*Οι παλαιότερες αποφάσεις της ΕΔΔ αναδημοσιεύονται από το αρχείο και δεν έχει γίνει καμία παρέμβαση στο περιεχόμενό τους.
*Οι παλαιότερες αποφάσεις της ΕΔΔ αναδημοσιεύονται από το αρχείο και δεν έχει γίνει καμία παρέμβαση στο περιεχόμενό τους.
ΠΡΟΝΟΙΑ/EΣ ΚΩΔΙΚΑ:
ΜΜΕ:
ΑΡ. ΠΑΡΑΠΟΝΟΥ:
3/2009
ΗΜ. ΑΠΟΦΑΣΗΣ:
18/02/2009
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ:
ΟΧΙ
Ο Σύνδεσμος Αστυνομίας Κύπρου υπέβαλε παράπονο εναντίον των εφημερίδων ΠΟΛΙΤΗΣ, ΑΛΗΘΕΙΑ, ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΚΑΙ ΜΑΧΗ, αναφέροντας ότι θεωρούσε απαράδεκτη και αντιδεοντολογική την αποκάλυψη "ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων" μελών της Υπηρεσίας Καταπολέμησης Ναρκωτικών της Αστυνομίας, που είχαν συλληφθεί στις 14 Ιανουαρίου, 2009, με την υποψία εμπλοκής στην απόδραση του ισοβίτη κατάδικου Αντώνη Προκοπίου Κίτα.
Ανέφερε επίσης ότι θεωρούσε "άδικη και αυθαίρετη τη δημόσια καταδίκη τους, με επακόλουθο το διαστυρμό της τιμής και της υπόληψης των ιδίων και των οικογενειών τους, αλλά και την ηθική τους εξόντωση".
Η Επιτροπή, αφού μελέτησε το παράπονο και σε σχέση με ανακοίνωση του Συνδέσμου για παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας των συλληφθέντων μελών της Αστυνομικής Δύναμης, απηύθυνε στο σύνδεσμο την ακόλουθη επιστολή, με ημερομηνία 24 Φεβρουαρίου, 2009.
"Αναφερόμαστε σε παράπονό σας εναντίον των εφημερίδων , ΠΟΛΙΤΗΣ, ΑΛΗΘΕΙΑ, ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΚΑΙ ΜΑΧΗ για αντιδεοντολογική αποκάλυψη προσωπικών στοιχείων και παραβίαση του τεκμηρίου της αθωότητας δύο συλληφθέντων μελών της ΥΚΑΝ σε σχέση με την απόδραση του κατάδικου Αντώνη Προκοπίου Κίτα και σας πληροφορούμε ότι ύστερα από ενδελεχή εξέταση όλων των στοιχείων της υπόθεσης, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα, ομολογουμένως όχι χωρίς σοβαρό δισταγμό, ότι σ’ αυτά δεν υπάρχει εκ πρώτης όψεως παραβίαση προνοιών του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας, ώστε να κληθούν τα κατονομαζόμενα έντυπα να παραθέσουν τις θέσεις τους. Η Επιτροπή κατέληξε στο ανωτέρω συμπέρασμα λαμβάνοντας υπόψη τόσο το γεγονός ότι η σύλληψη δύο μελών της Αστυνομικής Δύναμης, που υπηρετούν στην ΥΚΑΝ, σε σχέση με την απόδραση του ισοβίτη Αντώνη Κίτα (Αλ Καπόνε), ήταν υψίστου δημοσίου ενδιαφέροντος, όσο και το δικαίωμα του κοινού να γνωρίζει, ιδιαίτερα μετά τις δηλώσεις ανωτάτων αξιωματούχων του Κράτους επί του θέματος. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή αποφάσισε ότι τα ΜΜΕ δεν θα μπορούσαν να παρασιωπήσουν ή να παραβλέψουν τη σύλληψη ενός αξιωματικού και ενός υπαξιωματικού της Αστυνομίας. Η Επιτροπή ασχολήθηκε ιδιαίτερα με το θέμα πιθανής παραβίασης του τεκμηρίου αθωότητας των συλληφθέντων και αφού μελέτησε σε βάθος τα επισυναπτόμενα δημοσιεύματα, έκρινε ότι οι εφημερίδες που αναφέρονται στο παράπονο, καθώς και τα άλλα ΜΜΕ, δημοσίευσαν ή μετέδωσαν επίσημες ανακοινώσεις, στοιχεία που κατατέθηκαν στο δικαστήριο και δηλώσεις που έγιναν από επισήμους και δεν διατύπωσαν θέσεις περί της ενοχής ή αθωότητας των συλληφθέντων. Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας την πάγια θέση της, από της ιδρύσεώς της προ δεκαετίας και πλέον, ότι επείγει η νομοθετική ρύθμιση της αποκαλύψεως του ονόματος και άλλων στοιχείων όλων των υπόπτων, ανεξαρτήτως ιδιότητας ή θέσης, οι οποίοι συλλαμβάνονται ή/και προσάγονται ενώπιον δικαστηρίων για την έκδοση διατάγματος προσωποκράτησής τους, με σκοπό την προστασίας τους από διασυρμό και δημιουργία προκατάληψης εναντίον τους.
