθεατή που καταδίκασε τις αναφορές του και τον κάλεσε να πάει να ψηφίσει από κει, ενώ σε άλλο σημείο ανέφερε: «εγώ το λέω ευθέως, κάτι κρύβεται, κάποια ιδιαίτερη σχέση υπάρχει ανάμεσα σε κάποιους πολιτικούς και στους μπουνταλάδες, και στους Μογγόλους τους Τούρκους, δεν γίνεται, δεν μπορεί Έλληνας πολιτικός, Κύπριος πολιτικός να κάνει τέτοια τραγικά λάθη. Να διορθώσουμε λέει το λάθος, ποιο είναι το λάθος; …Οι εισβολείς; […] μόνο άνθρωποι δεν είναι, αυτά τα ζώα που δεν ξέρουν τι είναι μπάνιο, δεν ξέρουν τι είναι τίποτα. Ξεχάσατε όλα αυτά που σας κάνουνε και θέλετε να τους αναβαθμίσετε να κάνετε Τούρκο τουρκόσπορο πρόεδρο της ελληνικής Κυπριακής Δημοκρατίας στην εκ περιτροπής; Να τους δώσετε αξία;» Σε σημείο της εκπομπής, ο παρουσιαστής διέκοψε γυναίκα που ανέφερε «αυτοί οι κύριοι δεν έχουν κανένα δικαίωμα να υβρίζουν τους πάντες και τα πάντα…» με το πρόσχημα ότι «δεν σας ακούμε, ξαναπάρτε…» Ο τηλεοπτικός σταθμός παρέλειψε να παραθέσει τις απόψεις του εμπρόθεσμα. Ο Γενικός Διευθυντής του τηλεοπτικού σταθμού Ανδρέας Ζένιος, ο οποίος ανέλαβε τη διεύθυνση μετά την περάτωση της εξέτασης, έθεσε ενώπιον της Επιτροπής τις θέσεις που τέθηκαν ενώπιον της Αρχής Ραδιοτηλεόρασης, η οποία εξέταζε το ίδιο θέμα από την άποψη όμως της παραβίασης της νομοθεσίας για καταπολέμηση του ρατσισμού. Εν περιλήψει, οι θέσεις αυτές συνίστανται στο ότι «την ευθύνη για όλες τις αντιδεοντολογικές εκφράσεις στην εκπομπή φέρει εξ ολοκλήρου ο φιλοξενούμενος Στέργιος Καλογήρου», ο οποίος «συμπεριφερόταν σας ένας φανατικός και εμπαθής κομματικός οπαδός με εσκεμμένες διατυπώσεις». Περαιτέρω ανέφερε ότι η διεύθυνση του σταθμού δεν είχε την ευχέρεια άμεσης επέμβασης για αφαίρεση του λόγου από τον φιλοξενούμενο ενώ ο παρουσιαστής «αποδείχθηκε κατώτερος των περιστάσεων, δεν υπήρξε σαφής στην αντίθεσή προς όσα ο κ. Καλόγηρος ανέφερε και τιμωρήθηκε. Επίσης ανέφερε ότι ο παρουσιαστής εκ των υστέρων παραδέχθηκε πως ήταν λάθος η μη αφαίρεση του λόγου από το φιλοξενούμενό του αλλά δικαιολογήθηκε λέγοντας πως είχε «καταληφθεί εξαπίνης» αν και εκ των υστέρων αναγνώρισε πως θα έπρεπε να του είχε αφαιρέσει το λόγο και να χαρακτηρίσει τα λεγόμενά του υβριστικά. Εξ άλλου, ανέφερε ότι κυκλοφόρησε εγκύκλιο με την οποία επισημαίνει την υποχρέωση των μελών του προσωπικού να αφαιρούν το λόγο από οποιοδήποτε ενεργεί αντιδεοντολογικά. Η Επιτροπή αποφάσισε ότι δεν ήταν δυνατό να λάβει υπόψη τις εκπρόθεσμες θέσεις της διεύθυνσης, οι οποίες, ούτως ή άλλως, δεν επηρεάζουν τα ευρήματά της. Η Επιτροπή, αφού εξέτασε προσεκτικά όλα τα δεδομένα και το περιεχόμενο των δύο εκπομπών διαπίστωσε ότι για τις προαναφερθείσες αναφορές φέρουν ευθύνη όχι μόνο ο φιλοξενούμενος Στέργιος Καλόγηρος, αλλά κατά κύριο λόγο ο τηλεοπτικός σταθμός EXTRA TV και ο παρουσιαστής Χρήστος Αριστείδου. Η Επιτροπή αποφάσισε ότι οι αναφορές που παρατέθηκαν ανωτέρω ήταν απαράδεκτα ρατσιστικές, μισαλλόδοξες, υβριστικές, απαξιωτικές και προσβλητικές, ενώ ο Στέργιος Καλόγηρος, το μένος του οποίου τον έκανε πολλές φορές να εκφέρει ασυναρτησίες και να επαναλαμβάνει τον ίδιο ρατσιστικό και μισαλλόδοξο λόγο, έκαμε επίσης μειωτικές αναφορές στη βάση του φύλου και του προσωπικού καθεστώτος, όταν αναφέρθηκε στο φερόμενο σεξουαλικό προσανατολισμό των βορείων συλλήβδην και το τι κάμνουν οι γυναίκες στο νότο. Διαπίστωσε επίσης ότι το ύφος και η όλη διάθεση του παρουσιαστή αλλά ιδιαίτερα του φιλοξενούμενού του υποκινούσε σε μίσος, αποστροφή, ρατσιστική προκατάληψη, απαξίωση και περιφρόνηση για κάθε ένα που είχε αντίθετη άποψη ή θεώρηση των γεγονότων, σε σημείο που θα ήταν δυνατό να υποκινήσουν ακόμη και σε άσκηση βίας. Σε κάποια σημεία της εκπομπής ο παρουσιαστής υποδαύλιζε τη ρητορική μίσους υποκινώντας το φιλοξενούμενό του να δώσει χαρακτηρισμούς για τις απόψεις ή τη συμπεριφορά ατόμων, προκαλώντας τις ρατσιστικές και μισαλλόδοξες εξάρσεις του. Κατά συνέπεια αποφάσισε ότι οι δύο εκπομπές συνιστούσαν κατάφωρη παραβίαση του συνόλου των προνοιών του άρθρου 12 του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας που προβλέπει ότι: «Τα Μ.Μ.Ε. αποφεύγουν οποιαδήποτε απ’ ευθείας ή άλλη αναφορά ή ενέργεια εναντίον προσώπου η οποία περιέχει στοιχεία προκατάληψης με βάση τη φυλή, το χρώμα, τη γλώσσα, τη θρησκεία, τις πολιτικές ή άλλες πεποιθήσεις, την εθνική ή κοινωνική προέλευση, την περιουσία, την καταγωγή, την ηλικία, το φύλο και το προσωπικό καθεστώς, περιλαμβανομένης της φυσικής ή διανοητικής ασθένειας ή αναπηρίας. Ο χλευασμός, η διαπόμπευση και ο διασυρμός ατόμων ή ομάδων είναι ανεπίτρεπτος». Επίσης διαπίστωσε ότι οι δύο εκπομπές περιείχαν αναφορές που συνιστούσαν παραβίαση των γενικών προνοιών περί αποφυγής χυδαίας γλώσσας, σεβασμού της τιμής και υπόληψης και αποφυγής αναφορών που μειώνουν την προσωπικότητα. Περαιτέρω η Επιτροπή έκρινε ότι επί μέρους αναφορές και οι δύο εκπομπές στο σύνολό τους παραβίασαν τη γενική πρόνοια περί σεβασμού και προαγωγής της δημοκρατίας και προαγωγής των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ενώ ειδικά ο παρουσιαστής, με την αφαίρεση του λόγου από γυναίκα που επιχείρησε να κάμει τηλεφωνική παρέμβαση, παραβίασε τις πρόνοιες για το δικαίωμα απάντησης και το δικαίωμα της ελευθερίας έκφρασης.
ΠΡΟΝΟΙΑ/EΣ ΚΩΔΙΚΑ:
ΜΜΕ:
ΑΡ. ΠΑΡΑΠΟΝΟΥ:
3/2017
ΗΜ. ΑΠΟΦΑΣΗΣ:
16/05/2017
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ:
ΝΑΙ
Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας εξέτασε αυτεπάγγελτα (υπόθεση 3/5/1/2017) το θέμα που προέκυψε από δημοσίευμα του ευρωβουλευτή Κώστα Μαυρίδη με αναφορές στην ανταποκρίτρια του ΡΙΚ στην Κωνσταντινούπολη Αννα Ανδρέου, που θεωρήθηκε ότι περιείχε αναφορές που συνιστούσαν προσωπική επίθεση εναντίον της και εναντίον της ανεξαρτησίας των δημοσιογράφων. Η Επιτροπή ενήργησε στη βάση των προνοιών του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας που αναφέρουν ότι έχει την υποχρέωση «να προασπίζεται το δικαίωμα της Ελευθερίας Έκφρασης και ειδικότερα την ελευθερία έκφρασης των έντυπων και εκπεμπόντων ΜΜΕ», καθώς και «την υποχρέωση να προασπίζεται την ανεξαρτησία των δημοσιογράφων». Ο Κώδικας επίσης προβλέπει ότι «η Επιτροπή αυτεπάγγελτα, είτε κατόπιν παραπόνου, δύναται να εξετάζει ισχυρισμούς ότι δημοσιεύματα, μεταδόσεις ή οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη από οποιοδήποτε πρόσωπο συνιστά παραβίαση ή απειλή εναντίον των πιο πάνω ελευθεριών». Οι επίμαχες αναφορές του ευρωβουλευτή διατυπώθηκαν σε κείμενό του που δημοσιεύθηκε στο «Φιλελεύθερο» στις 24 Δεκεμβρίου, 2016, το οποίο ανέφερε πως υπήρξε «εκκωφαντική απουσία…της κυβέρνησης για το οποίο το Προεδρικό δεν εξέδωσε απολογία» από την παρουσίαση βιβλίου που αναφερόταν σε «μαρτυρίες πολεμιστών Ελδυκάριων του 1974 και στοιχεία/μαρτυρίες από άλλα σώματα της Εθνικής Φρουράς», μερικούς μήνες μετά που «εγκωμίασε το βιβλίο ‘Ραντεβού με τους Στρατηγούς’ της δημοσιογράφου Αννας Ανδρέου όπου περιέχονται συνεντεύξεις των διοικητών μονάδων του τουρκικού στρατού στην εισβολή το 1974». Εξηγούσε πως «η Αννα Ανδρέου (από το χωριό Μαθιάτης) εργαζόταν στην εφ. «Πολίτης» και στήριξε με πάθος το Σχ. Ανάν» και ότι «εδώ και 12 χρόνια ζει μόνιμα στην Τουρκία και είναι ανταποκρίτρια του ΡΙΚ». Ο κ. Μαυρίδης σε τόνο επικριτικό ανέφερε πως η Αννα Ανδρέου, πήρε συνέντευξη με τον Νεσέτ Ικίζ, διοικητή μονάδας του τουρκικού στρατού, «που διέπραξε ένα από τα πλέον γνωστά και τεκμηριωμένα εγκλήματα πολέμου του 1974 στο χωριό Εληά της Κερύνειας» στο οποίο δολοφονήθηκαν 12 ανυπεράσπιστοι άνθρωποι από 14 μέχρι 76 χρόνων, αλλά δεν του υπέβαλε ερώτηση και δεν έκανε καν νύξη «για αυτό το πασίγνωστο απάνθρωπο έγκλημα». Επίσης ανέφερε ότι διάφορα εγκλήματα στα οποία έκαμαν αναφορά Τούρκοι που πήραν μέρος στην εισβολή απουσιάζουν από το βιβλίο της Αννας Ανδρέου το οποίο «ο Πρ. Αναστασιάδης, ο Κυβ. Εκπρόσωπος Ν. Χριστοδουλίδης και ο Α. Κυπριανού (ΑΚΕΛ) έκριναν άξιο να παραστούν και αναδείξουν… αλλά στο βιβλίο «Οι Άγνωστοι Στρατιώτες της ΕΛΔΥΚ» δεν εκπροσωπήθηκε καν η Κυβέρνηση». Το δημοσίευμα κατέληγε ως ακολούθως: «Παρεμπιπτόντως, η ανταποκρίτρια του ΡΙΚ από την Τουρκία Άννα Αντρέου, δεν τυγχάνει οποιασδήποτε δίωξης από το καθεστώς Ερντογαν, το οποίο όμως φυλακίζει εκατοντάδες άλλους δημοσιογράφους με την υποψία διαφορετικής άποψης. Όπως λοιπόν δεν έθεσε τα εγκλήματα του 1974, κατά παρόμοιο τρόπο ίσως δεν γνωρίζει ούτε για τα μαζικά εγκλήματα που το καθεστώς Ερντογάν διαπράττει σήμερα εναντίον Τούρκων, Κούρδων, Αλεβιτών και άλλων. Είναι το ίδιο αδίσταχτο καθεστώς που αρνείται σε μένα και άλλους ευρωβουλευτές να επισκεφτούμε τους φυλακισμένους βουλευτές και δημάρχους που το καθεστώς βασανίζει και ειδικά τον Σελαχετίν Ντεμιρτάς στον οποίο δεν παραχωρείται η αναγκαία ιατρική περίθαλψη. Η σιωπή και συγκάλυψη εγκλημάτων, αποτελεί συνενοχή στο ίδιο το έγκλημα». Το βιβλίο της Αννας Ανδρέου έχει ως αντικείμενο το θέμα των αγνοουμένων της Τουρκικής εισβολής. Η Αννα Ανδρέου αντέδρασε με ανάρτησή της στο Facebook, στην οποία ανέφερε. «Από τον καναπέ μας είναι πολύ εύκολο να διαγράφουμε τη δουλειά των άλλων που δεν κάθονται σε πολυθρόνες κ. Μαυρίδη…Καλά Χριστούγενν Στις 28 Δεκεμβρίου, 2017, η Ενωση Συντακτών Κύπρου εξέδωσε ανακοίνωση στην οποία ανέφερε ότι ο κ. Μαυρίδης «ούτε λίγο ούτε πολύ κατηγορεί την δημοσιογράφο Ανδρέου ως φερέφωνο του τουρκικού κράτους διότι, άκουσον - άκουσον, ‘δεν τυγχάνει οποιασδήποτε δίωξης από το καθεστώς Ερντογαν, το οποίο όμως φυλακίζει εκατοντάδες άλλους δημοσιογράφους με την υποψία διαφορετικής άποψης”. Εξ άλλου, το Κυπριακό Πρακτορείο Ειδήσεων, του οποίου η Αννα Ανδρέου είναι επίσης ανταποκρίτρια στην Κωνσταντινούπολη, εξέδωσε ανακοίνωση στην οποία ανέφερε ότι «θεωρεί την Άννα Ανδρέου ως μία από τους πιο καλούς συνεργάτες του στο εξωτερικό. Εργάζεται με συνέπεια, εκτελώντας την αποστολή της κάτω από δύσκολες συνθήκες». Επίσης ανέφερε: «Ανεξάρτητα από τη δημόσια απολογία του κ. Μαυρίδη, το ΚΥΠΕ εκφράζει τη λύπη του για τους αστήρικτους χαρακτηρισμούς που διατύπωσε στο άρθρο του ο κ. Μαυρίδης εναντίον της Άννας Ανδρέου και οι οποίοι δεν θα πρέπει να έχουν θέση στο δημόσιο διάλογο». Ο κ. Μαυρίδης, με αφορμή την ανακοίνωση της ΕΣΚΕ, είχε εκδώσει γραπτή δήλωση στην οποία ανέφερε: «Επειδή υπήρξαν αντιδράσεις και σχετική ανακοίνωση του Δ.Σ. της Ένωσης Συντακτών Κύπρου, για προσβλητικές αναφορές μου σε άρθρο μου…εναντίον της δημοσιογράφου Άννας Αντρέου, οφείλω να σημειώσω ότι δεν διατύπωσα, ούτε είχα πρόθεση και ούτε υπονοούσα ότι η δημοσιογράφος Α. Αντρέου είναι φερέφωνο του τουρκικού κράτους ή του Ερντογάν. Τιμώ το δημοσιογραφικό επάγγελμα και απολογούμαι σε όσους δημιουργήθηκαν λανθασμένες εντυπώσεις». Αφού εξέτασε τα προαναφερθέντα κείμενα, η Επιτροπή θεώρησε ότι ήταν δικαίωμα του κ. Μαυρίδη να επικρίνει την κυβέρνηση και πολιτικούς γιατί δεν παρέστησαν στην παρουσίαση του βιβλίου που ανέφερε ενώ παρέστησαν στην παρουσίαση του βιβλίου της Αννας Ανδρέου, αλλά κατέληξε στο συμπέρασμα ότι φράσεις που περιέχονται στις ανωτέρω δύο παραγράφους, χωρίς την παραμικρή τεκμηρίωση, τείνουν να δημιουργήσουν την εντύπωση ή να αφήσουν υπονοούμενα για την Αννα Ανδρέου, ότι ενδεχομένως να ήταν συνεργάτης του τουρκικού καθεστώτος και ότι σκοπίμως απέκρυψε εγκλήματα του τουρκικού στρατού που γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει. Η Επιτροπή θεώρησε επίσης ότι το κείμενο του κ. Μαυρίδη θα μπορούσε να εκληφθεί ως προσπάθεια να της υπαγορεύσει ποιες ερωτήσεις θα έπρεπε να είχε κάμει και τι να είχε γράψει στο βιβλίο της, κατά παράβαση της αρχής της ανεξαρτησίας του δημοσιογράφου και της ελευθερίας της έκφρασης και ότι θα ήταν δυνατό να εκληφθεί ως επίθεση εναντίον της δημοσιογράφου ή και ως προσπάθεια εκφοβισμού της. Εξ άλλου, έκρινε ότι η αναφορά στην Αννα Ανδρέου σε μια επίκριση που είχε ως στόχο την κυβέρνηση, δεν ήταν τυχαία, δεδομένου ότι αναφέρθηκε σε προσωπικά της στοιχεία, όπως τον τόπο καταγωγής και την προηγούμενη εργασία της προτού εγκατασταθεί στην Κωνσταντινούπολη και ακόμα και στις πολιτικές της πεποιθήσεις. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή αποφάσισε να εξετάσει το θέμα σύμφωνα με τις προαναφερθείσες πρόνοιες του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας. Ειδικότερα, η Επιτροπή αποφάσισε ότι με βάση τις ποιο πάνω πρόνοιες του Κώδικα είχε υποχρέωση να εξετάσει τη στάση του ΡΙΚ να μη προασπισθεί δημοσίως την ακεραιότητα και αξιοπρέπεια της ανταποκρίτριάς του -σε αντίθεση με το Κυπριακό Πρακτορείο Ειδήσεων που εξέδωσε καταδικαστική ανακοίνωση- και επίσης να τοποθετηθεί επί της πράξης της εφημερίδας «Φιλελεύθερος» να δημοσιεύσει ένα κείμενο που σαφώς συνιστούσε επίθεση εναντίον μιας δημοσιογράφου. Προσκλήθηκαν να προσέλθουν ενώπιον της Επιτροπής ο Κώστας Μαυρίδης, εκπρόσωπος του ΡΙΚ και ο παρουσιαστής της εκπομπής "Από Μέρα σε Μέρα" Πάρης Ποταμίτης για να παράσχουν πληροφορίες και να παραθέσουν τις απόψεις τους Ο κ. Μαυρίδης, λόγω απουσίας τους στις Βρυξέλλες επέλεξε να παραθέσει της απόψεις του γραπτώς, αναφέροντας μεταξύ άλλων ότι με δημόσιες δηλώσεις του εξήγησε ότι η κριτική του «αφορούσε άλλα θέματα (π.χ. με αφετηρία την απουσία της Κυβέρνησης από παρουσίαση βιβλίου για την ΕΛΔΥΚ και τον τρόπο που η δημοσιογράφος Άννα Αντρέου χειρίστηκε σε βιβλίο της συγκεκριμένο Τούρκο διοικητή μονάδας της τουρκικής εισβολής του 1974) στο πλαίσιο της ελευθερίας της έκφρασης». Περαιτέρω ανέφερε ότι ουδόλως εννοούσε ότι η δημοσιογράφος είναι φερέφωνο του τουρκικού κράτους ή του Ερντογαν (όπως γράφτηκε σε Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης), και ότι «εάν φράσεις στο κείμενο εκλαμβάνονταν ως προσωπική επίθεση με αιχμές κατά της δημοσιογράφου, ήταν λάθος μου διότι δεν το εννοούσα έτσι». Ο κ. Μαυρίδης ανέφερε ότι επικοινώνησε με την Αννα Ανδρέου προς την οποία απολογήθηκε «για την παρεξήγηση» και ότι υπήρξε συναντίληψη μεταξύ τους. Εξ άλλου, ανέφερε ότι η θέση που διατύπωσε πως «η σιωπή και συγκάλυψη εγκλημάτων αποτελεί συνενοχή στο ίδιο το έγκλημα» είναι μια γενική τοποθέτηση, που είχε χρησιμοποιήσει και σε άλλες περιστάσεις, όπως στην περίπτωση της αρμενικής γενοκτονίας και δεν σχετίζεται με κάποιο συγκεκριμένο πρόσωπο. Ο κ. Μαυρίδης κατέληξε αναφέροντας ότι με τα πιο πάνω έπραξε τα πάντα για να καταδείξει ότι δεν είχε οποιαδήποτε πρόθεση να θίξει την δημοσιογράφο για το έργο της, ή να την προσβάλει, κοινοποιώντας μάλιστα την θέση και απολογία του δημόσια προς όλους τους αποδέκτες. Εκ μέρους του ΡΙΚ προσήλθε ενώπιον της Επιτροπής ο Διευθυντής Ειδήσεων Πανίκος Χατζηπαναγής ο οποίος ανέφερε ότι θέματα κριτικής για το Ιδρυμα τα χειρίζεται το Διοικητικό Συμβούλιο. Επί του επίμαχου θέματος, είπε ότι αποφασίστηκε το ΡΙΚ να μην εισέλθει σε αντιπαράθεση με τον κ. Μαυρίδη αλλά με πράξεις του να αποδείξει την εμπιστοσύνη του προς την Αννα Ανδρέου. Στο πλαίσιο αυτό ο Πρόεδρος του Δ.