Με εκτίμηση

Ανδρέας Μαυρομμάτης
Πρόεδρος Επιτροπής Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας.
ΠΡΟΝΟΙΑ/EΣ ΚΩΔΙΚΑ:
ΜΜΕ:
ΑΡ. ΠΑΡΑΠΟΝΟΥ:
1/2009
ΗΜ. ΑΠΟΦΑΣΗΣ:
18/02/2009
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ:
ΔΙΕΥΘΕΤΗΘΕΝ
Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας εξέτασε παράπονο (1/10/1/2009 από το δημοσιογράφο του ΣΙΓΜΑ Παναγιώτη Δημόπουλο εναντίον του «Καπουτσίνο», περιοδικού που διανέμεται από τον «Πολίτη» για «σπίλωση ονόματος…και δημοσιογραφικής οντότητας». Ο παραπονούμενος υποστήριξε ότι σχόλιο του περιοδικού στις 10 Ιανουαρίου, 2009, υπό τον τίτλο «Παιγνίδια εξουσίας από το Δία» αμφισβητούσε την ακρίβεια είδησης του ότι ύστερα από τηλεφώνημα πήγε στις κατεχόμενες περιοχές της Κύπρου, όπου παρέλαβε επιστολή του δραπέτη Αντώνη Κίτα και ότι όσα αναφέρθηκαν αποτελούσαν «πολιτικό παιγνίδι». Περαιτέρω ζήτησε από την Επιτροπή να παρέμβει για τερματισμό ενός «ανηλεούς αντιδεοντολογικού πολέμου λάσπης και συκοφαντίας εναντίον του προσώπου του και του μέσου» στο οποίο εργάζεται. Η εφημερίδα «Πολίτης» παραδέχθηκε ότι αδίκησε τον παραπονούμενο, γεγονός για το οποίο δημοσίευσε επανόρθωση σε σχόλιο στην αμέσως επόμενη έκδοση του περιοδικού, στις 17 Ιανουαρίου, 2009. Στο σχόλιό του, το περιοδικό ανέφερε ότι είχε αφήσει αιχμές για την ύπαρξη της επιστολής, αλλά «τα ίδια τα γεγονότα και πολύ περισσότερο τα όσα κατέθεσε στους ποινικούς ανακριτές ο Αντώνης Προκοπίου Κίτας βεβαιώνουν την ύπαρξη της επιστολής προς Δημόπουλο». Η Επιτροπή αποφάσισε ότι η ενέργεια αυτή του περιοδικού διορθώνει τον αρχικό ανακριβή ισχυρισμό της και ικανοποιεί την πρόνοια του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας, ότι σε περίπτωση δημοσίευσης ανακριβών ή παραπλανητικών ειδήσεων «τα ΜΜΕ χωρούν σε άμεση διόρθωση και απολογία».
ΠΡΟΝΟΙΑ/EΣ ΚΩΔΙΚΑ:
ΜΜΕ:
ΑΡ. ΠΑΡΑΠΟΝΟΥ:
30/2008
ΗΜ. ΑΠΟΦΑΣΗΣ:
21/01/2009
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ:
ΝΑΙ
Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας εξέτασε παράπονο (30/2008 -6/12/2008) ότι δύο δημοσιεύματα της εφημερίδας «Πολίτης» ημερομηνίας 4ης Δεκεμβρίου, 2008 και 11ης Δεκεμβρίου 2008, περιείχαν χλευαστικές ή υβριστικές αναφορές για αξιωματούχους Εκκλησιών και για τον Προκαθήμενο της Εκκλησίας της Κύπρου Αρχιεπίσκοπο Χρυσόστομο. Τα δύο δημοσιεύματα έφεραν την υπογραφή του δημοσιογράφου Κώστα Κωνσταντίνου. Το πρώτο δημοσίευμα αποτελούσε κριτική αποδοκιμασίας για την πρόσκληση στην Κύπρο ανώτατων αξιωματούχων κληρικών από διάφορες Εκκλησίες για τα τριαντάχρονα της ανάληψης Αρχιερατικού αξιώματος από τον Αρχιεπίσκοπο Χρυσόστομο και για φερόμενη επανεκτύπωση βιβλίου για την αρχιερατική του δράση με δαπάνες της Εκκλησίας. Η Επιτροπή θεωρεί ότι η κριτική για τα δύο θέματα ήταν θεμιτή, αλλά σημείωσε ότι περιείχε χλευαστικές και απρεπείς εκφράσεις ή χαρακτηρισμούς, όπως για παράδειγμα «είδαμε ξαφνικά μπροστά μας ένα τσούρμο τράγους. Πρωτοκλασάτους τράγους…εισαγωγής» σε αναφορά με την παρουσία στην Κύπρο αρχηγών η εκπροσώπων ξένων Εκκλησιών. Περαιτέρω, το δημοσίευμα έκανε αναφορά σε απρεπή ενέργεια ή χειρονομία από το γράφοντα επί τη θέα ιερωμένων και αποκαλούσε τον Αρχιεπίσκοπο Χρυσόστομο «ο Μουλάς», που αποτελεί θρησκευτικό τίτλο μουσουλμάνου νομοδιδασκάλου ή μελετητή των βιβλίων της μουσουλμανικής θρησκείας. Επίσης το δημοσίευμα αναφερόταν σε πράξεις «ΑΧΡΕΙεροσύνης» του Αρχιεπισκόπου Χρυσοστόμου, φράση που παραπέμπει σε αχρειότητες. Το δεύτερο δημοσίευμα αποτελούσε, και πάλι, αυστηρή αποδοκιμαστική κριτική για δηλώσεις του Αρχιεπισκόπου στο ραδιοφωνικό σταθμό ΑΣΤΡΑ σχετικά με τα δραματικά επεισόδια των προηγούμενων ημερών στην Αθήνα, μετά το θάνατο νεαρού μαθητή από σφαίρα ειδικού αστυνομικού. Το δημοσίευμα περιείχε αναφορές για τον Αρχιεπίσκοπο Χρυσόστομο, όπως «Μουλάς» και «Αγιατολάχ», τον κατηγορούσε ότι διακατέχεται από το «ψώνιο της προβολής» και άφηνε υπονοούμενα για την πνευματική του κατάσταση ή υγεία. Ο τίτλος «Αγιατολάχ» αναφέρεται σε ανώτατο μουσουλμάνο θρησκευτικό-πολιτικό ηγέτη της Περσίας, ο οποίος, λόγω γεγονότων που επισυνέβησαν στη χώρα κατά τις πρόσφατες δεκαετίες, δημιουργεί μειωτικούς συνειρμούς. Ακόμη και χωρίς αυτούς τους συνειρμούς, η Επιτροπή θεωρεί ότι ο χαρακτηρισμός αυτός δεν συνάδει με την ιδιότητα του προκαθήμενου Ορθόδοξης Εκκλησίας. Η εφημερίδα «Πολίτης» αναγνώρισε ότι τα δύο δημοσιεύματα παραβίαζαν πρόνοιες του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας και επέλεξε να μη παραθέσει απόψεις ή παρατηρήσεις επί του παραπόνου. Η Επιτροπή, αφού έλαβε υπόψη όλα τα ενώπιόν της στοιχεία, αποφάσισε ότι οι ανωτέρω αναφερόμενες φράσεις και λέξεις συνιστούν χλεύη και διασυρμό για την τάξη των αξιωματούχων της ιεροσύνης και τον Αρχιεπίσκοπο Χρυσόστομο. Για το λόγο αυτό, η Επιτροπή θεωρεί ότι η χρήση τους συνιστά παραβίαση της πρόνοιας του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας περί αποφυγής δυσμενών διακρίσεων με βάση τη θρησκεία και το προσωπικό καθεστώς, καθώς και αποφυγής χλευασμού, διαπόμπευσης και διασυρμού ατόμων ή ομάδων. Επίσης θεωρεί ότι οι φράσεις και χαρακτηρισμοί που αναφέρθηκαν πιο πάνω δεν συνάδουν με την πρόνοια του Κώδικα περί συμπεριφοράς και επαγγελματικού επιπέδου της υψηλότερης δυνατής στάθμης. Η Επιτροπή εξέφρασε την εκτίμησή της για το γεγονός ότι η εφημερίδα αναγνώρισε ότι αναφορές στα δύο δημοσιεύματά συνιστούσαν παραβίαση του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας.