Σ. Θανάσης Τσώκος απέστειλε στην Αννα Ανδρέου την ακόλουθη επιστολή: «Με αφορμή άρθρο του Ευρωβουλευτή του Δημοκρατικού Κόμματος κ. Κώστα Μαυρίδη στον ημερήσιο Τύπο και παρά τη δημόσια προς εσάς απολογία του, επιθυμώ να σας εκφράσω εκ μέρους του Ραδιοφωνικού Ιδρύματος Κύπρου την εκτίμηση μας προς το πρόσωπο σας αλλά και το δημοσιογραφικό έργο που επιτελείτε. Πιστεύω, ότι αναφορές όπως αυτή του κ. Μαυρίδη, είναι άδικες και αδόκιμες και δεν συμβάλλουν θετικά στην προσπάθεια δημιουργίας ήπιου πολιτικού κλίματος εν όψει και της επικείμενης διάσκεψης της Γενεύης». Ο κ. Χατζηπαναγής ανέφερε ότι αν το ΡΙΚ πίστευε κάτι από όσα απαράδεκτα ανέφερε ο κ. Μαυρίδης δεν θα την έστελνε να καλύψει τις συνομιλίες για το Κυπριακό στη Γενεύη, προσθέτοντας ότι στην πράξη αποδοκίμασε όσα ανέφερε στο δημοσίευμά του. Επίσης ανέφερε ότι ύστερα από σχετικό σχόλιο του κοινοβουλευτικού εκπροσώπου του ΔΗΣΥ στη διάρκεια της εκπομπής «από Μέρα σε Μέρα» στις 3/1/2017 ο κ. Τσώκος έκαμε παρέμβαση στην εκπομπή με αφορμή παρατήρηση του κοινοβουλευτικού εκπροσώπου του Δημοκρατικού Συναγερμού Νίκου Τορναρίτη ότι «πάει να στηθεί μια περιρρέουσα ατμόσφαιρα για να στοχοποιήσει και στοχοποιεί ήδη πολιτικές προσωπικότητες, το είδαμε να εκτυλίσσεται και στην πράξη, και όχι μόνο πολιτικές προσωπικότητες αλλά και δημοσιογράφους, το είδαμε με την κ. Ερατώ Κοζάκου-Μαρκουλλή, το είδαμε με τη δημοσιογράφο Αννα Ανδρέου και λυπάμαι να πω ότι το Ραδιοφωνικό Ιδρυμα Κύπρου όφειλε να αντιδράσει και δεν αντέδρασε… στην αήθη επίθεση που δέχθηκε μια ανταποκρίτρια, μια δημοσιογράφος του ΡΙΚ». Στην παρέμβασή του ο κ. Τσώκος αναφέρθηκε στην προαναφερθείσα επιστολή του προς την κ. Ανδρέου και πρόσθεσε πως στο βασικό σχεδιασμό του ΡΙΚ για τη διάσκεψη για το Κυπριακό στη Γενεύη η κ. Ανδρέου θα ήταν στη δημοσιογραφική του ΡΙΚ. Πρόσθεσε πως «αυτό είναι μία έμπρακτη και επί πλέον απόδειξη για το σεβασμό στο έργο και την προσφορά της κ. Αννας Ανδρέου για να γίνει κοινωνός ο Κυπριακός λαός των τεκταινομένων στη Γενεύη». Ο κ. Τορναρίτης παρενέβη λέγοντας ότι το ερώτημα ήταν γιατί το Διοικητικό Συμβούλιο του ΡΙΚ δεν εξέδωσε δημόσια ανακοίνωση όπως δημόσια ήταν η καταγγελία και δημόσια εξελίχθηκε η όλη υπόθεση και γι’ αυτό θα ήταν καλύτερα το ΡΙΚ να τα πει δημόσια όσα ανέφερε ο κ. Τσόκος. Ο κ. Τσώκος απάντησε πως το σημαντικό είναι ότι έμμεσα ή άμεσα, αλλά έγκαιρα το ΡΙΚ εξέφρασε στήριξε στη δουλειά της κ. Αννας Ανδρέου και ότι η μη έκδοση της ανακοίνωσης ήταν μια άλλη επιλογή του Διοικητικού Συμβουλίου, προκειμένου να μη ρίξει λάδι στη φωτιά εκείνη τη δεδομένη στιγμή. Ο παρουσιαστής της εκπομπής Πάρης Ποταμίτης, που ρωτήθηκε γιατί ενώ ο κ. Μαυρίδης ήταν καλεσμένος σε εκπομπή του μερικές ημέρες μετά το επίμαχο δημοσίευμα και ενώ συνεχιζόταν η δημόσια συζήτηση γι’ αυτό δεν του υπέβαλε οποιαδήποτε ερώτηση, απάντησε ότι δεν το έπραξε γιατί από τη μια ήθελε η εκπομπή να επικεντρωθεί στο θέμα των ημερών που ήταν η επικείμενη διάσκεψη της Γενεύης για το Κυπριακό και δεν ήθελε χάσει χρόνο με αναφορά στην «απολύτως άστοχη και πρωτοφανή δήλωση του κ. Μαυρίδη» και από την άλλη για να μην υπάρξει αντιπερισπασμός από το κύριο θέμα με αποτέλεσμα την ελλιπή πληροφόρηση ή και την παραπληροφόρηση των πολιτών. Εξ άλλου, ανέφερε ότι ο κ. Μαυρίδης είχε ήδη αναγνωρίσει το λάθος του και απολογηθεί δημοσίως και γι’ αυτό θεώρησε ότι το θέμα είχε περάσει σε δεύτερη μοίρα. Περαιτέρω ανέφερε πως είχε ρωτήσει τον αρχισυντάκτη του τηλεοπτικού δελτίου ως προς το τι θα έπρεπε να πράξει και πήρε την απάντηση ότι «δεν εγείρουμε το θέμα εκτός βεβαίως και αν το εγείρει οποιοσδήποτε άλλος κατά τη διάρκεια της εκπομπής». Κατόπιν επισταμένης εξέτασης των ενώπιόν της στοιχείων, σε συνδυασμό με τις σχετικές πρόνοιες του Κώδικα, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το Ραδιοφωνικό Ιδρυμα Κύπρου προέβη εν πολλοίς σε ενέργειες που αποκαθιστούσαν την αξιοπιστία της Αννας Ανδρέου και συνιστούσαν προστασία της ελευθερίας της έκφρασης και της ανεξαρτησίας των δημοσιογράφων. Σημείωσε ιδιαίτερα τις αποδοκιμαστικές αναφορές εκπροσώπων του ΡΙΚ στα όσα έγραψε για την Αννα Ανδρέου ο κ. Μαυρίδης. Ο Διευθυντής Ειδήσεων Πανίκος Χατζηπαναγής τα χαρακτήρισε «απαράδεκτα», ο κ. Τσώκος στην επιστολή του χαρακτήρισε τις αναφορές «άδικες και αδόκιμες…(που) δεν συμβάλλουν θετικά στην προσπάθεια δημιουργίας ήπιου πολιτικού κλίματος εν όψει και της επικείμενης διάσκεψης της Γενεύης» και ο κ. Ποταμίτης ανέφερε στην επιστολή του ότι η δήλωση του κ. Μαυρίδη ήταν «απολύτως άστοχη και πρωτοφανής». Οι αναφορές αποδίδουν τη γενική εκτίμηση του κοινού, όπως διατυπώθηκαν σε ιστοσελίδες κοινωνικής δικτύωσης, για το περιεχόμενο του κειμένου του κ. Μαυρίδη σε σχέση με την Αννα Ανδρέου. Ως προς τον κ. Ποταμίτη, η Επιτροπή επιθυμεί να επισημάνει ότι η παράκλησή της να δώσει πληροφορίες για το χειρισμό της εκπομπής στην οποία ήταν προσκεκλημένος ο κ. Μαυρίδης δεν είχε σε καμιά περίπτωση την έννοια της υπαγόρευσης πως θα διαχειριζόταν την εκπομπή του ή ποιες ερωτήσεις θα έπρεπε να είχε υποβάλει ή να μην υποβάλει στον φιλοξενούμενό του. Παρά τις ανωτέρω διαπιστώσεις της, η Επιτροπή θεωρεί περαιτέρω ότι θα ήταν καλύτερα το ΡΙΚ να είχε δημοσιοποιήσει τις ενέργειές του προς την κατεύθυνση της προστασίας της αξιοπιστίας της δημοσιογράφου του, της ελευθερίας της έκφρασης και της ανεξαρτησίας των δημοσιογράφων, δεδομένου ότι η επίθεση ήταν δημόσια και είχε γίνει ευρύτατη δημόσια συζήτηση για το θέμα. Η παράλειψη αυτή άφησε την πλειοψηφία των πολιτών στο σκοτάδι ως προς τη στάση του ΡΙΚ, αφού πολύ λίγοι έλαβαν γνώση των ενεργειών και απόψεών του και επίσης είναι δυνατό να διατυπωθεί ο ισχυρισμός ότι, κατά την προσφιλή έκφραση του κ. Μαυρίδη, «η σιωπή και συγκάλυψη εγκλημάτων αποτελεί συνενοχή στο ίδιο το έγκλημα». Ο «Φιλελεύθερος», ανταποκρινόμενος σε παράκληση της Επιτροπής να την ενημερώσει για τη δημοσίευση ενός κειμένου που καταφανώς περιείχε επίθεση εναντίον της ελευθερίας της έκφρασης και της ανεξαρτησίας των δημοσιογράφων, παρέπεμψε σε δημοσίευμά του την επομένη της δημοσίευσης, δηλαδή στις 29 Δεκεμβρίου, 2016, στο οποίο ανέφερε ότι η Ενωση Συντακτών με την ανακοίνωσή της «πλήρως καλύπτει το δημοσιογραφικό κόσμο» σε σχέση με το κείμενο Μαυρίδη και κατέληγε με την αναφορά: «Οι εκ των υστέρων απολογίες, (τίνος;) αν και αναγκαίες, δεν μπορούν να διορθώσουν τα όσα διατυπώθηκαν στο κείμενο του ευρωβουλευτή, που παραμένει εκτεθειμένος. Και επειδή το άρθρο δημοσιεύθηκε στο «Φ» δηλώνεται πως σε καμία περίπτωση δεν υιοθετούνται τέτοιες απόψεις». Το κείμενο αυτό ήταν μέρος της ειδησεογραφίας για τις αντιδράσεις εναντίον του δημοσιεύματος από την ΕΣΚ και την ομάδα Σοσιαλιστών και Δημοκρατών στο Ευρωκοινοβούλιο, το κείμενο απολογίας του κ. Μαυρίδη και την απάντηση της Αννας Ανδρέου στην επίθεση. Η Επιτροπή σημείωσε τη διαφωνία του «Φιλελεύθερου» με τις αναφορές Μαυρίδη αλλά αποφάσισε ότι η εκ των υστέρων διαφωνία ή απολογία δεν αίρει το γεγονός ότι η δημοσίευση του κειμένου συνιστά παραβίαση των προνοιών του του Κώδικα που απαγορεύουν πράξεις ή παραλείψεις οι οποίες συνιστούν «παραβίαση ή απειλή» εναντίον της ελευθερίας της έκφρασης και της ανεξαρτησίας των δημοσιογράφων.
ΠΡΟΝΟΙΑ/EΣ ΚΩΔΙΚΑ:
ΜΜΕ:
ΑΡ. ΠΑΡΑΠΟΝΟΥ:
9/2017
ΗΜ. ΑΠΟΦΑΣΗΣ:
16/05/2017
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ:
ΝΑΙ
Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας εξέτασέ παράπονο (9/30/3/2017) από την Επίτροπο Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού ότι είδηση που δημοσιεύθηκε στο «Φιλελεύθερο» στις 27/3/2017 αποκαλύπτει την ταυτότητα παιδιού, κατά παράβαση των προνοιών του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας. Το δημοσίευμα, που αφορούσε στις κακές συνθήκες διαβίωσης οικογένειας και στις οικονομικές δυσκολίες που αντιμετώπιζε, συνοδευόταν από φωτογραφία της οικογένειας κάτω από τον τίτλο «Οικογένεια στα όρια της φτώχειας». Σύμφωνα με την Επίτροπο, το δημοσίευμα στόχευε στην ευαισθητοποίηση της κοινωνίας και των αρμόδιων Αρχών προκειμένου η οικογένεια να βοηθηθεί οικονομικά και στην επίλυση των προβλημάτων που αντιμετώπιζε. Ωστόσο, η Επίτροπος ανέφερε ότι παρόλο που ο σκοπός του δημοσιεύματος είναι καθόλα θεμιτός, εντούτοις, ο τρόπος παρουσίας ήταν προβληματικός δεδομένου ότι δημοσιεύθηκαν τέσσερις συνολικά φωτογραφίες, που σε συνδυασμό με τα προσωπικά δεδομένα που αναφέρθηκαν, άπτονται της ιδιωτικής και προσωπικής τους ζωής, δηλαδή των συνθηκών διαβίωσης και των προβλημάτων υγείας που τα παιδιά της οικογένειας αντιμετωπίζουν. Επίσης ανέφερε ότι η προβολή των παιδιών γίνεται ακόμα πιο προβληματική λόγω των μεγάλου αριθμού και του μεγέθους των φωτογραφιών που συνοδεύουν το δημοσίευμα και που καλύπτουν τη μισή έκταση του, στις οποίες επίκεντρο είναι τα πρόσωπα των παιδιών. Η Επίτροπος επισημαίνει στο παράπονό της ότι σύμφωνα με το Άρθρο 3(1) της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα του Παιδιού, την οποία επικύρωσε η Κυπριακή Δημοκρατία το 1991 (μετά τη ψήφιση του Νόμου 243/1990) και, επομένως, τη δεσμεύει με αυξημένη ισχύ έναντι οποιουδήποτε εθνικού νόμου), επιβάλλεται όπως: «Σε όλες τις αποφάσεις που αφορούν τα παιδιά, είτε αυτές λαμβάνονται από δημόσιους ή ιδιωτικούς οργανισμούς κοινωνικής ευημερίας, είτε από τα δικαστήρια, τις διοικητικές αρχές ή από τα νομοθετικά όργανα, πρέπει να λαμβάνεται πρωτίστως υπόψη το συμφέρον του παιδιού». Αυτή την αρχή, τονίζει η Επίτροπος, πρέπει να έχουν πάντα υπόψη οι επαγγελματίες των ΜΜΕ οσάκις χειρίζονται θέματα που αφορούν παιδιά, στα οποία εμπλέκονται παιδιά ή απευθύνονται σε παιδιά, σε σχέση με τον τρόπο παρουσίασης ενός θέματος. Επίσης ανέφερε ότι η εξασφάλιση της, εκ των πρότερων, συναίνεσης των γονιών του παιδιού για δημοσίευση των φωτογραφιών του, δε σημαίνει, κατ’ ανάγκη, ότι αυτό εξυπηρετεί το συμφέρον του ίδιου του παιδιού. Επισημαίνει πως η Σύμβαση θεμελιώνεται στην θεώρηση του παιδιού ως διακριτής από τους γονείς του προσωπικότητας και φορέα αναπαλλοτρίωτων ανθρωπίνων δικαιωμάτων και επομένως ως προς το ότι κάθε απόφαση η οποία λαμβάνεται αναφορικά με το παιδί -συμπεριλαμβανομένων των γονιών- θα πρέπει πρωτίστως να εξυπηρετεί το δικό του συμφέρον. Εξ άλλου, ανέφερε πως, το Άρθρο 16 της Σύμβασης επιβάλλει ότι: «Κανένα παιδί δεν θα αποτελεί αντικείμενο αυθαίρετων ή παράνομων παρεμβάσεων στην ιδιωτική του ζωή, στην οικογένειά του, στην κατοικία του ή στην αλληλογραφία του, ούτε παράνομων προσβολών της τιμής και της υπόληψής του». Αυτό, σύμφωνα με την Επίτροπο, σημαίνει ότι οι δημοσιογράφοι είναι υποχρεωμένοι να να προστατεύουν την ταυτότητα και αξιοπρέπεια του παιδιού, ακόμα και αν οι γονείς ενεργούν διαφορετικά, ώστε να γίνονται σεβαστά τα δικαιώματα του παιδιού και να αποφεύγεται ο στιγματισμός του με οποιοδήποτε τρόπο. Η Επίτροπος επισημαίνει πως η ταυτότητα ενός παιδιού δεν προστατεύεται μόνο με το να μην παρουσιάζεται το πρόσωπό του αλλά με το να μην αποκαλύπτονται τα στοιχεία της ταυτότητας, του ιδίου ή/και άλλων προσώπων της οικογένειάς του, ή/και δεδομένων της ιδιωτικής και οικογενειακής του ζωής, τα οποία ουσιαστικά να «φωτογραφίζουν» ή να προσβάλλουν το εμπλεκόμενο παιδί. Η Επίτροπος αναφέρει ότι έστω κι αν ο σκοπός του υπό αναφορά δημοσιεύματος είναι καθόλα θεμιτός και συνάδει με το ρόλο των ΜΜΕ στην ενημέρωση, ευαισθητοποίηση και αντιμετώπιση των κοινωνικών ζητημάτων, εντούτοις, η κάλυψη τέτοιων θεμάτων δεν νομιμοποιείται να γίνεται με τρόπο που να συνιστά παραβίαση άλλων δικαιωμάτων του ίδιου του παιδιού. Τέλος αναφέρει ότι υπό το φως των ανωτέρω, εκτιμά πως ο τρόπος παρουσίασης των συγκεκριμένων παιδιών, στο υπό αναφορά δημοσίευμα, παραβίασε το δικαίωμά τους, σε ιδιωτική ζωή και αξιοπρέπεια. Ο «Φιλελεύθερος» ανταποκρινόμενος στην παράκληση να παραθέσει τις απόψεις του, ανέφερε ότι το δημοσίευμα έγινε για καλό σκοπό, δηλαδή να βοηθηθεί η οικογένεια και ότι σε τέτοιες περιπτώσεις θα πρέπει να υπάρχει κατανόηση για τα κίνητρα των εφημερίδων. Η Επιτροπή υιοθέτησε στο σύνολό της την ανάλυση της Επιτρόπου για την Προστασία του Παιδιού όσον αφορά τα δικαιώματα του Παιδιού με βάση τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών, η οποία και συνάδει με σειρά αποφάσεων της Επιτροπής σε προηγούμενες ανάλογες περιπτώσεις. Η Επιτροπή αναγνώρισε ότι το δημοσίευμα έγινε με αγαθή πρόθεση, δηλαδή να βοηθηθεί η οικογένεια του παιδιού, αλλά παράλληλα αποφάσισε ότι αυτό θα μπορούσε να γίνει χωρίς τη δημοσίευση φωτογραφιών ή άλλων στοιχείων που αποκαλύπτουν την ταυτότητά του παιδιού, δεδομένης της απαγόρευσης του άρθρου 3 της Σύμβασης για το Παιδί, που αποτελεί μέρος του Κώδικα και είναι νόμος αυξημένης τυπικής ισχύος, που υπερέχει οποιασδήποτε άλλης ρύθμισης, συνιστούσε παραβίαση της Σύμβασης και κατ’ ακολουθία των σχετικών προνοιών του Κώδικα. Η Επιτροπή επισημαίνει πως η ευθύνη για τη δημοσίευση φωτογραφιών ή στοιχείων της ταυτότητας παιδιών, σε τελευταία ανάλυση, βαρύνει όχι την οικογένεια ή οποιοδήποτε άλλο έχει ευθύνη για τα παιδιά, αλλά τα ΜΜΕ και τους δημοσιογράφους, που οφείλουν να τηρούν τη δεοντολογία και να σέβονται τα δικαιώματα στην ιδιωτική ζωή, ιδιαίτερα των παιδιών λόγω της ευάλωτης θέσης τους. Η Επιτροπή προτρέπει όλους τους δημοσιογράφους, οσάκις ασχολούνται με παιδιά, για οποιοδήποτε λόγο, να λαμβάνουν πρόνοια αποφυγής δημοσίευσης φωτογραφιών ή στοιχείων που άμεσα ή έμμεσα αποκαλύπτουν την ταυτότητά τους και εκεί όπου είναι αναγκαίο να δημοσιεύσουν φωτογραφίες, να φροντίζουν να αποκρύβουν ή αλλοιώνουν τα πρόσωπά τους ώστε να διασφαλίζεται η μη αναγνώρισή τους.. Η Επιτροπή προτρέπει όλους τους δημοσιογράφους να μελετήσουν την ανάλυση της Επιτρόπου για την Προστασία του Παιδιού των προνοιών της Σύμβασης για το Παιδί και να ενεργούν σύμφωνα με αυτή.