ΠΡΟΝΟΙΑ/EΣ ΚΩΔΙΚΑ:
ΜΜΕ:
ΑΡ. ΠΑΡΑΠΟΝΟΥ:
31/2008
ΗΜ. ΑΠΟΦΑΣΗΣ:
21/01/2009
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ:
ΟΧΙ
Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας εξέτασε παράπονο (31/2008 (30/10/08) από τον κ. Τάσο Κωστέα, από τη Λάρνακα, ότι το ΡΙΚ σε τρεις διαφορετικές περιπτώσεις «πρόβαλε ειδησεογραφικά στιγμιότυπα με απαράδεκτο και αντιδεοντολογικό τρόπο…με στόχο τον ίδιο τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας». Ο κ. Κωστέας ανέφερε στο παράπονό του ότι στην πρώτη περίπτωση, μόλις τέλειωσε το τηλεοπτικό διάγγελμα του Προέδρου στις 30 Σεπτεμβρίου, 2008 για την επέτειο της ανεξαρτησίας από το ΡΙΚ προβλήθηκε στην οθόνη η κάρτα της σειράς «Οι ιστορίες του αστυνόμου Μπέκα». Στη δεύτερη περίπτωση, ενώ μεταδίδονταν απ’ ευθείας δηλώσεις του Προέδρου από το αεροδρόμιο Λάρνακας «πάγωσε» η εικόνα με το πρόσωπο του Προέδρου «σε μια όχι και τόσο τιμητική εικονική έκφραση». Στην τρίτη περίπτωση υποστηρίζει ότι έγινε μοντάζ σκηνών από την παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου, 2008, ώστε να παρουσιάζεται ο πρόεδρος να χειροκροτεί εθνικιστικά συνθήματα. Ο Γενικός Διευθυντής του ΡΙΚ κ. Θέμης Θεμιστοκλέους δεν αμφισβήτησε τα γεγονότα και έδωσε εξηγήσεις γι’ αυτά, αναφέροντας ότι «τίποτε από όσα ο κ. Κωστέας αναφέρει δεν έγινε με πρόθεση, ούτε και ήταν δυνατό να γίνει με πρόθεση από οποιονδήποτε λειτουργό του ΡΙΚ» και ότι όσα ανέφερε ο κ. Κωστέας «ελαύνονται από κομματικά κριτήρια». Για την πρώτη περίπτωση ανέφερε ότι επρόκειτο για τεχνικό λάθος του συντονιστή. Για το «πάγωμα» της εικόνας της απ’ ευθείας μετάδοσης δηλώσεων, ανέφερε ότι είναι φαινόμενο που συμβαίνει συχνά σε ζωντανές μεταδόσεις μέσω link». Ως προς το τρίτο παράπονο, ο κ. Θεμιστοκλέους ανέφερε ότι δεν έγινε καμία παρέμβαση από τους δημοσιογράφους και μοντέρ για αντιγραφή του ήχου και προσθήκης του σε άλλες εικόνες. Ανέφερε επίσης ότι οι επίμαχες εικόνες δεν μεταδόθηκαν στο δελτίο ειδήσεων αλλά περιλαμβάνονταν σε στιγμιότυπα από την παρέλαση που μεταδόθηκαν μετά το δελτίο ειδήσεων «και φαίνεται παρουσιάστηκε και για λίγο το επίμαχο με τα συνθήματα». Ως προς τα δύο πρώτα σημεία του παραπόνου, η Επιτροπή αποφάσισε ότι τα καταγγελλόμενα οφείλονται σε συγγνωστά λάθη ή τεχνικούς λόγους και επομένως δεν υπήρξε παραβίαση των προνοιών του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας περί αποφυγής χλεύης και διασυρμού. Ως προς το τρίτο σημείο του παραπόνου, η Επιτροπή αποφάσισε ότι δεν ήταν δυνατό να υπάρξει βεβαιότητα για την ύπαρξη πρόθεσης να παρουσιασθεί ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας να χειροκροτεί εθνικιστικά συνθήματα, αλλά σημείωσε ότι τα ΜΜΕ θα πρέπει να είναι προσεκτικά στην παρουσίαση ευαίσθητων θεμάτων κατά τρόπο που θα μπορούσε να οδηγήσει σε παρερμηνεία ως προς τα πραγματικά γεγονότα.
ΠΡΟΝΟΙΑ/EΣ ΚΩΔΙΚΑ:
ΜΜΕ:
ΑΡ. ΠΑΡΑΠΟΝΟΥ:
36/2009
ΗΜ. ΑΠΟΦΑΣΗΣ:
20/01/2009
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ:
ΔΙΕΥΘΕΤΗΘΕΝ
Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας επιλήφθηκε παραπόνου (36/30/12/2009) που υποβλήθηκε εκ μέρους του Αρχηγού της Αστυνομίας ότι η εφημερίδα «Το Κυπριακό Ποντίκι» δημοσίευσε ανακριβείς πληροφορίες σχετικά με μεταθέσεις στην αστυνομία. Ειδικότερα, στο παράπονο ανέφερε πως «είναι πλήρως ανυπόστατα και δεν περιέχουν ίχνος αλήθειας» όσα περιέχονται στο δημοσίευμα ημερομηνίας 25/12/2009 κάτω από τον τίτλο «Ο Αρχηγός έμαθε για τις μεταθέσεις μετά από φαξ που πήρε από τα γραφεία του ΑΚΕΛ» και ότι «το όλο δημοσίευμα είναι άκρως παραπλανητικό». Το δημοσίευμα, σε αντίθεση με τον τίτλο, αναφέρεται σε προαγωγές 50 περίπου μελών της Δύναμης σε διάφορους βαθμούς, υποστηρίζοντας ότι «στα γραφεία του ΑΚΕΛ μαγειρεύτηκαν οι προαγωγές καοι κοινοποιήθηκαν στο Αρχηγείο μέσω φαξ». Περαιτέρω ανέφερε ότι «ο Αρχηγός της Αστυνομίας ήταν ο τελευταίος που έμαθε ποιοι από το Σώμα προήχθησαν» και ότι υφιστάμενοί του αξιωματικοί γνώριζαν πριν από εκείνον «ποιοι ήταν στις λίστες που στάληκαν από το Κόμμα, σε συνεννόηση με το Προεδρικό». Η Επιτροπή, ενεργώντας με βάση την πρόνοια του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας ότι σε πρώτο προσπαθεί να επιτύχει συμβιβασμό, υπέδειξε ότι θα έπρεπε να εξαντληθεί η επιδίωξη θεραπείας με την άσκηση του δικαιώματος απάντησης και αίτημα για δημοσίευση επιστολής με τις θέσεις της Αστυνομίας επί του θέματος. Ο εκπρόσωπος Τύπου της Αστυνομίας αποδέχθηκε την εισήγηση και απηύθυνε επιστολή προς την εφημερίδα διαψεύδοντας το δημοσίευμα, η οποία και δημοσιεύθηκε. Η Επιτροπή θεώρησε την υπόθεση ως διευθετηθείσα.