ΠΡΟΝΟΙΑ/EΣ ΚΩΔΙΚΑ:
ΜΜΕ:
ΑΡ. ΠΑΡΑΠΟΝΟΥ:
8/2017
ΗΜ. ΑΠΟΦΑΣΗΣ:
16/05/2017
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ:
ΝΑΙ
Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας εξέτασε παράπονο (8/9/3/2017) για δημοσίευση παραπλανητικών τίτλων από τις ιστοσελίδες tothemaonline και lifenewscy και newsofcyprus σε σχέση την κυκλοφορία βιντεοκλίπ και τραγουδιού από Κύπριο επιχειρηματία. Το θέμα ηγέρθη από το μέλος της Επιτροπής Βάσο Τσαγγαρά με την εισήγηση η Επιτροπή να επιληφθεί το θέματος προληπτικά απευθύνοντας επιστολή προς την Πρόεδρο του Συνδέσμου Διαδικτυακών Εκδοτών Κύπρου προκειμένου να την κοινοποιήσει στα μέλη. Στις τρεις ιστοσελίδες αναρτήθηκε είδηση κάτω από τον τίτλο «Κύπριος επιχειρηματίας «έπαιξε» ξύλο για τα ζάρια! Έσυρε στο έδαφος τον συμπαίκτη του!» ενώ η είδηση που ακολουθούσε αφορούσε σε βιντεοκλίπ τραγουδιού που έγραψε και ερμηνεύει ο επισειρηματίας Χριστόφορος Τορναρίτης Η Επιτροπή αποφάσισε να διαβιβάσει στο Σύνδεσμο Διαδικτυακών Εκδοτών Κύπρου την ακόλουθη επιστολή, που κοινοποιήθηκε στα μέλη του Συνδέσμου: «Σας ενημερώνουμε ότι η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας δέχεται αυξημένα παράπονα για τη δημοσίευση παραπλανητικών τίτλων από διαδικτυακά ΜΜΕ, που στις περισσότερες φορές δεν αποδίδουν επακριβώς το περιεχόμενο της είδησης. Είναι προφανές ότι η πρακτική αυτή αποβλέπει στην αύξηση της επισκεψιμότητας, κοινώς στην αύξηση των «κλικ» στις ιστοσελίδες που μετέρχονται αυτή τη μέθοδο παραπλάνησης. Η Επιτροπή επισημαίνει ότι η δημοσίευση παραπλανητικών τίτλων αντιβαίνει στην πρωταρχική πρόνοια του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας, η οποία προβλέπει ότι: «Τα Μ.Μ.Ε. μεριμνούν ώστε να μη δημοσιεύονται ανακριβείς, παραπλανητικές, φανταστικές ή διαστρεβλωτικές της αλήθειας ειδήσεις, πληροφορίες ή σχόλια. Σε περίπτωση που έχει συμβεί κάτι τέτοιο χωρούν σε άμεση διόρθωση ή και απολογία». Παρακαλούμε να κυκλοφορήσετε την επιστολή αυτή μεταξύ των μελών του Συνδέσμου Διαδικτυακών Εκδοτών Κύπρου, με τη δική σας παραίνεση να σταματήσει το φαινόμενο αυτό, που πλήττει το κύρος της δημοσιογραφίας και των δημοσιογράφων».
ΠΡΟΝΟΙΑ/EΣ ΚΩΔΙΚΑ:
ΜΜΕ:
ΑΡ. ΠΑΡΑΠΟΝΟΥ:
4/2017
ΗΜ. ΑΠΟΦΑΣΗΣ:
16/05/2017
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ:
ΝΑΙ
Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας εξέτασε παράπονο (4/13/2/2017) από τον Αλέξανδρο Χαραλαμπίδη, από τη Λεμεσό και από την Παυλίνα Νεοφύτου, δημοσιογράφο, ότι η ιστοσελίδα Lifenewscy δημοσίευσε παραπλανητική είδηση για σκοπούς εντυπωσιασμού. Ειδικότερα, ο πρώτος παραπονούμενος ανέφερε ότι η ιστοσελίδα δημοσίευσε ανακοίνωση για επικείμενη αντιτρομοκρατική άσκηση της Αστυνομίας στο Mall of Cyprus κατά τρόπο που έδινε την εντύπωση ότι επρόκειτο για πραγματικό και τετελεσμένος γεγονός, προκαλώντας αναστάτωση μεταξύ του κοινού. Η «Σημερινή» δημοσίευσε στις 14/2/2017 είδηση σχετικά με το δημοσίευμα αναφέροντας πως «Παραπλανητικός» τίτλος δημοσιεύματος προκάλεσε κύμα τρόμου σε χιλιάδες πολίτες». Επισήμανε πως η πραγματική είδηση αφορούσε άσκηση κατά της τρομοκρατίας που θα γινόταν την Πέμπτη (15/2/2017) σε γνωστό εμπορικό κέντρο και ότι ο «βαρύγδουπος και παραπλανητικός» τίτλος σε συνδυασμό με μια φωτογραφία από σημείο στο οποίο μόλις έχει γίνει τρομοκρατική ενέργεια, που απεικόνιζε ανθρώπινα πτώματα και λίμνες αίματος, ήταν αρκετά για να «σπείρουν τον πανικό» στα κυπριακά μέσα κοινωνικής δικτύωσης και να προκαλέσουν ταραχή σε χιλιάδες κόσμου. Η «Σημερινή» ανέφερε πως η ιστοσελίδα μόλις αντελήφθη την οργή του κόσμου στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, για τον τρόπο που επέλεξε να παρουσιάσει την είδηση, αφαίρεσε το δημοσίευμα. Η Επιτροπή διαπίστωσε ότι το δημοσίευμα αναφερόταν σε αστυνομική ανακοίνωση για προγραμματισμένη - για την Πέμπτη, 15/2/2017 - άσκηση μεγάλης κλίμακας από τις δυνάμεις ασφαλείας για διαχείριση τρομοκρατικού κτυπήματος, με στόχο να διαπιστωθεί ο βαθμός ετοιμότητας, ανταπόκρισης και ο συντονισμός των αρμοδίων υπηρεσιών. Η ιστοσελίδα δημοσίευσε τη σχετική ανακοίνωση της αστυνομίας κάτω από τους τίτλους: “Εκρήξεις και πυροβολισμοί στο Mall of Cyprus-Μεγάλη αστυνομική δύναμη, ασθενοφόρα και πυροσβεστική στον χώρο». Το δημοσίευμα συνοδευόταν από φωτογραφίες που παρουσίαζαν την πρόσοψη του κτιρίου, απόσπασμα ένοπλων μελών των δυνάμεων ασφαλείας και χώρο, προφανώς κάτω από κλιμακοστάσιο, στον οποίο βρίσκονταν πτώματα μέσα σε λίμνες αίματος. Εκπρόσωπος της ιστοσελίδας ανέφερε στην Επιτροπή ότι μόλις έγινε αντιληπτό ότι η είδηση προκαλούσε παραπλάνηση έγινε διόρθωση στον τίτλος της είδησης. Η Επιτροπή διαπίστωσε ότι ο τίτλος της είδησης για την επικείμενη αστυνομική άσκηση ήταν σαφώς ανακριβής και παραπλανητικός και αποσκοπούσε αποκλειστικά και μόνο στον εντυπωσιασμό. Κατά συνέπεια αποφάσισε ότι ο τίτλος της είδηςης συνιστούσε κατάφωρη παραβίαση της πρόνοιας του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας περί ακρίβειας των πληροφοριών, η οποία προβλέπει ότι «τα Μ.Μ.Ε. μεριμνούν ώστε να μη δημοσιεύονται ανακριβείς, παραπλανητικές, φανταστικές ή διαστρεβλωτικές της αλήθειας ειδήσεις, πληροφορίες ή σχόλια». Επίσης διαπίστωσε ότι η δημοσίευση φωτογραφιών πτωμάτων μέσα σε λίμνες αίματος έγινε και πάλι αποκλειστικά και μόνο για εντυπωσιασμό και ότι συνιστούσε παραβίαση της πρόνοιας του Κώδικα, σύμφωνα με την οποία οι δημοσιογράφοι «είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί και διακριτικοί στην παρουσίαση θεμάτων όπως η βία, το έγκλημα, τα σεξουαλικά παραπτώματα, ο ανθρώπινος πόνος και ο θάνατος, καθώς και πληροφοριών ή εικόνων που είναι επιβλαβείς ή μπορούν να προκαλέσουν πανικό ή φρίκη ή αποτροπιασμό, κυρίως τα παιδιά».
ΠΡΟΝΟΙΑ/EΣ ΚΩΔΙΚΑ:
ΜΜΕ:
ΑΡ. ΠΑΡΑΠΟΝΟΥ:
7/2018
ΗΜ. ΑΠΟΦΑΣΗΣ:
19/04/2017
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ:
ΟΧΙ,ΝΑΙ
Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας εξέτασε παράπονο (7/19/3/2018) από τον Αστυνομικό διευθυντή Μόρφου Γιαννάκη Χαραλάμπους σε σχέση με τη δημοσίευση είδησης στην ιστοσελίδα i-eidisi, χωρίς προηγούμενο έλεγχο της ακρίβειας των πληροφοριών. Το παράπονο ανέφερε ότι η ιστοσελίδα i-eidisi δημοσίευσε στις 13/5/2017 είδηση σε σχέση με την εφαρμογή σχεδίου Συναγερμού του Διοικητή της Εθνικής Φρουράς, η οποία, όπως διαπιστώθηκε από αστυνομική έρευνα, «δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα». Η είδηση που έφερε την υπογραφή του δημοσιογράφου Ονούφριου Σωκράτους δημοσιεύθηκε υπό τον τίτλο: «Ξεσηκώθηκαν φαντάροι - Νέο περιστατικό θερμοπληξίας σε στρατόπεδο», πάνω από φωτογραφία που παρουσίαζε φαντάρο να μεταφέρεται με φορείο, δίδοντας την εντύπωση ότι επρόκειτο για το περιγραφόμενο επεισόδιο. Η είδηση ανέφερε: «Έντονες διαμαρτυρίες από φαντάρους στην περιοχή της Λεύκας, μετά από επεισόδιο θερμοπληξίας εθνοφρουρού. Σύμφωνα με πληροφορίες του i-eidisi, ο διοικητής του 2ου τάγματος, είχε οδηγήσει για άσκηση τους εθνοφρουρούς, σε ορύγματα, υπό συνθήκες υψηλών θερμοκρασιών, σήμερα Σάββατο, ημέρα υποτίθεται ξεκούρασης. Αποτέλεσμα ήταν ένας εκ των εθνοφρουρών να καταρρεύσει, ενώ ακολούθησαν ακόμη πιο έντονες διαμαρτυρίες για την στάση του συγκεκριμένου διοικητή». Μετά την είδηση αναγράφονταν οι λέξεις «ΦΩΤΟ ΑΡΧΕΙΟ» Ο παραπονούμενος ανέφερε ότι διεξήχθη αστυνομική έρευνα και ότι ο συντάκτης της είδησης σε κατάθεσή του ανέφερε ότι έλαβε την πληροφορία από αξιόπιστη πηγή του, την οποία, αφού την διασταύρωσε και την επιβεβαίωσε, τη δημοσίευσε». Ο παραπονούμενος ανέφερε πώς «ο ανακριτικός φάκελος που συμπληρώθηκε από την Αστυνομία και εστάλη στη στην Νομική Υπηρεσία, η οποία έδωσε οδηγίες όπως ο δημοσιογράφος μη διωχθεί ποινικά, παρόλο που παρόμοια δημοσιεύματα θα μπορούσαν να επιφέρουν ζημιά και να αποβούν επιζήμια για το δημόσιο συμφέρον. Ο συντάκτης της είδησης Ονούφριος Σωκράτους απάντησε στο παράπονο αναφέροντας ότι το ρεπορτάζ του στηρίχθηκε σε πραγματικό γεγονός που έλαβε χώρα στα πλαίσια στρατιωτικής άσκησης, όπως ακριβώς αποδίδεται στο δημοσιευθέν κείμενο, το οποίο έφτασε κοντά του υπό μορφή πληροφοριών, τόσο από την οικογένεια του φαντάρου, όσο και από δεύτερο πρόσωπο, το οποίο φέρει στρατιωτικό αξίωμα. Επίσης ανέφερε ότι η οικογένεια του φαντάρου αναστατωμένη επικοινώνησε μαζί του τηλεφωνικά, κάνοντας αναφορά στο περιστατικό. Ενώ η αρχική τους πρόθεση ήταν να προχωρήσουν σε καταγγελία, ο εν λόγω στρατιώτης «προειδοποιήθηκε» για τις συνέπειες από το διοικητή που εμπλέκεται στην υπόθεση, «αναγκάζοντας το οικείο περιβάλλον του στρατιώτη να κάνει δεύτερες σκέψεις» Περαιτέρω, ανέφερε ότι η δεύτερη πηγή πληροφόρησής του είναι πρόσωπο το οποίο γνωρίζει από χρόνια, του οποίου την αξιοπιστία εμπιστεύεται γιατί δεν τον άφησε ποτέ εκτεθειμένο. Η Επιτροπή, αφού μελέτησε το κείμενο της είδησης, το περιεχόμενο του παραπόνου και την απάντηση του συντάκτη, αποφάσισε ότι ο δημοσιογράφος προέβη σε διασταύρωση των πληροφοριών του. Ωστόσο η Επιτροπή αποφάσισε ότι θα ήταν ορθότερο να δοθεί στην Εθνική Φρουρά το δικαίωμα της απάντησης και σχολιασμού των πληροφοριών, κατά προτίμηση πριν από τη δημοσίευση της είδησης, σύμφωνα με την πρόνοια του άρθρου 2 του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας.