ΠΡΟΝΟΙΑ/EΣ ΚΩΔΙΚΑ:
ΜΜΕ:
ΑΡ. ΠΑΡΑΠΟΝΟΥ:
33/2009
ΗΜ. ΑΠΟΦΑΣΗΣ:
20/01/2009
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ:
ΟΧΙ
Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας εξέτασε παράπονο (33/3/12/2009) από την Σαλώμη Κρητιώτη ότι το ΡΙΚ αρνήθηκε να της επιτρέψει να μιλήσει σε τηλεοπτικές εκπομπές στις οποίες γίνονται δεκτές τηλεφωνικές ερωτήσεις ή παρεμβάσεις. Σύμφωνα με το παράπονο αυτό συνέβη στην εκπομπή της κ. Κανάρη στις 10/11/2009, η οποία αφορούσε ιατρικά θέματα, στις 14/11/2009, η οποία επίσης αφορούσε ιατρικό θέμα και στις 18/11/2009, σχετικά με τη βία στην οικογένεια, καθώς και σε πολλά άλλα προγράμματα. Η παραπονούμενη ανέφερε της ότι θεωρεί «απαράδεκτο και δικτατορικό» να κόβουν της συμμετοχή της σε ζωντανά προγράμματα του Ημικρατικού καναλιού. Επίσης ανέφερε ότι οι χειριστές των τηλεφώνων στο ΡΙΚ αρνούνται να την ενώσουν με την παρουσιάστρια της εκπομπής και στη συνέχεια «μπλοκάρουν» τις δύο τηλεφωνικές της γραμμές ώστε να μη μπορεί να τηλεφωνήσει σε αριθμούς του ΡΙΚ. Στις 11 Ιανουαρίου, 2010, η κ. Κρητιώτη τηλεφώνησε στο Γραμματέα και ανέφερε σε πολύ έντονο ύφος ότι το ΡΙΚ αρνήθηκε να δεχθεί παρέμβασή για να μιλήσει σχετικά με την ασφάλεια των ηλεκτρικών εγκαταστάσεων καθώς και στην εκπομπή που μεταδιδόταν εκείνη την ώρα. Στη συνέχεια υπέβαλε μακροσκελή οκτασέλιδο υπόμνημα στο οποίο ανέφερε τις περιπτώσεις στις οποίες δεν έγινε δεκτή παρέμβασή της σε εκπομπή του ΡΙΚ και περέγραφε λεπτομερώς τα διαμειφθέντα. Ο Γενικός Διευθυντής του ΡΙΚ απάντησε παραπέμποντας σε έκθεση ανώτερης λειτουργού Προγραμμάτων, η οποία ανέφερε ότι η κ. Κρητιώτη συχνά ζητά να κάνει τηλεφωνική παρέμβαση στις εκπομπές του ΡΙΚ και της δόθηκε η ευκαιρία σε αρκετές ευκαιρίες να μιλήσει. Περαιτέρω ανέφερε ότι στις περιπτώσεις αυτές η κ. Κρητιώτη «μακρηγορούσε και πολύ συχνά ήταν εκτός θέματος, εκτροχιάζοντας τη συζήτηση». Ανέφερε ως παράδειγμα την εκπομπή στις 14/12/2009, με θέμα «παχνίδια και ασφάλεια» στην οποία η κ. Κρητιώτη ζήτησε να κάμει παρέμβαση σχετικά με την «τάση των ηλεκτρικών συσκευών γενικότερα». Επίσης ανέφερε ότι οι υπεύθυνοι προσπαθούν να σταματήσουν «διακριτικά και με ευγένεια» τις προσπάθειες της κ. Κρητιώτη για παρεμβάσεις, με αποτέλεσμα να γίνονται δέκτες φραστικών επιθέσεων και εξύβρισης. Η Επιτροπή αφού εξέτασε τις εκατέρωθεν θέσεις και τα γεγονότα διαπίστωσε ότι το παράπονο αφορά στις πρόνοιες του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας περί ίσης μεταχείρισης και της Ελευθερίας Εκφρασης. Ως θέμα αρχής, η Επιτροπή θεωρεί ότι επιβάλλεται η παροχή ίσων ευκαιριών σε όλους τους πολίτες που επιθυμούν να εκφέρουν απόψεις στη διάρκεια εκπομπών στις οποίες ζητείται ή είναι δεκτή η παρέμβαση του κοινού. Ταυτόχρονα, όμως, αποφάσισε ότι τα ΜΜΕ και ειδικότερα τα εκπέμποντα, έχουν δικαίωμα άρνησης παρεμβάσεων όταν διαπιστώσουν ότι αυτές είναι δυνατό να παρεμποδίσουν την ομαλή ροή των εκπομπών και να επηρεάσουν την ποιότητά τους. Στην προκειμένη περίπτωση διαπίστωσε, από τις εκθέσεις γεγονότων που υπέβαλε η ίδια η παραπονούμενη, ότι επιδιώκει παρέμβαση σε εκπομπές του ΡΙΚ επί συστηματικής βάσης και ανεξάρτητα από το θέμα συζήτησης. Για παράδειγμα, η ίδια ανέφερε ότι ενώ γινόταν συζήτηση για τη ψηφιακή τηλεόραση και με αφορμή το θάνατο γνωστού αγιογράφου από ηλεκτροπληξία, ζήτησε να κάμει παρέμβαση ως ειδική σε θέματα φυσικής, για να πει πως πρέπει να είναι η ηλεκτρική εγκατάσταση στα σπίτια ώστε να αποφεύγονται ηλεκτροπληξίες και πυρκαγιές. Επίσης ανέφερε: «Όταν νευριάσω…τα λέγω όλα βωμολοχώντας». Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα γεγονότα, η Επιτροπή αποδέχθηκε τις εξηγήσεις του ΡΙΚ και αποφάσισε ότι, υπό τις περιστάσεις, η άρνηση του ΡΙΚ να δεχθεί τις παρεμβάσεις της κ. Κρητιώτη δεν συνιστούσε παραβίαση των προνοιών του Κώδικα περί ίσης μεταχείρισης και του δικαιώματος της Ελευθερίας Εκφρασης.
ΠΡΟΝΟΙΑ/EΣ ΚΩΔΙΚΑ:
ΜΜΕ:
ΑΡ. ΠΑΡΑΠΟΝΟΥ:
34/2009
ΗΜ. ΑΠΟΦΑΣΗΣ:
20/01/2009
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ:
ΑΡΝΗΣΗ ΕΞΕΤΑΣΗΣ λόγω ανοίκειας σημπεριφοράς
Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας επιλήφθηκε παραπόνου (34/4/12/2009) από τον κ. Κώστα Μαυρίδη ότι στη ζωντανή τηλεοπτική εκπομπή του ΡΙΚ «Το συζητάμε» στις 23/11/2009 υπέστη φραστική επίθεση από τον προεδρικό σύμβουλο κ. Τουμάζο Τσελεπή «με τρόπο ανακριβή, παραπλανητικό και προσβλητικό» με αποτέλεσμα να πλήξει την αξιοπιστία και την υπόληψη και να διαβάλει το όνομα του παραπονούμενου, χωρίς η παρουσιάστρια κ. Ειρήνη Χαραλαμπίδου να παρέμβει για να τον προστατεύσει. Στην επιστολή παραπόνου του, ο κ. Μαυρίδης περιέλαβε το ακόλουθο υστερόγραφο: «Αν ο Πρόεδρος η Μέλος της Επιτροπής τυγχάνει να διατηρεί ιδιάζουσα σχέση με κάποιο πρόσωπο από τα εμπλεκόμενα ώστε τυχόν να αμφισβητείται η αμεροληψία της Επιτροπής, προσδοκώ ότι θα υπάρξει ανάλογη ρύθμιση». Ο Πρόεδρος της Επιτροπής θεώρησε ότι λόγω κάποιων αναφορών που είχαν προηγηθεί σε σχέση με τον ίδιο και τον κ. Τουμαζή και με σκοπό τη διαφύλαξη του κύρους της Επιτροπής δεν θα ήθελε να μετάσχει με οποιοδήποτε τρόπο στην εξέταση του θέματος. Ο Πρόεδρος διευκρίνισε ότι με τον κ. Τουμαζή δεν έχει καμιά ιδιαίτερη σχέση πέραν του ότι και οι δύο είναι μέλη μιας επιτροπής εργασίας για το Κυπριακό, αλλά θεώρησε πρέπον να απόσχει, τηρώντας τη ρήση ότι «η γυναίκα του Καίσαρα δεν πρέπει μόνο να είναι αλλά και να φαίνεται τίμια». Τα υπόλοιπα μέλη της Επιτροπής αποφάσισαν, στην απουσία του Προέδρου, ότι το όλο πνεύμα του υστερογράφου και η συγκεκριμένη αναφορά στον Πρόεδρο ή σε μέλος της Επιτροπής συνιστά εκ προοιμίου αμφισβήτηση της ακεραιότητας και αμεροληψίας ενός εκάστου των μελών και του συνόλου της Επιτροπής και προσβλητική προσπάθεια υπόδειξης του τρόπου ενέργειας της και αρνήθηκαν να προχωρήσουν σε εξέταση του παραπόνου.