ΠΡΟΝΟΙΑ/EΣ ΚΩΔΙΚΑ:
ΜΜΕ:
ΑΡ. ΠΑΡΑΠΟΝΟΥ:
12/2017
ΗΜ. ΑΠΟΦΑΣΗΣ:
11/04/2017
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ:
ΝΑΙ
Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας, σε συνεδρία της στις 11 Απριλίου, 2017, εξέτασε την κατάσταση που δημιουργήθηκε όσον αφορά στην εμπλοκή και το ρόλο μερίδας των Μέσων Μαζικής Επικοινωνίας στην καλλιέργεια κλίματος μίσους και μισαλλοδοξίας στον τόπο (υπόθεση 12/10/4/2017), με αφορμή ακραία δημοσιεύματα, που έκρινε ότι ήταν εκτός των πλαισίων των προνοιών του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας. Ενδελεχής εξέταση των υφιστάμενων δεδομένων από την Επιτροπή κατέδειξε πως μερίδα των ΜΜΕ και κατ’ επέκταση λειτουργοί των μέσων παραβιάζουν το Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας, κατά τρόπο που η Επιτροπή κρίνει όχι μόνο ως επιλήψιμο σε σχέση με τον Κώδικα, αλλά και επικίνδυνο σε σχέση με τη δημιουργία καταστάσεων μίσους, μισαλλοδοξίας και ρατσισμού, στην αποτροπή των οποίων ο Κώδικας αποβλέπει. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή θεωρεί χρήσιμο και επιβεβλημένο να υπενθυμίσει στους λειτουργούς των Μέσων Μαζικής Επικοινωνίας τις σχετικές πρόνοιες του Κώδικα: 1. Τα Μ.Μ.Ε. μεριμνούν ώστε να μη δημοσιεύονται ανακριβείς, παραπλανητικές, φανταστικές ή διαστρεβλωτικές της αλήθειας ειδήσεις, πληροφορίες ή σχόλια. Σε περίπτωση που έχει συμβεί κάτι τέτοιο χωρούν σε άμεση διόρθωση ή και απολογία. Τα Μ.Μ.Ε., ενώ έχουν δικαίωμα να υποστηρίζουν συγκεκριμένες θέσεις, εν τούτοις θα πρέπει να καθιστούν σαφή τη διάκριση μεταξύ γεγονότος και σχολίου ή εικασίας. 2. Τα Μ.Μ.Ε. αποφεύγουν οποιαδήποτε απ’ ευθείας ή άλλη αναφορά εναντίον προσώπου η οποία περιέχει στοιχεία προκατάληψης με βάση τη φυλή, το χρώμα, τη γλώσσα, τη θρησκεία, τις πολιτικές ή άλλες πεποιθήσεις, την εθνική ή κοινωνική προέλευση, την περιουσία, την καταγωγή, την ηλικία ή άλλο καθεστώς, περιλαμβανομένης της φυσικής ή διανοητικής ασθένειας ή αναπηρίας. Επί πλέον, οι λειτουργοί των ΜΜΕ οφείλουν, με βάση τον Κώδικα, να επιδεικνύουν ήθος, αξιοπρέπεια, εντιμότητα, διαγωγή, συμπεριφορά και επαγγελματικό επίπεδο της υψηλότερης δυνατής στάθμης και να σέβονται και προάγουν τη δημοκρατία, τις πανανθρώπινες αξίες, τα ανθρώπινα δικαιώματα και της βασικές ελευθερίες όλων. Επίσης ο Κώδικας προβλέπει ότι οι δημοσιογράφοι και τα ΜΜΕ δεν προβαίνουν σε ανοίκειες προσωπικές επιθέσεις και υβριστικούς και προσβλητικούς χαρακτηρισμούς που διασύρουν την τιμή και υπόληψη. Παράλληλα, η Επιτροπή επισημαίνει πως η εθνική νομοθεσία έχει καταστήσει ποινικά αδικήματα την καλλιέργεια μίσους και ρατσισμού με οποιοδήποτε τρόπο. Πέραν των πιο πάνω, η Επιτροπή συνιστά την αποφυγή υβριστικών χαρακτηρισμών, που υποβιβάζουν το δημοσιογραφικό λειτούργημα. Παράλληλα, η Επιτροπή πιστεύει ότι οι δύσκολοι καιροί που περνά ο τόπος και η κοινωνία επιβάλλουν σε όλους ανεκτικότητα και σεβασμό προς την άλλη άποψη και ιδεολογία, καθώς και νηφάλια συζήτηση στη βάση επιχειρημάτων και όχι συνθημάτων ή χαρακτηρισμών. Η Επιτροπή ευελπιστεί ότι θα υπάρξει ανταπόκριση στην έκκλησή της για σεβασμό του Κώδικα. ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΚΗΣ ΔΕΟΝΤΟΛΟΓΙΑΣ 18/4/2017
ΠΡΟΝΟΙΑ/EΣ ΚΩΔΙΚΑ:
ΜΜΕ:
ΑΡ. ΠΑΡΑΠΟΝΟΥ:
5/2017
ΗΜ. ΑΠΟΦΑΣΗΣ:
11/04/2017
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ:
ΝΑΙ
Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας εξέτασε υπόθεση (5/1/3/2017) με αφορμή επιστολή της Επιτρόπου Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού που κοινοποιήθηκε στην Επιτροπή, σύμφωνα με την οποία η εφημερίδα «Πολίτης» δημοσίευσε είδηση για καταγγελία νεαρής ότι ο πατέρας της την κακοποιούσε σεξουαλικά από την ηλικία των δώδεκα ετών. Η είδηση αναπαράχθηκε από την ιστοσελίδα «TOTHEMAONLINE” με αποτέλεσμα να κυκλοφορήσει ευρύτατα λόγω αναπαραγωγής της στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Η Επίτροπος επισήμανε ότι στοιχεία που περιλήφθηκαν στην είδηση θα μπορούσαν να οδηγήσουν στην αναγνώρισή της νέας από το ευρύτερο σχολικό και φιλικό της περιβάλλον, όπως η ηλικία της, η ηλικία κατά την οποία κακοποιήθηκε για πρώτη φορά και ύστερα από κάποιο γεγονός που ήταν γνωστό στο συγγενικό περίγυρο, η ηλικία του πατέρα και ή επαρχία καταγωγής. Η Επίτροπος ανέφερε ότι πληροφορήθηκε πως ο τρόπος παρουσίασης της είδησης είχε δυσμενείς επιπτώσεις στη νέα, επισημαίνοντας: «Η ανήλικη βιώνει έντονο άγχος γιατί ανησυχεί ότι οι πληροφορίες αυτές ενδεχομένως να οδηγήσουν στην αναγνώρισή της από το ευρύτερο σχολικό και φιλικό της περιβάλλον ενώ η συμπερίληψη των λεπτομερειών των περιστατικών της κακοποίησης που υπέστη οδήγησε σε δευτερογενή επαναθυματόποιησή της και δημόσιο εξευτελισμό. Λόγω των πιο πάνω η ανήλικη αρνείται να πάει σχολείο και αμφισβητεί την ορθότητα της απόφασής της να καταγγείλει το περιστατικό στην Αστυνομία.» Εξ άλλου η Επίτροπος επισήμανε πως παρόμοια δημοσιεύματα που τείνουν να αποκαλύψουν την ταυτότητα του θύματος έχουν αντίκτυπο στη ζωή του και παράλληλα λειτουργούν αποτρεπτικά σε άλλα θύματα σεξουαλικής κακοποίησης να σπάσουν τη σιωπή τους και να προβούν σε καταγγελία. Από πλευρά του «Πολίτη» προσήλθε και παρέθεσε τις απόψεις της εφημερίδας ο Αρχισυντάκτης της Σωτήρης Παρούτης, που ανέφερε πως ήταν με έκπληξη που είδε την επιστολή της Επιτρόπου, γιατί, όπως υποστήριξε, η εφημερίδα τήρησε τη δεοντολογία προστατεύοντας το θύμα από έκθεση στην κοινωνία. Υποστήριξε πως η μόνη λεπτομέρεια που δίδει κάποια ένδειξη είναι η αναφορά της επαρχίας, η οποία όμως είναι ευρεία περιφέρεια. Εξ άλλου, ανέφερε ότι παρόμοια δημοσιεύματα δίδουν το μήνυμα πως γίνονται παρόμοιες καταγγελίες από γυναίκες και συνεπώς αποτελούν προτροπή και ενθάρρυνση για άλλα θύματα να σπάσουν τη σιωπή τους και να μιλήσουν. Επίσης ανέφερε πως θεωρεί υπερβολικές τις επισημάνσεις της Επιτρόπου γιατί από τη μια οι λεπτομέρειες δεν ήταν δυνατό να οδηγήσουν σε αναγνώριση του θύματος και από την άλλη το θύμα ήταν φυσικό να αισθάνεται άσχημα και να βασανίζεται για όσα του συνέβησαν. Η Επιτροπή αφού εξέτασε επισταμένα τις εκατέρωθεν απόψεις, αποφάσισε ότι οι λεπτομέρειες που περιλήφθηκαν στην είδηση ως προς την ηλικία του θύματος, του πατέρα, τις συνθήκες κακοποίησης και την Επαρχία καταγωγής ήταν αρκετές να οδηγήσουν στην αποκάλυψη της ταυτότητας του θύματος σε άτομα του άμεσου περίγυρου του που γνωρίζουν τα στοιχεία αυτά, ή και ευρύτερα. Περαιτέρω, η Επιτροπή έκρινε ότι οι λεπτομέρειες αυτές δεν ήταν απαραίτητες για την είδηση, που στην προκειμένη περίπτωση ήταν η καταγγελία μιας νέας ότι ο πατέρας της την κακοποιούσε σεξουαλικά, και όχι η ηλικία των εμπλεκομένων και οι περιστάσεις. Επίσης αποφάσισε ότι δεν χρειάζονταν οι λεπτομέρειες που αναφέρθηκαν προκειμένου να δοθεί το μήνυμα ότι υπάρχουν γυναίκες που τολμούν να καταγγείλουν τη σεξουαλική τους κακοποίηση και ότι αντίθετα θα ήταν δυνατό να αποτρέψουν καταγγελίες από άλλες γυναίκες από φόβο μήπως και στη δική τους περίπτωση ενδεχομένως να δημοσιευθούν λεπτομέρειες που θα αποκάλυπταν την ταυτότητά τους σε άτομα του περιγύρου τους ή και ευρύτερα. Όπως επανειλημμένα η Επιτροπή επισήμανε σε προηγούμενες αποφάσεις της, η αναγνώριση δεν είναι ανάγκη να γίνει μεταξύ ενός μεγάλου κύκλου ανθρώπων. Ακόμη και ένας μόνο άνθρωπος να μπορεί να προβεί σε αναγνώριση κάποιου είναι αρκετό να συντελεσθεί η παράβαση. Η Επιτροπή θεωρεί ότι, ι διαίτερα σε περιπτώσεις σεξουαλικών εγκλημάτων, είναι χειρότερο το θύμα να αναγνωρισθεί από άτομα του μικρού περίγυρου της οικογένειας ή των φίλων παρά από ένα ευρύτερο κύκλο για να του προκαλείται πόνος ή να επιτείνεται ο πόνος του. Κατά συνέπεια η Επιτροπή αποφάσισε ότι το δημοσίευμα συνιστά παραβίαση της ειδικής πρόνοιας περί σεξουαλικών εγκλημάτων που προβλέπει: «Τα Μ.Μ.Ε. δεν αποκαλύπτουν άμεσα ή έμμεσα την ταυτότητα των θυμάτων βιασμού και άλλων σεξουαλικών αδικημάτων και δεν δημοσιεύουν ή αναπαράγουν λεπτομέρειες, ο οποίες είναι δυνατό να προκαλέσουν ή να επιτείνουν τον ανθρώπινο πόνο. Ειδικότερα, στην περίπτωση παιδιών ισχύουν τα πιο κάτω: (α) Ουδέποτε αποκαλύπτεται, άμεσα ή έμμεσα, η ταυτότητα παιδιών ηλικίας κάτω των 16 ετών, που είναι παραπονούμενοι, μάρτυρες ή κατηγορούμενοι σε υποθέσεις διάπραξης σεξουαλικών αδικημάτων. (β) Ο όρος «αιμομιξία» δεν χρησιμοποιείται και ή κατηγορία περιγράφεται ως σοβαρό αδίκημα εναντίον παιδιών ή ενηλίκων ή με άλλη κατάλληλη παρόμοια περιγραφή. (γ) Δεν γίνεται οποιαδήποτε άμεση ή έμμεση αναφορά σε συγγένεια ή άλλη σχέση του κατηγορουμένου και του παιδιού». Η Επιτροπή αποφάσισε, περαιτέρω, ότι το δημοσίευμα αντιβαίνει και προς τη γενική πρόνοια του Κώδικα ότι οι δημοσιογράφοι «είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί και διακριτικοί στην παρουσίαση θεμάτων όπως η βία, το έγκλημα, τα σεξουαλικά παραπτώματα…». Ως προς την ιστοσελίδα TOTHEMAONLINE, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι υπήρξε παράλειψη συνεργασίας στη διερεύνηση του παραπόνου και συνεπώς παραβίαση της σχετικής ρητής πρόνοιας του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας για την υποχρέωση συνεργασίας των ΜΜΕ με την Επιτροπή. Ως προς την ουσία του παραπόνου, η Επιτροπή αποφάσισε ότι έχουν εφαρμογή όσα αναφέρθηκαν και στην περίπτωση του «Πολίτη».
ΠΡΟΝΟΙΑ/EΣ ΚΩΔΙΚΑ:
ΜΜΕ:
ΑΡ. ΠΑΡΑΠΟΝΟΥ:
7/2017
ΗΜ. ΑΠΟΦΑΣΗΣ:
11/04/2017
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ:
ΝΑΙ
Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας εξέτασέ παράπονο (7/7/3/2017) για μετάδοση ανακριβούς πληροφόρησης από τον τηλεοπτικό σταθμό ΑΛΦΑ σε σχέση με τη διοργάνωση αντιπολεμικής δικοινοτικής εκδήλωσης στις 4 Μαρτίου, 2017, στη νεκρή ζώνη του Λήδρα Πάλας στη Λευκωσία. Όπως ανέφερε το μέλος της Επιτροπής Χρίστος Χριστοφίδης, ο παρουσιαστής του δελτίου, προαγγέλλοντας τις κυριότερες ειδήσεις, ανακριβώς ανέφερε ότι διαδηλωτές που μπήκαν στη ουδέτερη ζώνη στη διάρκεια αντιμιλιταριστικής εκδήλωσης και από τις δύο πλευρές της πράσινης γραμμής «συνεπλάκησαν με άνδρες της UNFICYP στη νεκρή ζώνη». Όπως ανέφερε, στην πραγματικότητα οι διαδηλωτές που μπήκαν στη νεκρή ζώνη και έμειναν αρκετή ώρα απέναντι σε στρατιώτες της ειρηνευτικής δύναμης σε καμμιά περίπτωση ήλθαν σε επαφή ή συνεπλάκησαν με τους στρατιώτες της ειρηνευτικής δύναμης. Στην κύρια είδηση που ετοίμασε η Μαρία Μασούρα, που μεταδόθηκε στο δελτίο ειδήσεων μεταδόθηκε η πραγματικότητα, δηλαδή ότι οι διαδηλωτές στάθηκαν απέναντι στους παραταγμένους στρατιώτες της ΟΥΝΦΙΚΥΠ αλλά δεν διαδραματίστηκε κανένα επεισόδιο. Σύμφωνα με το παράπονο, η ανακρίβεια που μετέδωσε ο παρουσιαστής παραβιάζει την πρόνοια του Κώδικα περί ακρίβειας των πληροφοριών και μη μετάδοσης παραπλανητικών ειδήσεων, με κίνδυνο να προκαλέσει τα αισθήματα του κόσμου, είτε εναντίον των διαδηλωτών, είτε εναντίον των στρατιωτών της UNFICYP. Ο Γ. Διευθυντής Ενημέρωσης του Αλφα Γιώργος Τσαλακός ενημέρωσε την Επιτροπή ότι η προαγγελία και το βίντεο με τις κύριες ειδήσεις της ημέρας ετοιμάστηκε το απόγευμα στη βάση των πρώτων πληροφοριών. Όπως ανέφερε, η προαγγελία δεν άλλαξε όταν υπήρξε η πλήρης εικόνα, λόγω παράβλεψης. Περαιτέρω ανέφερε ότι αυτό δεν έγινε με πρόθεση και ότι απόδειξη ήταν το γεγονός το γεγονός πως το ρεπορτάζ ήταν σωστό. Ο κ. Τσαλακός απολογήθηκε για το λάθος και εξέφρασε προθυμία για επανόρθωση. Η Επιτροπή αποφάσισε ότι, στη βάση και της παραδοχής του κ. Τσαλακού, ο τηλεοπτικός σταθμός προέβη σε ανακριβή πληροφόρηση, κατά παράβαση του άρθρου 1 του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας περί της υποχρέωσης των ΜΜΕ και των Δημοσιογράφων να μεριμνούν ώστε να μη μεταδίδονται ανακριβείς και παραπλανητικές πληροφορίες. Η Επιτροπή σημείωσε την απολογία του κ. Τσαλακού για το λάθος και την προθυμία του για επανόρθωση.
ΠΡΟΝΟΙΑ/EΣ ΚΩΔΙΚΑ:
ΜΜΕ:
ΑΡ. ΠΑΡΑΠΟΝΟΥ:
1/2017
ΗΜ. ΑΠΟΦΑΣΗΣ:
14/02/2017
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ:
ΝΑΙ
Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας εξέτασε παράπονο (1/3/1/2017) από την Τόνια Σταυρινού εναντίον της ιστοσελίδας reporter.com για αναδημοσίευση είδησης σχετικά με βιασμό μητέρας και κόρης από το ίδιο άτομο στη δεκαετία του 1990, η οποία στηρίχθηκε στη δικαστική απόφαση με την οποία ο δράστης καταδικάστηκε σε φυλάκιση. Η παραπονούμενη ανέφερε ότι με την «άθλια ενέργεια» της ιστοσελίδας να ξεθάψει τη δικογραφία μιας υπόθεσης που πάει πίσω 20 χρόνια, αναβιώνοντας λεπτομέρειες της υπόθεσης, τα θύματα υποβλήθηκαν στην ίδια δοκιμασία και ξανάζησαν το φρικιαστικό βιασμό τους. Η είδηση στην ιστοσελίδα, κάτω από τον τίτλο «Βίαζε την κόρη, η μάνα άκουγε έγκλειστη στο πορτ-μπαγκάζ και μετά… το αντίστροφο» ανέφερε τη χρονολογία της υπόθεσης με αναφορά στο μήνα και το έτος, την ηλικία των δύο γυναικών και του βιαστή και περιέγραφε με κάθε λεπτομέρεια τον επανειλημμένο βιασμό των δύο θυμάτων. Στην είδηση, μάλιστα, επισημάνθηκε πως τα θύματα ξανάζησαν το βιασμό τους κατά τη δίκη του βιαστή, κατά την οποία ο ίδιος υπέβαλε τις δύο γυναίκες σε σαδιστική αντεξέταση, δεδομένου ότι εμφανίστηκε χωρίς δικηγόρο. Κατά την εξέταση της υπόθεσης κλήθηκε και προσήλθε ενώπιον της Επιτροπής η παραπονούμενη η οποία ανέφερε ότι συνέπεια της αναδημοσίευσης ήταν αδιαμφισβήτητα η πρόκληση ανθρώπινου πόνου και η επιβάρυνση της ψυχολογικής κατάστασης των δύο θυμάτων του βιασμού. Η παραπονούμενη ανέφερε πως μετά το δημοσίευμα απευθύνθηκε στη δημοσιογράφο Ντίνα Κλεάνθους, που υπέγραψε το ρεπορτάζ και ζήτησε να αφαιρεθεί η ανάρτηση, αλλά το μόνο που η δημοσιογράφος έκαμε ήταν να απαλείψει κάποιες από τις λεπτομέρειες στην περιγραφή του διπλού κατ’ επανάληψη βιασμού. Στη συνεδρία της Επιτροπής κλήθηκε επίσης και η Ντίνα Κλεάνθους για να παραθέσει τις απόψεις της επί του παραπόνου. Ανέφερε πως δεν υπήρχε καμιά σκοπιμότητα πίσω από την αναδημοσίευση της είδησης, που έγινε στο πλαίσιο της πρακτικής της ιστοσελίδες να κάνει αναδρομή σε παλιές δικαστικές αποφάσεις με ενδιαφέρον, κυρίως αυτές που αναφέρονταν σε δολοφονίες και άλλα εγκλήματα. Είπε ότι αναδημοσίευσε την είδηση χωρίς να σκεφθεί πως θα ήταν δυνατό να προκαλέσει ενόχληση ή πόνο στα θύματα. Πρόσθεσε πως συνειδητοποίησε το γεγονός αυτό όταν πήρε τηλεφώνημα από την Τόνια Σταυρινού και διάβασε μια σχετική ανάρτηση σε μέσο κοινωνικής δικτύωσης για το δημοσίευμά της. Ανέφερε πως τώρα έχει συνειδητοποιήσει τις πιθανές επιπτώσεις από την αναδημοσίευση ειδήσεων και για το λόγο αυτό απέφυγε να δημοσιεύσει ύστερα από μερικές ημέρες άλλη είδηση για βιασμό. Η Επιτροπή εξέτασε το παράπονο υπό των πρίσμα των γενικών αρχών του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας που επιβάλλουν στους δημοσιογράφους την υποχρέωση να «επιδεικνύουν την αρμόζουσα ευαισθησία…και είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί και διακριτικοί στην παρουσία θεμάτων όπως η βία, το έγκλημα, τα σεξουαλικά παραπτώματα και ο ανθρώπινος πόνος…καθώς και πληροφοριών ή εικόνων που είναι επιβλαβείς ή μπορούν να προκαλέσουν πανικό ή φρίκη ή αποτροπιασμό, κυρίως στα παιδιά». Επίσης έλαβε υπόψη την ειδική πρόνοια του άρθρου 10 περί σεξουαλικών εγκλημάτων, που προβλέπει ότι «τα Μ.Μ.Ε. δεν αποκαλύπτουν άμεσα ή έμμεσα την ταυτότητα των θυμάτων βιασμού και άλλων σεξουαλικών αδικημάτων και δεν δημοσιεύουν ή αναπαράγουν λεπτομέρειες, ο οποίες είναι δυνατό να προκαλέσουν ή να επιτείνουν τον ανθρώπινο πόνο». Η Επιτροπή θεωρεί ότι η παράθεση στην είδηση λεπτομερειών όπως ο μήνας και ο χρόνος του βιασμού και η ηλικία της κόρης κατά το χρόνο του επεισοδίου, καθώς και λεπτομερείς ανατριχιαστικές λεπτομέρειες του βιασμού, δεν αφήνει την παραμικρή αμφιβολία στα θύματα ότι επρόκειτο για τη δική τους εμπειρία, με αποτέλεσμα να ξαναζήσουν μια τρίτη φορά το μαρτύριό τους. Επίσης αποφάσισε ότι οι λεπτομέρειες είναι ενδεχόμενο να οδηγήσουν ακόμα και στην ταυτοποίησή τους από άτομα του περίγυρού τους ή άτομα που έχουν γνώση της υπόθεσης. Η Επιτροπή επισημαίνει πως, με βάση έγκυρες επιστημονικές απόψεις, ο βιασμός είναι το χειρότερο ίσως μαρτύριο στο οποίο μπορεί να υποβληθεί μια γυναίκα, το οποίο δεν είναι δυνατό να λησμονήσει ή να ξεπεράσει σε όλη της τη ζωή. (ίδε και http://www.joyfulheartfoundation.org/learn/sexual-assault-rape/effects-sexual-assault-and-rape Η Επιτροπή επισήμανε το γεγονός πως στην είδηση περιλήφθηκε και το απόσπασμα της δικαστικής απόφασης που ανέφερε: «Η μητέρα παρακολουθείται συνεχώς από ψυχίατρο και αισθάνεται ότι η ζωή της έχει τελειώσει. Η ανήλικη υποφέρει από ευερεθιστότητα με παροδικές εκρήξεις θυμού και αίσθημα καχυποψίας και επιφυλακτικότητας για τρίτα πρόσωπα. Ο βιασμός της άφησε ανεξίτηλη μελανή σφραγίδα στο ψυχικό της κόσμο που δύσκολα μπορεί να εξαλειφθεί». Επίσης επισήμανε πως στην είδηση που αναδημοσιεύθηκε υπάρχει η πιο κάτω αναφορά: «Η δοκιμασία των παραπονουμένων συνεχίστηκε και στο Κακουργιοδικείο. Αντεξετάστηκαν, πρώτα από το δικηγόρο του κατηγορούμενου και ακολούθως, αφού έπαυσε το δικηγόρο του, από τον ίδιο τον 33χρονο, με ιδιαίτερη βαναυσότητα και για αδικαιολόγητα μεγάλο χρονικό διάστημα. Αναγκάστηκαν να ζήσουν για δεύτερη φορά τις φρικτές τους εμπειρίες και, ταυτόχρονα, να δώσουν εξηγήσεις για προσωπικά θέματα που δεν είχαν παρά οριακή ή καθόλου σχέση με την υπόθεση. Τους τέθηκε σωρεία ατεκμηρίωτων υποβολών με μοναδικό σκοπό την αναστάτωσή τους, την καταρράκωση του ηθικού τους και, αν ήταν δυνατόν, την κατάρρευσή τους μέσα στο Δικαστήριο». Η Επιτροπή πιστεύει ότι αυτές οι δύο αναφορές θα έπρεπε να είχαν κτυπήσει καμπανάκι και να οδηγήσουν στην εύλογη σκέψη πως η αναδημοσίευση της υπόθεσης ύστερα από 20 χρόνια θα ήταν δυνατό να κάμει τα θύματα να ζήσουν για τρίτη φορά τις φρικτές εμπειρίες τους. Η Επιτροπή σημείωσε, πάντως, τη δήλωση της δημοσιογράφου ότι μετά την επισήμανση αυτής της πιθανότητας, είναι προσεκτική στο τι δημοσιεύει. Όμως αυτό δεν μεταβάλλει το γεγονός ότι το δημοσίευμα ήταν δυνατό να επιτείνει τον πόνο και τη ψυχολογική αναστάτωση των δύο γυναικών. Συνεπώς έκρινε πως το δημοσίευμα συνιστούσε παραβίαση των προαναφερθεισών γενικών και ειδικών προνοιών του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας που επιβάλλουν στους δημοσιογράφους και στα ΜΜΕ την υποχρέωση να επιδεικνύουν ιδιαίτερη μέριμνα όταν ασχολούνται με υποθέσεις βίας και εγκλημάτων και να αποφεύγουν την πρόκληση ή την επίταση του ανθρώπινου πόνου και επίσης να μη δημοσιεύουν λεπτομέρειες που είναι δυνατό να οδηγήσουν στην αναγνώριση θυμάτων βιασμού.
ΠΡΟΝΟΙΑ/EΣ ΚΩΔΙΚΑ:
ΜΜΕ:
ΑΡ. ΠΑΡΑΠΟΝΟΥ:
2/2017
ΗΜ. ΑΠΟΦΑΣΗΣ:
14/02/2017
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ:
ΝΑΙ
Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας εξέτασε παράπονο (2/3/1/2017) από την Τόνια Σταυρινού εναντίον της ιστοσελίδας APOKALIPSI για αναδημοσίευση είδησης σχετικά με βιασμό μητέρας και κόρης από το ίδιο άτομο στη δεκαετία του 1990, η οποία στηρίχθηκε στη δικαστική απόφαση με την οποία ο δράστης καταδικάστηκε σε φυλάκιση. δεκαετίες για τη δικαστική υπόθεση βιασμού. Η παραπονούμενη ανέφερε ότι με την «άθλια ενέργεια» της ιστοσελίδας, να ξεθάψει τη δικογραφία μιας υπόθεσης που πάει πίσω 20 χρόνια, αναβιώνοντας λεπτομέρειες της υπόθεσης, τα θύματα υποβλήθηκαν στην ίδια δοκιμασία και ξανάζησαν το φρικιαστικό βιασμό τους. Η είδηση, που ανέφερε ως πηγή την ιστοσελίδα ρεπόρτερ και δημοσιεύθηκε κάτω από τον τίτλο «Βίαζε την κόρη, η μάνα άκουγε έγκλειστη στο πορτ-μπαγκάζ και μετά… το αντίστροφο» ανέφερε τη χρονολογία της υπόθεσης με αναφορά στο μήνα και το έτος, την ηλικία των δύο γυναικών και του βιαστή και περιέγραφε με κάθε λεπτομέρεια τον επανειλημμένο βιασμό των δύο θυμάτων. Στην είδηση, μάλιστα, επισημάνθηκε πως τα θύματα ξανάζησαν το βιασμό κατά τη δίκη του βιαστή, κατά την οποία ο ίδιος υπέβαλε τις δύο γυναίκες σε σαδιστική αντεξέταση, δεδομένου ότι εμφανίστηκε χωρίς δικηγόρο. Κατά την εξέταση της υπόθεσης κλήθηκε και προσήλθε ενώπιον της Επιτροπή η παραπονούμενη η οποία ανέφερε ότι συνέπεια της αναδημοσίευσης ήταν αδιαμφισβήτητα η πρόκληση ανθρώπινου πόνου και η επιβάρυνση της ψυχολογικής κατάστασης των δύο θυμάτων του βιασμού. Η παραπονούμενη ανέφερε πως η ιστοσελίδα APOKALIPSI διατήρησε ολόκληρο το αρχικό κείμενο που πήρε από την ιστοσελίδα reporter, με αποτέλεσμα να δουν το φως της δημοσιότητας ακόμη πιο αποτρόπαιες λεπτομέρειες του βιασμού, τις οποίες η συντάκτρια της είδησης στο ρεπόρτερ απάλειψε ύστερα από δική της παρέμβαση για πλήρη αφαίρεση της ανάρτησης. Η Επιτροπή απευθύνθηκε δύο φορές προς την ιστοσελίδα apokalipsi.com και ζήτησε τις απόψεις της, χωρίς καμιά ανταπόκριση. Κατά συνέπεια η Επιτροπή αποφάσισε πως η παράλειψη από μέρους της ιστοσελίδας συνιστά παραβίαση της πρόνοιας του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας που προβλέπει ότι: «Τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης και οι Λειτουργοί των αναλαμβάνουν την υποχρέωση να συνεργάζονται με την Επιτροπή κατά τη διεξαγωγή των ερευνών της. Η μη συνεργασία τους συνιστά παραβίαση του παρόντα Κώδικα.» Η Επιτροπή αποφάσισε ότι η αναδημοσίευση ειδήσεων από άλλα μέσα δεν αποτελεί ελαφρυντικό παράγοντα για οποιεσδήποτε παραβιάσεις του Κώδικα ή του νόμου και επισήμανε πως τα ΜΜΕ πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεκτικά και να ελέγχουν τις πληροφορίες οσάκις προβαίνουν σε αναδημοσίευση από άλλα ΜΜΕ. Η Επιτροπή εξέτασε το παράπονο υπό των πρίσμα των γενικών αρχών του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας που επιβάλλουν στους δημοσιογράφους την υποχρέωση να «επιδεικνύουν την αρμόζουσα ευαισθησία…και είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί και διακριτικοί στην παρουσία θεμάτων όπως η βία, το έγκλημα, τα σεξουαλικά παραπτώματα και ο ανθρώπινος πόνος…καθώς και πληροφοριών ή εικόνων που είναι επιβλαβείς ή μπορούν να προκαλέσουν πανικό ή φρίκη ή αποτροπιασμό, κυρίως στα παιδιά». Επίσης έλαβε υπόψη την ειδική πρόνοια του άρθρου 10 περί σεξουαλικών εγκλημάτων, που προβλέπει ότι «τα Μ.Μ.Ε. δεν αποκαλύπτουν άμεσα ή έμμεσα την ταυτότητα των θυμάτων βιασμού και άλλων σεξουαλικών αδικημάτων και δεν δημοσιεύουν ή αναπαράγουν λεπτομέρειες, ο οποίες είναι δυνατό να προκαλέσουν ή να επιτείνουν τον ανθρώπινο πόνο». Η Επιτροπή εξέτασε το παράπονο υπό των πρίσμα των γενικών αρχών του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας που επιβάλλουν στους δημοσιογράφους την υποχρέωση να «επιδεικνύουν την αρμόζουσα ευαισθησία…και είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί και διακριτικοί στην παρουσία θεμάτων όπως η βία, το έγκλημα, τα σεξουαλικά παραπτώματα και ο ανθρώπινος πόνος…καθώς και πληροφοριών ή εικόνων που είναι επιβλαβείς ή μπορούν να προκαλέσουν πανικό ή φρίκη ή αποτροπιασμό, κυρίως στα παιδιά». Επίσης έλαβε υπόψη την ειδική πρόνοια του άρθρου 10 περί σεξουαλικών εγκλημάτων, που προβλέπει ότι «τα Μ.Μ.Ε. δεν αποκαλύπτουν άμεσα ή έμμεσα την ταυτότητα των θυμάτων βιασμού και άλλων σεξουαλικών αδικημάτων και δεν δημοσιεύουν ή αναπαράγουν λεπτομέρειες, ο οποίες είναι δυνατό να προκαλέσουν ή να επιτείνουν τον ανθρώπινο πόνο». Η Επιτροπή θεωρεί ότι η παράθεση στην είδηση λεπτομερειών όπως ο μήνας και ο χρόνος του βιασμού και η ηλικία της κόρης κατά το χρόνο του επεισοδίου, καθώς και λεπτομερείς ανατριχιαστικές λεπτομέρειες του βιασμού, δεν αφήνει την παραμικρή αμφιβολία στα θύματα ότι επρόκειτο για τη δική τους εμπειρία, με αποτέλεσμα να ξαναζήσουν μια τρίτη φορά το μαρτύριό τους. Επίσης αποφάσισε ότι οι λεπτομέρειες είναι ενδεχόμενο να οδηγήσουν ακόμα και στην ταυτοποίησή τους από άτομα του περίγυρού τους ή άτομα που έχουν γνώση της υπόθεσης. Η Επιτροπή επισημαίνει πως, με βάση έγκυρες επιστημονικές απόψεις, ο βιασμός είναι το χειρότερο ίσως μαρτύριο στο οποίο μπορεί να υποβληθεί μια γυναίκα, το οποίο δεν είναι δυνατό να λησμονήσει ή να ξεπεράσει σε όλη της τη ζωή. (ίδε και http://www.joyfulheartfoundation.org/learn/sexual-assault-rape/effects-sexual-assault-and-rape Η Επιτροπή επισήμανε το γεγονός πως στην είδηση περιλήφθηκε και το απόσπασμα της δικαστικής απόφασης που ανέφερε: «Η μητέρα παρακολουθείται συνεχώς από ψυχίατρο και αισθάνεται ότι η ζωή της έχει τελειώσει. Η ανήλικη υποφέρει από ευερεθιστότητα με παροδικές εκρήξεις θυμού και αίσθημα καχυποψίας και επιφυλακτικότητας για τρίτα πρόσωπα. Ο βιασμός της άφησε ανεξίτηλη μελανή σφραγίδα στο ψυχικό της κόσμο που δύσκολα μπορεί να εξαλειφθεί». Επίσης επισήμανε πως στην είδηση που αναδημοσιεύθηκε υπάρχει η πιο κάτω αναφορά: «Η δοκιμασία των παραπονουμένων συνεχίστηκε και στο Κακουργιοδικείο. Αντεξετάστηκαν, πρώτα από το δικηγόρο του κατηγορούμενου και ακολούθως, αφού έπαυσε το δικηγόρο του, από τον ίδιο τον 33χρονο, με ιδιαίτερη βαναυσότητα και για αδικαιολόγητα μεγάλο χρονικό διάστημα. Αναγκάστηκαν να ζήσουν για δεύτερη φορά τις φρικτές τους εμπειρίες και, ταυτόχρονα, να δώσουν εξηγήσεις για προσωπικά θέματα που δεν είχαν παρά οριακή ή καθόλου σχέση με την υπόθεση. Τους τέθηκε σωρεία ατεκμηρίωτων υποβολών με μοναδικό σκοπό την αναστάτωσή τους, την καταρράκωση του ηθικού τους και, αν ήταν δυνατόν, την κατάρρευσή τους μέσα στο Δικαστήριο». Η Επιτροπή πιστεύει ότι αυτές οι δύο αναφορές θα έπρεπε να λειτουργήσουν ως αποτρεπτικός παράγοντας ώστε να μη αναδημοσιευθεί η είδηση Κατά συνέπεια, η Επιτροπή έκρινε πως το δημοσίευμα συνιστούσε παραβίαση των προαναφερθεισών γενικών και ειδικών προνοιών του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας που επιβάλλουν στους δημοσιογράφους και στα ΜΜΕ την υποχρέωση να επιδεικνύουν ιδιαίτερη μέριμνα όταν ασχολούνται με υποθέσεις βίας και εγκλημάτων, να αποφεύγουν την πρόκληση ή την επίταση του ανθρώπινου πόνου και επίσης να μη δημοσιεύουν λεπτομέρειες που είναι δυνατό να οδηγήσουν στην αναγνώριση θυμάτων βιασμού.
ΠΡΟΝΟΙΑ/EΣ ΚΩΔΙΚΑ:
ΜΜΕ:
ΑΡ. ΠΑΡΑΠΟΝΟΥ:
30/2016
ΗΜ. ΑΠΟΦΑΣΗΣ:
18/10/2016
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ:
None
ΠΡΟΝΟΙΑ/EΣ ΚΩΔΙΚΑ:
ΜΜΕ:
ΑΡ. ΠΑΡΑΠΟΝΟΥ:
26/2016
ΗΜ. ΑΠΟΦΑΣΗΣ:
18/10/2016
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ:
ΝΑΙ
Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας εξέτασε παράπονο (26/22/7/2016) από τον Παγκύπριο Σύνδεσμο Νοσηλευτών και Μαιών για ανακριβή πληροφόρηση από τον τηλεοπτικό σταθμό ΣΙΓΜΑ σχετικά με τη μονάδα απεξάρτησης ΑΝΩΣΗ. Το παράπονο ανέφερε ότι στις 7 Ιουνίου, 2016 στην απογευματινή εκπομπή «Μεσημέρι» και στο κύριο δελτίο ειδήσεων του τηλεοπτικού σταθμού την ίδια ημέρα αφέθηκε εμμέσως να εννοηθεί ότι στο χώρο της μονάδας γίνεται χρήση μη νόμιμων εξαρτησιογόνων ουσιών. Ειδκότερα, όπως προκύπτει από την εξέταση μαγνητοσκόπησης της είδησης στο κύριο δελτίου του ΣΙΓΜΑ, ο παρουσιαστής Χρύσανθος Τσουρούλης ανέφερε πως το ρεπορτάζ θα παρουσίαζε αποκαλυπτικές φωτογραφίες που έδειχναν χρησιμοποιημένες σύριγγες και ψυχοφάρμακα που αφέθηκαν παρατημένα στις σκάλες της μονάδας απεξάρτησης του δημοσίου, ενώ στην οθόνη προβάλλονταν σύριγγα και κουταλάκι που χρησιμοποιούν οι χρήστες για μετατροπή του οπίου σε ηρωίνη. Στο ρεπορτάζ της Μικαέλας Κουλέ αναφέρθηκε πώς «πράγματα και θαύματα φαίνονται να γίνονται σε μονάδα νοσηλείας στην οποία δίνουν αγώνα για να απεξαρτικοποιηθούν από παράνομες ουσίες». Στη συνέχεια άτομο με αλλοιωμένη φωνή ανέφερε πως «έχουμε βρει πετάμενες χρησιμοποιημένες σύριγγες…κουτιά από χάπια…ψυχοφάρμακα και ναρκωτικά, χάπια πεταμένα, μικρά τενεκεδάκια τα οποία ήταν καμένα που καταλαβαίνω ότι ήταν οι χρήστες…που τα χρησιμοποιούσαν…για να πάρουν τη δόση τους». Η αφήγηση συνοδευόταν από φωτογραφίες των αναφερθέντων αντικειμένων και σκηνές στις οποίες μια ανθρώπινη σιλουέτα εκινείτο σε απροσδιόριστο χώρο υποβάλλοντας έκνομη δράση. Εκπρόσωπος του Υπουργείου Υγείας που ήταν φιλοξενούμενος ανέφερε πως αυτοί που εισέρχονται στη μονάδα δεν μεταφέρουν μαζί τους ναρκωτικά και ότι γίνεται έλεγχος στη βαλίτσα τους ενώ κατά την παραμονή τους γίνεται τεστ ούρων και «επομένως δεν υπάρχει περίπτωση να κάνει (κανείς) χρήση και να μη το ξέρουμε εμείς.» Εκπρόσωπος του Αντιναρκωτικού Συμβουλίου ανέφερε πως «τα κακώς έχοντα πρέπει να βγαίνουν στην επιφάνεια» και είπε ότι το Συμβούλιο θα εξέταζε ποιες πτυχές των όσων αναφέρθηκαν στο ρεπορτάζ το αφορούσαν. Ο παραπονούμενος Παγκύπριος Σύνδεσμος Νοσηλευτών και Μαιών ανέφερε στο παράπονό του πως «φαίνεται ότι η εν λόγω τηλεοπτική εκπομπή παρουσίασε ατεκμηρίωτες πληροφορίες χωρίς πρώτα να τις διασταυρώσει και βασίζοντας τες μόνο σε στείρες εικασίες». Επίσης ανέφερε πως με βάση τις γενικές διατάξεις του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας, οι λειτουργοί των Μέσων Μαζικής Επικοινωνίας οφείλουν να μη δημοσιεύουν «ανακριβείς, παραπλανητικές, φανταστικές ή διαστρεβλωτικές της αλήθειας ειδήσεις, πληροφορίες ή σχόλια» και να «καθιστούν σαφή τη διάκριση μεταξύ γεγονότος και ερμηνείας, σχολίου ή εικασίας». Σύμφωνα με το παράπονο, "σε καμιά περίπτωση δεν φαίνεται να παρουσιάστηκαν οι πληροφορίες στην εν λόγω τηλεοπτική εκπομπή με τον ορθό τρόπο". Ο Σύνδεσμος εξήγησε πως η ΑΝΩΣΗ στεγάζεται, σε ξεχωριστό τμήμα, στον πρώτο όροφο του παλαιού νοσοκομείου Λεμεσού, ενώ στον ίδιο όροφο στεγάζονται και άλλα τμήματα. Περαιτέρω ανέφερε πως φωτογραφίες που παρουσιάστηκαν στην εν λόγω εκπομπή είχαν παρθεί από το δεύτερο όροφο του ενλόγω κτιρίου, ο οποίος είναι άδειος και δεν βρίσκεται κάτω από την αρμοδιότητα των Υπηρεσιών Ψυχικής Υγείας και σε καμία περίπτωση δεν βρίσκεται κάτω από την διοίκηση ή την εποπτεία της ΑΝΩΣΗΣ. Εξ άλλου, ανέφερε πως ο χώρος του πρώτου ορόφου όπου λειτουργεί η μονάδα απεξάρτησης είναι κλειδωμένος και υπάρχουν κάμερες ασφαλείας σε όλες τις εξόδους και οι θεραπευόμενοι δεν μπορούν να βγουν από το χώρο της μονάδας χωρίς να γίνουν αντιληπτοί, ενώ κατά την εισαγωγή τους στην μονάδα γίνεται έλεγχος των προσωπικών του αντικειμένων και σωματικός έλεγχος. Ο Σύνδεσμος υπέδειξε ότι με βάση τα πιο πάνω «ουδεμία ευθύνη θα μπορούσε να φέρει το νοσηλευτικό προσωπικό της ΑΝΩΣΗΣ για το τι γίνεται σε άλλα τμήματα του κτιρίου». Περαιτέρω ανέφερε ότι ενέργειες όπως το επίμαχο ρεπορτάζ «πλήττουν αδίκως το επαγγελματικό κύρος και την αξιοπρέπεια των νοσηλευτών αλλά και της νοσηλευτικής ως επαγγέλματος» και ότι «τέτοιες ενέργειες μειώνουν λανθασμένα και αχρείαστα την εμπιστοσύνη του κοινού προς τις κρατικές υπηρεσίες υγείας και δημιουργούν τρόμο, πανικό και ανασφάλεια σε μερίδα συνανθρώπων μας που χρήζουν νοσηλείας στην μονάδα όσο και προς τις οικογένειες τους ή σε άλλους που θα ήθελαν να χρησιμοποιήσουν αυτές τις υπηρεσίες». Η Επιτροπή αποτάθηκε για τις απόψεις του ΣΙΓΜΑ επί του θέματος στο Γενικό Διευθυντή Χρύσανθο Τσουρούλη, ο οποίος ανέθεσε το έργο της απάντησης στο παράπονο στη Γογώ Αλεξανδρινού, παρουσιάστρια της εκπομπής «Μεσημέρι και κάτι». Η κ. Αλεξανδρινού ανέφερε ότι ο ΣΙΓΜΑ δεν διατηρεί αρχείο εκπομπών και ρεπορτάζ με συνέπεια να μην ήταν σε θέση να γνωρίζει το ακριβές περιεχόμενό της επίμαχης εκπομπής και πρόσθεσε πως «αντιλαμβάνεστε ότι χωρίς αυτά δεν είμαστε σε θέση να επιχειρηματολογήσουμε και να τεκμηριώσουμε την όποια θέση μας». Πάντως ανέφερε πως εκ μνήμης μπορούσε να πει πως «ότι το ρεπορτάζ αποτελούσε μαρτυρία συγγενικού προσώπου ατόμου, που βρισκόταν στη Μονάδα Άνωση, το οποίο είχε προμηθεύσει το ΣΙΓΜΑ με φωτογραφικό υλικό με χρησιμοποιημένες σύριγγες στο κτίριο που στεγάζεται και η Μονάδα». Πρόσθεσε πως «σε καμία περίπτωση δεν ήταν πρόθεσή μας να μειώσουμε το έργο των νοσηλευτών της Μονάδας» και περαιτέρω ανέφερε «ότι ακόμη και αν έχει γίνει αναφορά δεν είμαστε σε θέση να την καταγράψουμε με σαφήνεια και να δώσουμε σχετικές εξηγήσεις». Κατέληξε αναφέροντας ότι «αν προκαλέσαμε οποιαδήποτε αναστάτωση, αυτό σίγουρα δεν ήταν πρόθεσή μας, και απολογούμαστε γι’ αυτό. Στόχος μας ήταν να καταγραφούν τα όποια κακώς κείμενα ώστε να διορθωθούν άμεσα». Με βάση και δική της παράκληση, η Γραμματεία έθεσε στη διάθεσή της το υλικό που είχε εξασφαλίσει μετά το παράπονο (οπτικογράφηση του ρεπορτάζ) και καταγραφή των αναφερθέντων στην είδηση, αλλά και πάλι δεν υπήρξε ανταπόκριση εκ μέρους της. Κατά την εξέταση του παραπόνου η Επιτροπή θεώρησε ως ύψιστη ανευθυνότητα τις εξηγήσεις που έδωσε η κ. Αλεξανδρινού για την αδυναμία της να προβεί σε συγκεκριμένα σχόλια επί του παραπόνου. Η Επιτροπή αποδοκίμασε έντονα τις δικαιολογίες της Γογώς Αλεξανδρινού για τη μη παράθεση ουσιαστικών απαντήσεων με το δικαιολογητικό ότι δεν είχε το περιεχόμενο της είδησης. Ο ισχυρισμός ότι το ΣΙΓΜΑ δεν διατηρεί αρχείο ειδήσεων είναι αβάσιμος και στην πραγματικότητα συνιστά παράβαση του νόμου περί ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών σταθμών, που επιβάλλει να φυλάσσονται οι εκπομπές για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα. Μετά την αποστολή του σχετικού υλικού από την Επιτροπή, η δικαιολογία ότι δεν μπορούσε να γνωρίζει το περιεχόμενο της είδησης θεωρήθηκε αβάσιμη και ως άρνηση συνεργασίας με την Επιτροπή, κατά παράβαση της πρόνοιας του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας που προβλέπει ότι «τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης και οι Λειτουργοί των αναλαμβάνουν την υποχρέωση να συνεργάζονται με την Επιτροπή κατά τη διεξαγωγή των ερευνών της. Η μη συνεργασία τους συνιστά παραβίαση του παρόντα Κώδικα». Επί της ουσίας του παραπόνου, η Επιτροπή αποφάσισε ότι από την εξήγηση που δόθηκε ότι το ρεπορτάζ στηρίχθηκε σε φωτογραφικό υλικό και δηλώσεις συγγενούς θεραπευομένου στην ΑΝΩΣΗ, προκύπτει πως δεν έγινε καμιά προσπάθεια επιβεβαίωσης των πληροφοριών. Ως αποτέλεσμα, ενώ οι φωτογραφίες είχαν ληφθεί στο δεύτερο όροφο του κτιρίου στο οποίου λειτουργεί η μονάδα τελείως απομονωμένη, με το ρεπορτάζ δόθηκε ευθέως η εντύπωση ότι τα αντικείμενα που φωτογραφήθηκαν βρίσκονταν σε χώρο εντός της μονάδας, που βρισκόταν υπό τον έλεγχο και φύλαξή της. Συνεπώς, η Επιτροπή έκρινε πως οι πληροφορίες που μεταδόθηκαν στο ρεπορτάζ συνιστούσαν κατάφωρη παραβίαση της πρόνοιας περί της ακρίβειας των πληροφοριών, γιατί ο σταθμός στηρίχθηκε αποκλειστικά και μόνο σε ισχυρισμούς και δηλώσεις συγγενικών προσώπων εξαρτωμένων, χωρίς καμιά προσπάθεια διαπίστωσης της ακρίβειας των πληροφοριών. Η σχετική πρόνοια αναφέρει ότι «τα Μ.Μ.Ε. μεριμνούν ώστε να μη δημοσιεύονται ανακριβείς, παραπλανητικές, φανταστικές ή διαστρεβλωτικές της αλήθειας ειδήσεις, πληροφορίες ή σχόλια. Σε περίπτωση που έχει συμβεί κάτι τέτοιο χωρούν σε άμεση διόρθωση ή και απολογία». Όπως προαναφέρθηκε, από την απάντηση της κ. Αλεξανδρινού δεν προκύπτει ότι έγινε καμιά προσπάθεια προς την κατεύθυνση των επιταγών του Κώδικα. Επί πλέον, η Επιτροπή έκρινε ότι το ρεπορτάζ αντανακλούσε στην εργασία των νοσηλευτών-μελών του Συνδέσμου Νοσηλευτών και Μαιών που εργάζονται στην ΑΝΩΣΗ, δίδοντας την εντύπωση πως παραμελούν στοιχειώδη καθήκοντα και ευθύνες και ότι αδιαφορούσαν για τη χρήση ναρκωτικών ουσιών σε ένα ίδρυμα απεξάρτησης. Ως εκ τούτου το ρεπορτάζ θεωρήθηκε ότι συνιστούσε διασυρμό των νοσηλευτών του ιδρύματος κατά παράβαση της πρόνοιας του άρθρου 12 που ορίζει ότι «ο χλευασμός, η διαπόμπευση και ο διασυρμός ατόμων ή ομάδων είναι ανεπίτρεπτος». Περαιτέρω η Επιτροπή διαπίστωσε πως η παρουσίαση αντικειμένων που οδηγούν στον τρόπο χρήση ναρκωτικών ουσιών αντιβαίνει προς τις ερμηνευτικές διατάξεις για την παρουσίαση υποθέσεων χρήσης ναρκωτικών που μεταξύ άλλων ορίζουν πως "δεν περιγράφεται και δεν παρουσιάζεται κανένας τρόπος λήψης ουσιών εξάρτησης ή όργανα παρασκευής ή χρήσης ναρκωτικών ουσιών". Η Επιτροπή αποφάσισε να καλέσει το ΣΙΓΜΑ να μεταδώσει την απόφαση ή ευρεία περίληψή της και να απολογηθεί στους επηρεαζόμενους νοσηλευτές.
ΠΡΟΝΟΙΑ/EΣ ΚΩΔΙΚΑ:
ΜΜΕ:
ΑΡ. ΠΑΡΑΠΟΝΟΥ:
28/2016
ΗΜ. ΑΠΟΦΑΣΗΣ:
18/10/2016
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ:
ΝΑΙ
Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας εξέτασε παράπονο (28/2/8/2016) από τον Αλέξανδρο Μακρυγιάννη, μέλος του προσωπικού της ΑΤΗΚ για δύο κατ’ ισχυρισμό ανακριβή και παραπλανητικά σχόλια-ειδήσεις που δημοσιεύθηκαν στην εφημερίδα «Φιλελεύθερος» στις 28 και 30 Ιουλίου. Τα σχόλια αναφέρονταν σε διακοπές που προσφέρει στα μέλη του το Ταμείο Ευημερίας της ΑΤΗΚ με επικριτική διάθεση για το γεγονός ότι τα μέλη του Ταμείου, μεταξύ των οποίων και διευθυντικά στελέχη της ΑΤΗΚ απολαμβάνουνπιο φθηνές διακοπές σε σχέση με άλλους πολίτες. Το πρώτο σχόλιο, με την υπογραφή Ε.Π. ανέφερε: «Σχεδόν δωρεάν απολαμβάνουν τις ομορφιές της Σκιάθου οι εργαζόμενοι της Cyta, ανάμεσά τους διευθυντές οι οποίοι λαμβάνουν ψηλούς μισθούς. Πληρώνοντας μόνο το ποσό των €350 ανά άτομο, ταξιδεύουν απευθείας από τη Λάρνακα στο γοητευτικό νησί των Σποράδων και διαμένουν για μια εβδομάδα σε ένα από τα πολυτελέστατα ξενοδοχεία του νησιού. Το ποσό των €350 το οποίο καταβάλλουν και για κάθε ένα μέλος της οικογένειάς τους, περιλαμβάνει το αεροπορικό εισιτήριο και τη διαμονή η οποία συνοδεύεται με πλήρη διατροφή. Οι χλιδάτες διακοπές των εργαζομένων ουσιαστικά επιχορηγούνται μέσω του ταμείου ευημερίας των υπαλλήλων, οι οποίοι κάθε μήνα καταβάλουν €3 έκαστος. Επίσης, η Cyta, κάθε τέλος του χρόνου, προσθέτει 3% επί των ετήσιων απολαβών του κάθε εργαζομένου, ποσό με το οποίο πληρώνεται η ασφάλειά τους και όσα χρήματα απομείνουν μεταφέρονται στο ταμείο ευημερίας. Οι υπόλοιποι Κύπριοι μόνο για τα αεροπορικά εισιτήρια πληρώνουν €325…» Υστερα από πολλές αντιδράσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης από υπαλλήλους της ΑΤΗΚ αλλά και μέλη του κοινού, η εφημερίδα δημοσίευσε στις 30 Ιουλίου, 2016, δεύτερο σχόλιο που ανέφερε: «Σάλο προκάλεσε το παραπολιτικό του «Φ» σχετικά με τις επιχορηγημένες διακοπές των εργαζομένων της Cyta στη Σκιάθο. Δεν μπορώ να καταλάβω τον λόγο που υπήρξαν τόσες αντιδράσεις. Οι εργαζόμενοι του Οργανισμού ενοχλήθηκαν γιατί γράψαμε ότι με ποσό €350 πάνε διακοπές με πλήρη διατροφή, αλλά στην πραγματικότητα απολαμβάνουν τις Σποράδες πληρώνοντας ποσό €485 με ημιδιατροφή. Το ζήτημα δεν είναι ούτε τα €350 ούτε τα €485, αλλά είναι ο τρόπος με τον οποίο κάνουν τις διακοπές. Κάθε χρόνο, όπως μας ανέφερε αρμόδια πηγή, η Cyta καταβάλλει στο Ταμείο Ευημερίας, ποσό ύψους €1,4 εκατ. Ο «Φ» ήθελε να κακίσει το γεγονός ότι διευθυντές με μηνιαίους μισθούς άνω των €5.000, χρησιμοποιούν τις προσφορές του Ταμείου για να κάνουν τις διακοπές τους. Για την ιστορία, οι απλοί πολίτες για εισιτήριο και διαμονή στο ίδιο ξενοδοχείο, που είναι τεσσάρων αστέρων και στο οποίο διαμένουν οι εργαζόμενοι του Οργανισμού θα καταβάλουν ποσό €799 το άτομο, ενώ αυτοί μόνο €485. Μήπως τελικά είναι ταμείο ευημερίας διευθυντών;» Ο παραπονούμενος υποστήριξε ότι η δημοσιογράφος εσκεμμένα χρησιμοποίησε τη λέξη «χλιδάτες» (έννοια: προκλητική πολυτέλεια) για να προκαλέσει την αρνητική αντίδραση του αναγνώστη, αφού υπονοεί ότι τα μέλη του Ταμείου Ευημερίας απολαμβάνουν κάτι που δεν είναι εφικτό στους υπόλοιπους Κύπριους. Περαιτέρω, ανέφερε ότι ο χαρακτηρισμός του ποσού των €350 ως ευτελούς συνιστούσε άτοπο και υπέδειξε ότιτα μέλη του Ταμείου δεν κατέβαλαν το ποσό για διαμονή και πλήρη διατροφή 7 ημερών, αλλά €485 ευρώ με ημιδιατροφή. Ο παραπονούμενος ανέφερε ότι και το δεύτερο σχόλιο υπό τον τίτλο «Οι αντιδράσεις εργαζομένων της Cyta» με το οποίο απαντούσε στις επικρίσεις των εργαζομένων στην ΑΤΗΚ ήταν εξίσου παραπλανητικό γιατί ενώ προβαίνει σε διόρθωση των ανακριβών στοιχείων, δεν προέβη σε απολογία και επέμενε να προκαλεί την αρνητική αντίδραση των αναγνωστών συγκρίνοντας το ποσό που καταβάλλει ένα μέλος του Ταμείου (485 ευρώ) με ένα αυθαίρετο ποσό (799 ευρώ) που πληρώνουν άλλα μέλη του κοινού που ενδεχομένως να βρήκε στο διαδίκτυο. Ο παραπονούμενος εξήγησε ότι το Ταμείο Προνοίας ιδρύθηκε από το 1986 με αποστολή, μεταξύ άλλων, την «εξασφάλιση θερινών αναπαυτηρίων κι επιχορήγηση καλοκαιρινών διακοπών». Επίσης εξήγησε πως το κάθε μέλος πληρώνει μηνιαία συνδρομή και η Α.ΤΗ.Κ. καταβάλλει το 3% του ετήσιου μισθού βάσει συλλογικής σύμβασης (μείον τα έξοδα ασφάλισης). Η συλλογική σύμβαση, ανέφερε, δεν μπορεί να αποκλείσει κανέναν υπάλληλο, ακόμα και τους διευθυντές, που αναλογικά καταβάλλουν μεγαλύτερο ποσό, επιχορηγώντας με αυτόν τον έμμεσο τρόπο, τους χαμηλόμισθους υπαλλήλους. Ο παραπονούμενος παρέθεσε λεπτομέρειες της λειτουργίας του Ταμείου αναφέροντας ότι , κάθε χρόνο μέσω προσφορών, διοργανώνονται ταξίδια στο εξωτερικό. Η Σκιάθος είναι ένας αγαπητός προορισμός και για φέτος ζητήθηκαν από τις αρχές του χρόνου προσφορές για 735 διανυκτερεύσεις στο συγκεκριμένο ξενοδοχείο (15 δωμάτια Χ 7 εβδομάδες με τα ανάλογα αεροπορικά εισιτήρια. Ο παραπονούμενος πρόσθεσε πως το Ταμείο εξασφάλισε μέσω καλού προγραμματισμού πολύ καλές τιμές για τα μέλη του, αναφέροντας πως δεν υπάρχει ούτε προκλητική χλιδή, ούτε διάκριση έναντι των υπολοίπων Κυπρίων. Εξ άλλου, ανέφερε ότι υπάρχει ένα μικρό ποσό επιχορήγησης που προέρχεται από χρήματα των μελών του Ταμείου, είτε μέσω της μηνιαίας συνδρομής τους είτε μέσω καταβολής ποσοστού του μισθού τους. Ο τρόπος επιλογής γίνεται με κλήρωση, βασισμένη σε σύστημα μοριοδότησης στην οποία ένας διευθυντής και ένας κλητήρας έχουν ίσες πιθανότητες. Τέλος αναφέρει ότι όλα τα Ταμεία Ευημερίας λειτουργούν με παρόμοιο και ότι αν η δημοσιογράφος ερευνούσε το θέμα δεν θα παρουσίαζε τα δεδομένα με τον συγκεκριμένο τρόπο, προσβάλλοντας τα μέλη. Σύμφωνα με το παράπονο, τα δύο δημοσιεύματα παραβιάζουν τη γενική πρόνοια του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας, που ορίζει ότι «Ο σεβασμός της αλήθειας και του δικαιώματος του πολίτη για αντικειμενική, ολοκληρωμένη και έγκυρη πληροφόρηση αποτελεί υποχρέωση όλων των Μέσων και των λειτουργών των», καθώς και το άρθρο 1 περί Ακρίβειας των Πληροφοριών, που προνοεί τα ακόλουθα:, «Τα Μ.Μ.Ε. μεριμνούν ώστε να μη δημοσιεύονται ανακριβείς, παραπλανητικές, φανταστικές ή διαστρεβλωτικές της αλήθειας ειδήσεις, πληροφορίες ή σχόλια. Σε περίπτωση που έχει συμβεί κάτι τέτοιο προχωρούν σε άμεση διόρθωση ή και απολογία., Τα Μ.Μ.Ε. και οι λειτουργοί των έχουν υποχρέωση να παρέχουν έγκυρη πληροφόρηση στους καταναλωτές». Η Επιτροπή προέβη σε επανειλημμένες υπομνήσεις προς την εφημερίδα, ακόμα και κατά την ημέρα της εξέτασης του παραπόνου, για παράθεση των απόψεών της. Δεδομένου ότι παρήλθαν τρεισήμισι μήνες από την αρχική ενημέρωση της εφημερίδας, η Επιτροπή αποφάσισε να προχωρήσει στην εξέτασή του παραπόνου με βάση τα ενώπιόν της στοιχεία. Η Επιτροπή, αφού διαπίστωσε την καθυστέρηση και την αμέλεια της εφημερίδας να συνεργασθεί στην εξέταση του παραπόνου εξέφρασε δυσφορία για τη στάση αυτή, που ισοδυναμεί με άρνηση συνεργασίας, η οποία συνιστά παραβίαση της πρόνοιας του Κώδικα που αναφέρει ότι «τα ΜΜΕ και οι Λειτουργοί των αναλαμβάνουν την υποχρέωση να συνεργάζονται με την Επιτροπή κατά τη διεξαγωγή των ερευνών της. Η μη συνεργασία τους συνιστά παραβίαση του παρόντα Κώδικα». Επί του παραπόνου, η Επιτροπή αποφάσισε ότι στο πρώτο δημοσίευμα της εφημερίδας περιλήφθηκαν ανακριβείς πληροφορίες ως προς ύψος του ποσού που πλήρωσαν οι υπάλληλοι της ΣΥΤΑ μέλη του Ταμείου Ευημερίας για διακοπές αφού υποστήριξε ότι πλήρωσαν €350 για διαμονή και πλήρη διατροφή 7 ημερών ενώ στην πραγματικότητα πλήρωσαν €485 για διαμονή 7 ημερών με ημιδιατροφή. Το ποσό που αναφέρθηκε για σκοπούς σύγκρισης το οποίο πληρώνουν άλλοι είναι άσχετο και δεν μεταβάλλει το γεγονός πως υπήρξε ανακριβής πληροφόρηση. Η Επιτροπή διαπίστωσε επίσης την προφανή παράλειψη ελέγχου της ακρίβειας των πληροφοριών που δημοσιεύθηκαν και τη συμπερίληψη ελλιπούς ή παραπλανητικής πληροφόρησης ως προς τις προϋποθέσεις κάτω από τις οποίες διευθυντικά στελέχη της ΑΤΗΚ συμμετέχουν στο σχέδιο διακοπών του Ταμείου Ευημερίας. Ο ισχυρισμός που προβάλλεται στο δεύτερο σχόλιο, ότι "ήθελε να κακίσει το γεγονός ότι διευθυντές με μηνιαίους μισθούς άνω των €5.000, χρησιμοποιούν τις προσφορές του Ταμείου" συνιστά επίσης ανακριβή πληροφόρηση, γιατί στο πρώτο σχόλιο σαφώς αναφέρεται στο σύνολο τον υπαλλήλων με τη φράση "σχεδόν δωρεάν απολαμβάνουν τις ομορφιές της Σκιάθου οι εργαζόμενοι της Cyta, ανάμεσά τους διευθυντές οι οποίοι λαμβάνουν ψηλούς μισθούς". Περαιτέρω, διαπίστωσε ότι υπήρξε παραπλάνηση ως προς το έργο και την αποστολή του Ταμείου Ευημερίας που σαφώς αποδοκιμάζεται γιατί εξασφαλίζει φθηνές διακοπές για τα μέλη του ενώ αποστολή του είναι ακριβώς αυτή. Ως προς την καταγγελία ότι χρησιμοποιήθηκαν χαρακτηρισμοί που είναι παραπλανητικοί, όπως χλιδάτες διακοπές και ευτελές ποσό, η Επιτροπή θεώρησε ότι πρόκειται για προσωπικές κρίσεις στις οποίες υπεισέρχεται η υποκειμενική θεώρηση των πραγμάτων, που ο καθένας έχει δικαίωμα να κάνει. Επομένως είναι φυσικό κάποιος να θεωρεί χλιδάτες τις διακοπές ενός συγκεκριμένου επιπέδου που άλλος δεν τις θεωρεί ως τέτοιες και το ποσό των €350 ευτελές, που για κάποιον άλλο είναι μεγάλο. Η Επιτροπή αποφάσισε να καλέσει την εφημερίδα να δημοσιεύσει την απόφαση αυτή ή περίληψή της που να περιλαμβάνει το ουσιώδες μέρος της.
ΠΡΟΝΟΙΑ/EΣ ΚΩΔΙΚΑ:
ΜΜΕ:
ΑΡ. ΠΑΡΑΠΟΝΟΥ:
29/2016
ΗΜ. ΑΠΟΦΑΣΗΣ:
18/10/2016
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ:
ΝΑΙ
Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας εξέτασε παράπονο (29/16/11/2016) από το Διευθυντή της Α’ Τεχνικής Σχολής Λεμεσού Λουκά Παπαντωνίου για δημοσιεύματα στην ιστοσελίδα TOTHEMAONLINE, τα οποία αναφέρονταν σε φερόμενα επεισόδια βίας στο σχολείο. Ο παραπονούμενος ανέφερε ότι τα δημοσιεύματα «δυσφημούν το γόητρο και τη φήμη» του σχολείου και ότι οι πληροφορίες δημοσιεύθηκαν χωρίς να ερωτηθεί η διεύθυνση του σχολείου για να τους δώσει πληροφορίες. Ο διευθυντής του σχολείου ανέφερε στο παράπονό του ότι μετά από επεισόδιο κατά το οποίο εξωσχολικές νεαρές άσκησαν βία σε μαθήτρια της σχολής στις 10 Οκτωβρίου, 2016, η ιστοσελίδα έγραψε ότι «η Α΄ Τεχνική Σχολή Λεμεσού έγινε γνωστή ανά το Παγκύπριο μετά το πασίγνωστο περιστατικό βίας μεταξύ μαθητριών.» Ο παραπονούμενος υποστήριξε ότι το περιστατικό δεν έγινε στο χώρο της σχολής και ότι η μαθήτρια του σχολείου δεν ήταν αυτή που άσκησε βία αλλά υπήρξε το θύμα. Περαιτέρω ανέφερε ότι η ιστοσελίδα ανάρτησε στις 7 Νοεμβρίου, 2016 την πληροφορία ότι «Τα περιστατικά βίας δεν έχουν τελειωμό στην Α΄ Τεχνική Σχολή Λεμεσού. Άγριο Ξύλο και πάλι στην Α΄ Τεχνική Σχολή Λεμεσού! Πατέρας έδειρε καθηγητή θρησκευτικών και ο γιος του τον μισό καθηγητικό σύλλογο.» Ο παραπονούμενος ανέφερε ότι ο μαθητής δεν προέβη σε καμιά πράξη βίας εναντίον καθηγητών, ούτε και βρέθηκε σε φραστική αντιπαράθεση με οποιονδήποτε καθηγητή. Επίσης ανέφερε ότι «ουδείς μαθητής της Σχολής μας προέβη σε πράξη βίας εναντίον οποιουδήποτε.» Ο Διευθυντής Ειδήσεων της ιστοσελίδας Φάνης Μακρίδης, σε γραπτή απάντησή του ανέφερε ότι το σχετικό ρεπορτάζ λήφθηκε από την εφημερίδα Πολίτης που το δημοσίευσε στις 7 Νοεμβρίου. Ανέφερε ότι για το λόγο αυτό φέρει και την ένδειξη: «Επιμέλεια: Τάσος Χριστοδούλου», που υποδηλώνει ότι δεν το υπογράφει ως δικό του αλλά απλώς ότι το επιμελήθηκε. Περαιτέρω ανέφερε ότι την επόμενη ημέρα, 8 Νοεμβρίου, 2016, η ιστοσελίδα επικοινώνησε με καθηγητή που εργάζεται στο υπό αναφορά σχολείο, ο οποίος, κατ’ ισχυρισμό αρνήθηκε να προβεί σε δηλώσεις, αλλά πληροφόρησε το δημοσιογράφο ότι το δημοσίευμα του «ΠΟΛΙΤΗ» δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα. Επίσης ανέφερε ότι στις 9 Νοεμβρίου, 2016, η ιστοσελίδα επικοινώνησε με τον κ. Λουκά Παπαντωνίου, διευθυντή της Τεχνικής Σχολής, ο οποίος σύμφωνα με την απάντηση του κ. Μακρίδη, «μόλις του αναφέραμε ότι ενδιαφερόμαστε να δημοσιεύσουμε την εκδοχή του, αρνήθηκε λέγοντας μεταξύ άλλων: «Μα, τωρά τζιαί να πάει;» Εξ άλλου, ανέφερε ότι στις 8 Νοεμβρίου ιστοσελίδα δημοσιοποίησε την εκδοχή του πατέρα του μαθητή, που δήλωσε ότι «δεν υπήρξε επεισόδιο ξυλοδαρμού», και πρόσθεσε πως ο πατέρας «με απλά λόγια ανέφερε αυτό που επιθυμούσε και ο ίδιος ο κ. Παπαντωνίου», δηλαδή ότι δεν κτυπήθηκαν καθηγητές είτε από τον πατέρα είτε από το γιό του. Ο παραπονούμενος, ενώπιον του οποίου τέθηκαν όσα αναφέρονται στην απάντηση απέφερε ότι πράγματι κάποιος του τηλεφώνησε τη μεθεπόμενη του δημοσιεύματος και ζήτησε τις θέσεις του. Είπε ότι αρνήθηκε να κάμει οποιαδήποτε δήλωση αφ’ ενός γιατί δεν γνώριζε ποιος του τηλεφωνούσε κα αφ’ ετέρου γιατί η ιστοσελίδα δημοσίευσε όσα δημοσίευσε χωρίς να ελέγξει την ακρίβειά τους ή να ζητήσει τις θέσεις της διεύθυνσης του σχολείου και η ζημιά για το σχολείο είχε ήδη γίνει. Εξ άλλου ανέφερε ότι ο καθηγητής, με τον οποίο η ιστοσελίδα ανέφερε ότι επικοινώνησε την επομένη του δημοσιεύματος, δεν ήταν αρμόδιος να ομιλεί εξ ονόματός της διεύθυνσης του σχολείου. Ο Διευθυντής Ειδήσεων της ιστοσελίδας Φάνης Μακρίδης προσήλθε επίσης σε συνεδρία υποεπιτροπής η οποία άκουσε και προφορικά τις θέσεις του, αφού προηγουμένως διενήργησε έρευνα για τα γεγονότα. Η υποεπιτροπή, με βάση τις πληροφορίες που συνέλεξε και τα όσια διαμείφθηκαν στη συνεδρία της, υπέβαλε εισήγηση στην ολομέλεια της Επιτροπής, η οποία, ύστερα από συζήτηση υιοθέτησε το περιεχόμενό της. Η Επιτροπή αποφάσισε ότι ο ισχυρισμός ότι η «Α΄ Τεχνική Σχολή έγινε γνωστή ανά το Παγκύπριο» ήταν κατά βάση ορθή και ανταποκρινόταν στην κατάσταση πραγμάτων, δεδομένου ότι το επεισόδιο μεταξύ μαθητριών έτυχε ευρύτατης δημοσιότητας από το σύνολο σχεδόν των ΜΜΕ και κατά συνέπεια δεν υιοθέτησε την καταγγελία περί δυσφήμισης ή διασυρμού του σχολείου. Επίσης, με βάση τις πληροφορίες, η Επιτροπή αποφάσισε ότι στο σχολείο διαδραματίστηκε επεισόδιο ξυλοδαρμού μεταξύ μαθητριών, και ότι η ιστοσελίδα κατέβαλε προσπάθεια να πάρει τις απόψεις του σχολείου, αν και κακώς δεν το έπραξε πριν από τη δημοσίευση, παρά μόνο την επομένη αποτάθηκε σε καθηγητή που ήταν αναρμόδιος να μιλά για τη σχολή, ενώ οι πλέον αρμόδιοι ήταν ο διευθυντής του σχολείου ή το Υπουργείο Παιδείας. Με βάση τη μελέτη των κειμένων, η Επιτροπή αποφάσισε ότι η είδηση της ιστοσελίδας αποτελούσε σχεδόν αντιγραφή από δημοσίευμα του Πολίτη, παρά το γεγονός ότι ο Διευθυντής Ειδήσεων της ιστοσελίδας υποστήριξε ότι έγινε επιμέλεια της είδησης και όχι αντιγραφή. Αυτό εμφαίνεται από τη σύγκριση των σχετικών κειμένων: THOTHEMAONLINE: Ο πατέρας του μαθητή, με το άκουσμα της απόφασης από τον σύλλογο καθηγητών, φανερά εκνευρισμένος άρχιζε να σπάζει ότι έβρισκε μπροστά του. Στην συνέχεια επιτέθηκε στον καθηγητή θρησκευτικών μέλος του πειθαρχικού χτυπώντας τον με τον γιό του να μπαίνει στον καβγά προς συμπαράσταση του πατέρα του αρχίζοντας και αυτός με την σειρά του να κτυπά μέλη του πειθαρχικού. Νέο περιστατικό βίας ταρακουνά το Υπουργείο Παιδείας - Πατέρας μαθητή έσπασε στο ξύλο καθηγητή στη Λεμεσό Η απίστευτη αυτή ιστορία δεν βγήκε προς τα έξω, ούτε έγινε καταγγελία στην αστυνομία καθώς η διεύθυνση του σχολείου δεν ήθελε να διασυρθεί η φήμη της Τεχνικής ακόμη περισσότερο. ΠΟΛΙΤΗΣ: Ο θερμόαιμος πατέρας έγινε έξω φρενών στο άκουσμα τηςα πόφασης για αποβολή του παιδιού του από το πειθαρχικό στη συνεδρία του οποίου είχε κληθεί και ο ίδιος. Εκνευρισμένος άρχισε να σπάζει ό,τι έβρισκε μπροστά του,ενώ στη συνέχεια επιτέθηκε και χτύπησε τον καθηγητή των θρησκευτικών. Στον καβγά έλαβε μέρος n ο γιος του επιτιθέμενος στα μέλη του πειθαρχικού. Παρά τη σοβαρότητα του επεισοδίου, οι παραπονούμενοι δεν κατήγγειλαν την υπόθεση στην Αστυνομία ισχυριζόμενοι πως δεν επιθυμούν να διασυρθεί το σχολείο στο οποίο υπηρετούν Η παράλειψη αναφοράς του γεγονότος αυτού συνιστούσε παραπλάνηση, κατά παράβαση της σχετικής πρόνοιας του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας. Περαιτέρω, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι η ιστοσελίδα παρέλειψε να εξακριβώσει τα γεγονότα που κατ’ ισχυρισμό διαδραματίστηκαν κατά την προσέλευση του πατέρα παραβατικού μαθητή ενώπιον του καθηγητικού συλλόγου του σχολείου, δημοσιεύοντας ανακριβώς τον ισχυρισμό «με το γιό του να μπαίνει στον καβγά προς συμπαράσταση του πατέρα του αρχίζοντας και αυτός με τη σειρά του να κτυπά μέλη του πειθαρχικού». Στον τίτλο της είδησης η ιστοσελίδα ισχυρίστηκε ότι ο μαθητής «έδειρε το μισό καθηγητικό σύλλογο.» Η Επιτροπή, με βάση τις πληροφορίες της διαπίστωσε ότι ο μαθητής απλώς κλώτσησε μια καρέκλα και συνακόλουθα αποφάσισε ότι οι ανωτέρω ισχυρισμοί συνιστούσαν παραβίαση της πρόνοιας του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας περί της ακρίβειας των πληροφοριών. Στο σημείο αυτό η Επιτροπή θεωρεί χρέος της να επισημάνει προς τα ΜΜΕ και τους δημοσιογράφους ότι η αναδημοσίευση ή ο ερανισμός πληροφοριών από άλλα ΜΜΕ δεν καλύπτει τυχόν ανακρίβειες στις πληροφορίες που αναδημοσιεύουν και επίσης δεν συνιστά δικαιολογία για ενδεχόμενη δυσφήμηση οποιουδήποτε. Επομένως, τα ΜΜΕ και οι δημοσιογράφοι, εφ’ όσον προτίθενται να δημοσιεύσουν πληροφορίες που λαμβάνουν από άλλα ΜΜΕ, έχουν υποχρέωση από τη μια να αναφέρουν την πηγή και από την άλλη να διακριβώσουν την ακρίβεια των πληροφοριών. Εξ άλλου, η Επιτροπή αποφάσισε ότι η χρήση της φράσης «Επιμέλεια Τάσου Χριστοδούλου» δεν δικαιολογεί την σχεδόν επί λέξει αντιγραφή της είδησης του Πολίτη. Επιμέλεια έχει τη σημασία είτε της επίδειξης προσοχής και φροντίδας στην εκτέλεση ενός έργου, είτε τον έλεγχο και διόρθωση κειμένου πριν από τη δημοσίευσή του και όχι την αναδημοσίευση πληροφοριών με το ίδιο λεκτικό. Πέραν του γεγονότος ότι η αντιγραφή ειδήσεων χωρίς αναφορά της πηγής, με βάση τη σχετική πρόνοια του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας και σχετικές αποφάσεις της Επιτροπής συνιστά παραβίαση της πρόνοιας περί πνευματικής ιδιοκτησίας, η Επιτροπή έκρινε ότι η χρήση της φράσης αυτής συνιστά και παραπλάνηση γιατί υποδηλώνει πως οι πληροφορίες είχαν συλλεγεί από την ιστοσελίδα και ότι έτυχαν επιμέλειας από τον αναφερόμενο δημοσιογράφο.
ΠΡΟΝΟΙΑ/EΣ ΚΩΔΙΚΑ:
ΜΜΕ:
ΑΡ. ΠΑΡΑΠΟΝΟΥ:
23/2016
ΗΜ. ΑΠΟΦΑΣΗΣ:
13/09/2016
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ:
ΝΑΙ
Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας εξέτασε παράπονο (23/7/6/2016) από τον Αν. Διευθυντή/Αρχισυντάκτη του Κυπριακού Πρακτορείου Ειδήσεων Γιώργο Πενηνταέξ για δημοσίευση από την εφημερίδα «Φιλελεύθερος» αποκλειστικής είδησης του Πρακτορείου χωρίς αναφορά στην πηγή. Ειδικότερα παραπονέθηκε η εφημερίδα δημοσίευσε στις 5/52016 αποκλειστική κάλυψη από δημοσιογράφο και κινηματογραφιστή του ΚΥΠΕ της πορείας των εργασιών αναστήλωσης του μοναστηριού του Αποστόλου Ανδρέα, χωρίς αναφορά στην πηγή, κατά παράβαση των σχετικών προνοιών του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας. Η είδηση μεταδόθηκε από το ΚΥΠΕ στις 4/5/2016 και περιλάμβανε αποκλειστικές δηλώσεις στην απεσταλμένη του πρακτορείου Αιμιλία Χριστοφή. Ο παραπονούμενος επισύναψε φωτοαντίγραφα τόσο των ειδήσεων του ΚΥΠΕ όσο και των προαναφερθέντων δημοσιευμάτων από τα οποία προκύπτει η ακρίβεια των καταγγελιών του. Η εφημερίδα απάντησε στο παράπονο αναφέροντας ότι είναι εκ συμβολαίου συνδρομήτρια στις υπηρεσίες του ΚΥΠΕ και πρόσθεσε ότι η μη αναφορά της πηγής της είδησης οφείλεται σε παραδρομή και ότι δεν αποτελεί πολιτική της εφημερίδας η δημοσίευση ειδήσεων χωρίς αναφορά στην πηγή. Ανέφερε ακόμη πως «ο σεβασμός και η αναγνώριση της εργασίας των άλλων με την αναφορά της πηγής είναι ο κανόνας». Ωστόσο ανέφερε πως «δεν νομίζουμε ότι η μεμονωμένη και εκ παραδρομής μη αναφορά στην πηγή συνιστά παράβαση του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας». Πρόσθεσε πως «σε πολλές περιπτώσεις εντοπίστηκαν, μεταξύ άλλων και δημοσιεύματα του ΚΥΠΕ, τα οποία αντλήθηκαν από δημοσιεύματα της εφημερίδας ο Φιλελεύθερος, χωρίς αναφορά στην πηγή». Η Επιτροπή θεώρησε θετική, και εξέφρασε την ευαρέσκειά της γι’ αυτή, τη βεβαίωση ότι η παράλειψη αναφοράς της πηγής οφείλεται σε παραδρομή και ότι «δεν αποτελεί πολιτική της εφημερίδας η δημοσίευση ειδήσεων χωρίς αναφορά στην πηγή». Ωστόσο η Επιτροπή δεν συμμερίζεται την άποψη ότι η παράλειψη δεν συνιστά παραβίαση του Κώδικα επειδή οφείλεται σε παραδρομή, δεδομένου ότι αποτελεί ευθύνη ενός συντάκτη και της εφημερίδας να βεβαιώνονται πως δεν υπάρχουν βασικές παραλείψεις, όπως είναι η προέλευση μιας είδησης, δεδομένου του γεγονότος ότι δεν προερχόταν από το συντάκτη που την έγραψε ή επιμελήθηκε. Αποτελεί βασική αρχή ότι είτε η παράλειψη είτε η άγνοια δεν συνιστούν λόγο απαλλαγής από την ευθύνη παραβίασης ενός κανόνα, έστω και αν ενίοτε η παραβίαση κάτω από αυτές τις συνθήκες δυνατό να μην έχει το ίδιο βάρος με την εκ προθέσεως παραβίαση. Η Επιτροπή θεωρεί επίσης ότι το γεγονός πως υπήρξαν περιπτώσεις στις οποίες δημοσιεύματα του ΚΥΠΕ αντλήθηκαν από δημοσιεύματα της εφημερίδας «Φιλελεύθερος» χωρίς αναφορά της πηγής δεν μεταβάλλει το γεγονός της εκ παράλειψης ευθύνης. Η παράνομη ή αντιδεοντολογική συμπεριφορά κάποιου δεν αποτελεί λόγο απαλλαγής άλλου από την ευθύνη, γιατί τότε θα ίσχυε το αντιδικαιϊκό «οφθαλμόν αντί οφθαλμού». Εξ άλλου, εάν υπήρξαν οι κατ’ ισχυρισμό περιπτώσεις παραβίασης της δεοντολογίας από το ΚΥΠΕ η ορθή πρακτική θα ήταν η καταγγελία τους. Η Επιτροπή περαιτέρω εξέτασε το παράπονο υπό το πρίσμα του άρθρου 7 του Κώδικα περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας, το οποίο ορίζει ότι: «Τα Μ.Μ.Ε. και οι λειτουργοί σέβονται και εφαρμόζουν το εκάστοτε ισχύον Δίκαιο και συμβάσεις που αφορούν στην προστασία της πνευματικής ιδιοκτησίας. Εκεί που επιτρέπεται, η αναδημοσίευση από άλλη πηγή γίνεται με σεβασμό προς το συγγραφέα/δημιουργό ή τον ιδιοκτήτη. Τα Μ.Μ.Ε. και οι λειτουργοί των υποχρεούνται να αναφέρουν την προέλευση». Στην απουσία Ευρωπαϊκής οδηγίας το ισχύον δίκαιο είναι το Κυπριακό, που όπως και πολλές άλλες εθνικές νομοθεσίες στηρίζεται στη Διεθνή Σύμβαση περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας του 1968. Το άρθρο 2 της Σύμβασης καθορίζει ότι μεταξύ άλλων προστατεύονται «φιλολογικά, καλλιτεχνικά και επιστημονικά έργα». Στον ορισμό αυτό εμπίπτουν και τα δημοσιογραφικά κείμενα σε έντυπα και ηλεκτρονικά ΜΜΕ, τα οποία παρουσιάζουν γεγονότα ή ιδέες. Η αναπαραγωγή αυτών των πνευματικών δημιουργημάτων, ανεξάρτητα από την ποιότητα, το επίπεδό και την αξία ή σημασία τους, δεν επιτρέπεται χωρίς την άδεια του κατόχου των πνευματικών δικαιωμάτων, ενώ στις περιπτώσεις που όπως αναλύεται κατωτέρω επιτρέπεται, η αναπαραγωγή γίνεται με αναφορά στην πηγή. Σε περιπτώσεις «πνευματικών δημιουργημάτων» όπως ορίζονται πιο πάνω, επιτρέπεται η καλή τη πίστη αναδημοσίευση, πχ η δημοσίευση αποσπασμάτων από άρθρα ιδεών για σκοπούς κριτικής, προβολής των ιδεών που περιλαμβάνονται στο κείμενο, έκφρασης αντίθετων ιδεών ή απόψεων, ως μέρος είδησης, ως επιχείρημα προς υποστήριξη συγκεκριμένων θέσεων, ως παρωδία, κλπ. Τα κριτήρια της καλής πίστης στις περιπτώσεις αυτές καθορίζονται από το σκοπό της χρήσης, κατά πόσο η αναδημοσίευση περιορίζεται στο απολύτως απαραίτητο για τους σκοπούς της χρήσης, από το κατά πόσο με την αναδημοσίευση έχει μεταβληθεί ουσιωδώς το αρχικό άρθρο, κατά πόσο η αναδημοσίευση αποβλέπει στην εξυπηρέτηση του ιδίου σκοπού με το πρωτότυπο, κατά πόσο με την αναδημοσίευση επιδιώκεται εμπορικό κέρδος και κατά πόσο με την αναδημοσίευση μειώνεται η εμπορική αξία της προστατευόμενης πνευματικής ιδιοκτησίας. Η καλή τη πίστη αναδημοσίευση επιτρέπεται από τον Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας («εκεί που επιτρέπεται, η αναδημοσίευση γίνεται...»), αλλά υπό τους όρους που θέτει ο Κώδικας, δηλαδή με σεβασμό προς το συγγραφέα/δημιουργό, γεγονός που σημαίνει την αναγνώριση της πατρότητας του έργου με αναφορά στην προέλευση. Η προστασία αφορά σε «πρωτότυπα συγγραφικά έργα» και με την έννοια αυτή τα γεγονότα στα οποία αναφέρεται μια είδηση δεν θεωρούνται πρωτότυπα. Τα γεγονότα είναι το δημιούργημα κάποιου ατόμου ή αιτίας και επομένως ένας δημοσιογράφος ή ένα ΜΜΕ δεν μπορεί να τα κατοχυρώσει κάτω από το δικαίωμα της πνευματικής ιδιοκτησίας. Κατά τον ίδιο τρόπο δεν μπορούν να κατοχυρωθούν ευρήματα που αποκαλύπτονται μέσα από δημοσιογραφική έρευνα εφ’ όσον αυτά δεν είναι το δημιούργημα του ερευνητή, (όμως ο τρόπος παρουσίασής τους, π.χ. ένα γραφικό που αποτυπώνει το αποτέλεσμα της έρευνας μπορεί να είναι πρωτότυπο δημιούργημα) ούτε και οι ιδέες, π.χ. απόψεις επί ενός συγκεκριμένου θέματος ή ο τρόπος για την κατασκευή ή δημιουργία ενός αντικειμένου, π.χ. την παρασκευή ενός συγκεκριμένου πιάτου φαγητού. Όμως ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάζονται ιδέες, ή γεγονότα ή προϋπάρχοντα δεδομένα σε ένα δημοσιογραφικό κείμενο, δηλαδή η επιλογή και η σειρά τοποθέτησης των λέξεων σε ένα κείμενο και εν τέλει το ύφος (στυλ), αποτελεί πνευματική δημιουργία και προστατεύεται από το δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας. Με βάση τα πιο πάνω, ένα ΜΜΕ μπορεί να δημοσιεύσει ή να μεταδώσει γεγονότα που δημοσίευσε ή μετέδωσε προηγουμένως ένα άλλο ΜΜΕ, είτε ύστερα από δική του επιβεβαίωση των γεγονότων είτε και χωρίς επιβεβαίωση. Πρόκειται για επιτρεπόμενη αναδημοσίευση, η οποία, όμως, δεν μπορεί να γίνει με τη χρήση του ιδίου λεξιλογίου, της ίδιας φρασεολογίας και του ιδίου ύφους. Νοείται ότι το προϊόν μιας δημοσιογραφικής έρευνας επί γεγονότων που δημοσιεύτηκαν δεν θεωρείται αναδημοσίευση αν η είδηση που προέκυψε από μια τέτοια έρευνα υπερακοντίζει ουσιωδώς την αρχική ή είναι μια εντελώς διαφορετική είδηση. Όπως προκύπτει από τα ανωτέρω, και με την επιφύλαξη για τους όρους του συμβολαίου μεταξύ παρόχου και συνδρομητή, τα ΜΜΕ έχουν υποχρέωση να σέβονται το δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας των πρακτορείων ειδήσεων από τα οποία λαμβάνουν την πληροφόρησή τους, ιδιαίτερα οσάκις διατηρούν τη φρασεολογία και το ύφος της αρχικής είδησης και στις περιπτώσεις που τα ίδια τα πρακτορεία δημοσιεύουν ειδοποίηση ότι διατηρούν τα πνευματικά δικαιώματα επί των ειδήσεών τους. Στην προκειμένη περίπτωση δεν πρόκειται για καλή τη πίστη δημοσίευση ως αναλύεται ανωτέρω, ή για σύνταξη νέας είδησης επί των ιδίων γεγονότων. Από τη σύγκριση της είδησης του ΚΥΠΕ και της είδηση του «Φιλελεύθερου» έκδηλα προκύπτει πως πρόκειται για είδηση, η οποία έγινε με απλή αντιγραφή της πρωτότυπης και τη χρήση του ιδίου λεξιλογίου και ύφους. Κατά συνέπεια, και λαμβάνοντας υπόψη της πιο πάνω αρχές, η Επιτροπή αποφάσισε ότι η δημοσίευση του κειμένου για την πορεία των εργασιών αναστήλωσης της Μονής Αποστόλου Ανδρέα εφημερίδα «Φιλελεύθερος» χωρίς αναφορά στην πηγή συνιστά παραβίαση των προνοιών του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας περί των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας.. Η Επιτροπή θεωρεί χρήσιμο να υποδείξει ότι ανεξάρτητα από το σεβασμό των κατοχυρωμένων δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας ως ανωτέρω, λόγοι στοιχειώδους αβροφροσύνης μεταξύ των δημοσιογράφων και των ΜΜΕ σε ένα μικρό χώρο όπως η Κύπρος συνηγορούν υπέρ του σεβασμού και της αναγνώρισης της εργασίας των άλλων με την αναφορά της πηγής σε κάθε περίπτωση. Επίσης θεωρεί ότι οι δημοσιογράφοι και τα ΜΜΕ θα πρέπει να αναφέρουν, στις περιπτώσεις και στο βαθμό που αυτό είναι δυνατό, με όσο πιο συγκεκριμένο τρόπο γίνεται την πηγή προέλευσης της πληροφόρησής τους, γεγονός που βοηθά το κοινό να εκτιμήσει την αξιοπιστία των πληροφοριών. Από την άλλη, η αναφορά της πηγής προέλευσης αποτελεί σε κάποιο βαθμό ασπίδα προστασίας, έχοντας όμως πάντα υπόψη ότι η επίκληση της αναδημοσίευσης δεν αποτελεί υπεράσπιση για οποιαδήποτε παραβίαση είτε δεοντολογικών είτε νομικών κανόνων.
ΠΡΟΝΟΙΑ/EΣ ΚΩΔΙΚΑ:
ΜΜΕ:
ΑΡ. ΠΑΡΑΠΟΝΟΥ:
25/2016
ΗΜ. ΑΠΟΦΑΣΗΣ:
13/09/2016
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ:
ΝΑΙ
Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας εξέτασε παράπονο (25/18/7/2016) από τη Μαρίνα Χριστοφόρου ότι το SIGMALIVE έδωσε ανακριβή πληροφόρηση σχετικά με το επάγγελμα του συζύγου της που βρύκε το θάνατο σε αυτοκινητικό δυστύχημα. Ειδικότερα, ανέφερε πως η ιστοσελίδα στις 9/7/2016 ανάρτησε στο YOUTUBE video με είδηση που αναφερόταν σε θανατηφόρο αυτοκινητικό δυστύχημα στο δρόμο Λάρνακας-Αμμοχώστου παρά το Δασάκι Αχνας, στο οποίο σκοτώθηκε ο σύζυγός της, στην οποία περιεχόταν ο ισχυρισμός ότι κατά την ώρα του δυστυχήματος ο σύζυγός της κατευθυνόταν στην Αυγόρου, όπου ήταν συνέταιρος σε μπυραρία. Η παραπονούμενη βεβαίωσε πώς ο ισχυρισμός ότι ό σύζυγός της ήταν συνέταιρος σε μπυραρία δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και ότι εργαζόταν μόνο ως φωτογράφος, διατηρώντας το φωτογραφείο ΦΩΤΟ-ΛΥΣΗ Στο πλαίσιο της πρόνοιας του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας που αναφέρει ότι «προτού εξετάσει το παράπονο, η Επιτροπή προσπαθεί να επιτύχει διευθέτηση με διαβούλευση με τα δύο μέρη ή με απ’ ευθείας διαβούλευση ή συνεννόηση των μερών…» η Γραμματεία ενημέρωσε στις 18/7/2016 τη διεύθυνση του SIGMALIVE για το παράπονο. Η υπεύθυνη της ιστοσελίδας ανέφερε ότι είχε αναρτήσει αυτούσια είδηση του τηλεοπτικού σταθμού ΣΙΓΜΑ στο YOUTUBE για το δυστύχημα και ότι η ιστοσελίδα στη δικής της ειδησεογραφία δημοσίευσε σύντομη είδηση που πήρε από το ΚΥΠΕ για το δυστύχημα, που δεν ανέφερε πολλές λεπτομέρειες. Επίσης ανέφερε ότι το video αφαιρέθηκε αμέσως και απολογήθηκε προς την παραπονούμενη για την αναστάτωση που της προκάλεσε Ειδικότερα, της απέστειλε επιστολή στην οποία ανέφερε πως παρ’ όλο που το σχετικό ρεπορτάζ στο βίντεο έγινε από την τηλεόραση, θα ήθελε προσωπικά να ζητήσει συγνώμη για την όποια ταλαιπωρία και αναστάτωση που της προκάλεσε η είδηση. Επίσης ανέφερε πως «σε καμία περίπτωση δεν θέλαμε να προκληθεί οποιαδήποτε οδύνη πλέον της απώλειας του ανθρώπου σας" και πληροφόρησε την παραπονούμενη ότι έγινε σοβαρότατη επίπληξη στον δημοσιογράφο για την απαράδεκτη αμέλεια του να επαληθεύσει ότι όλα όσα ανέφερε στην είδησή του ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα, εκφράζοντας τέλος «ειλικρινή και βαθύτατη απολογία». Η Επιτροπή θεώρησε ότι η αναγνώριση της ανακρίβειας ευθέως και η άμεση απολογία προς την παραπονούμενη, η οποία την αποδέχθηκε ως ειλικρινή και επαρκή συνιστούσαν αποκατάσταση των πραγμάτων, η οποία θα ήταν πλήρης αν η ιστοσελίδα δημοσίευσε την αναγνώριση της ανακρίβειας και την απολογία προς την παραπονούμενη.
ΠΡΟΝΟΙΑ/EΣ ΚΩΔΙΚΑ:
ΜΜΕ:
ΑΡ. ΠΑΡΑΠΟΝΟΥ:
24/2016
ΗΜ. ΑΠΟΦΑΣΗΣ:
13/09/2016
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ:
ΟΧΙ
Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας εξέτασε παράπονο (24/18/7/2016) από το Σταύρο Χατζησάββα, σε σχέση με δημοσιεύματα στην ιστοσελίδα NEWSBOMB.CY, τα οποία αναφέρονταν σε σχόλια επί θεμάτων που αφορούσαν στο ποδόσφαιρο. Ειδικότερα, ο κ. Χατζησάββας, ο οποίος υπήρξε υποψήφιος βουλευτής της ΕΔΕΚ στις βουλευτικές εκλογές του Μαΐου, 2016, παραπονέθηκε ότι η ιστοσελίδα δημοσίευσε διάφορα κείμενα στις 28 Απριλίου, 2016 σε σχέση με σχόλια που ανάρτησε ο ίδιος στο Twitter και σε φερόμενη αντίδραση ης ΕΔΕΚ για τη συμπεριφορά του ιδίου. Οι αναρτήσεις του παραπονούμενου σχολίαζαν ανάρτηση στο Twitter του επίσης υποψήφιου βουλευτή Μάριου Χαννίδη που αναφερόταν στους οπαδούς του ΑΠΟΕΛ, με αφορμή επικείμενο ποδοσφαιρικό αγώνα μεταξύ ΑΠΟΕΛ και Ομόνοιας. Ο παραπονούμενος υπέβαλε το παράπονο του στις 18 Ιουλίου, 2016, χωρίς να αναφέρει συγκεκριμένη παραβίαση του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας, αλλά έκαμε αναφορά σε κακόγουστη φαρσοκωμωδία που στήθηκε σε βάρος του «από κάποιον κακοπροαίρετο «κίτρινο τύπο» που έχει τη ψευδαίσθηση ότι είναι δημοσιογράφος». Όπως προκύπτει από το όλο κείμενο που απέστειλε στην Επιτροπή, το παράπονό του είναι ότι η ιστοσελίδα πήρε κείμενα που ανάρτησε στο Twitter υπό μορφή χιούμορ και τα μετέτρεψε σε ειδήσεις, με υπόβαθρο τις επικείμενες βουλευτικές εκλογές. Συγκεκριμένα ανέφερε στο παράπονό του: «Από τα λίγα πράγματα που φρόντισαν ορισμένοι να μας αφήσουν σε αυτό τον τόπο είναι το χιούμορ. Ας μην επιτρέψουμε σε ορισμένους κακοπροαίρετους να μας το κλέψουν. Είμαι από τους ανθρώπους που πιστεύουν ότι μας ενώνουν πολύ περισσότερα από όσα φρόντισαν ορισμένοι να μας πείσουν όλα αυτά τα χρόνια πως μας χωρίζουν, έστω και εάν μας έκλεψαν αρκετά από τα χρόνια μας ''δικοί μας και ξένοι''. Τελικά είναι ωραίο πράγμα αυτού του είδους η ‘δημοσιογραφία’ – ανθρωποφαγία;» Τα περιγραφόμενα στο παράπονο δημοσιεύματα, όπως εμφαίνεται από τις τα ενώπιον της Επιτροπής στοιχεία, αναρτήθηκαν στις 28/4/2016, δηλαδή 81 ημέρες προηγουμένως. Ο Κώδικας Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας, κανονισμός λειτουργίας 12, ορίζει ότι: «Παράπονα για παραβίαση προνοιών του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας υποβάλλονται εγγράφως στην Επιτροπή εντός τριάκοντα (30) ημερών από το χρόνο κατά τον οποίο περιήλθε ή ευλόγως θα έπρεπε να περιέλθει σε γνώση του παραπονούμενου ή άλλου ενδιαφερόμενου το επίμαχο δημοσίευμα ή μετάδοση». Η Επιτροπή διαπίστωσε πως τα επίμαχα κείμενα είχαν περιέλθει σε γνώση του παραπονούμενου από την πρώτη στιγμή, αφού μετείχε ενεργά στη συζήτηση και στην εξέλιξή της και επομένως δεν υπάρχει η δικαιολογία πως δεν τα γνώριζε. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή απέρριψε το παράπονο ως εκπρόθεσμο. Παρά ταύτα, και επί της ουσίας, η Επιτροπή θεωρεί χρήσιμο να σημειώσει πως τα δημοσιεύματα στην ιστοσελίδα προήλθαν από αναρτήσεις δύο υποψήφιων βουλευτών, δηλαδή δύο δημοσίων προσώπων που βρίσκονταν στην επικαιρότητα διεκδικώντας μια έδρα στη Βουλή, μεσούσης της προεκλογικής εκστρατείας. Τα δημοσιεύματα αυτά, είτε υπό μορφή χιούμορ είτε άλλως πως, είχαν προκαλέσει την αντίδραση των ηγετών δύο κομμάτων, του ΑΚΕΛ και της ΕΔΕΚ, οι οποίοι προέβησαν σε δημόσιες δηλώσεις. Οποιοσδήποτε δημοσιογράφος ή Μέσο Μαζικής Επικοινωνίας θα είχε το δικαίωμα να κάμει χρήση δηλώσεων υποψηφίων βουλευτών που έγιναν ή αναρτήθηκαν δημοσίως και να τις δημοσιεύσει ή να τις σχολιάσει. Πέραν τούτου, τα δημοσιεύματα της ιστοσελίδας δεν περιείχαν επιλήψιμες αναφορές ή χαρακτηρισμούς για κανένα εκ των αναφερομένων προσώπων και απλώς επαναλάμβαναν αυτά που δημοσίευσαν ή δήλωσαν «δημόσια πρόσωπα», δηλαδή άτομα που βρίσκονταν στο επίκεντρο της δημοσιότητας και επικαιρότητας ως υποψήφιοι βουλευτές. Υπό το φως των ανωτέρων, η Επιτροπή θεωρεί ότι οποιαδήποτε προσπάθεια παρεμπόδισης δημοσιευμάτων που αφορούν σε άτομα που τα ίδια επέλεξαν να προβληθούν δημοσίως θα συνιστούσε αδικαιολόγητη παρέμβαση στο δικαίωμα της ελευθερίας της έκφρασης.