ΠΡΟΝΟΙΑ/EΣ ΚΩΔΙΚΑ:
ΜΜΕ:
ΑΡ. ΠΑΡΑΠΟΝΟΥ:
32/2008
ΗΜ. ΑΠΟΦΑΣΗΣ:
18/12/2008
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ:
ΝΑΙ
Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας εξέτασε παράπονο (32/2008 -1/12/2008) για παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας του τέως προέδρου της Ανόρθωσης Ανδρέα Παντελή, από την αθλητική εκπομπή του ΡΙΚ-2, που μεταδόθηκε στις 30 Νοεμβρίου, 2008. Στη διάρκεια της εκπομπής έγινε συζήτηση σχετικά με καταγγελίες από μέλη του Δ.Σ. της Ανόρθωσης, που οδήγησαν στη σύλληψη και έκδοση διατάγματος προσωποκράτησης του κ. Παντελή, προς διευκόλυνση των ανακρίσεων σχετικά με ισχυρισμούς περί κλοπής ποσού πέραν του ενός εκατομμυρίου ευρώ από το ταμείο της Ανόρθωσης. Στη διάρκεια της εκπομπής διατυπώθηκαν ισχυρισμοί, πέραν των καταγγελιών που είχαν γίνει στην Αστυνομία και βρίσκονταν υπό διερεύνηση, για ανάληψη διαφόρων ποσών από τα ταμεία της Ανόρθωσης για σκοπούς που δεν εκπληρώθηκαν ή για πληρωμές που δεν έγιναν, ή για ποσά που πληρώθηκαν από άλλους και παρουσιάστηκαν ότι πληρώθηκαν από το ταμείο του σωματείου. Στην εκπομπή περενέβη τηλεφωνικώς ο Γενικός Εισαγγελέας ο οποίος ανέφερε: «Διερωτώμαι αν είναι σωστό να γίνονται τέτοιου είδους συζητήσεις, ιδιαίτερα από το κρατικό ίδρυμα ραδιοφωνίας, αναφορικά με καταθέσεις που δίδονται στην αστυνομία, με τις εκατέρωθεν εξηγήσεις και αν ένα αδίκημα μπορεί να συμβιβασθεί επειδή ο παραπονούμενος αποσύρει το παράπονό του». Ο Γ.Δ. του ΡΙΚ κ. Θέμης Θεμιστοκλέους απάντησε στο παράπονο αναφέροντας ότι ο δικηγόρος του κ. Παντελή, Γιαννάκης Ιωάννου, ήταν παρών στη συζήτηση και δε διαμαρτυρήθηκε για παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας του πελάτη του. Ανέφερε επίσης ότι ο παρουσιαστής της εκπομπής δε μερολήπτησε υπέρ οποιασδήποτε πλευράς και δεν επεδίωξε παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας του κ. Παντελή. Περαιτέρω ανέφερε ότι ο παρουσιαστής δεν ήταν νομικός για να κρίνει αν όσα λέχθηκαν συνιστούσαν παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας. Ο παρουσιαστής της εκπομπής κ. Ντίνος Φοινικαρίδης ανέφερε σε έκθεσή του ότι δεν έγινε προσπάθεια καταδίκης οποιουδήποτε στα μάτια της κοινής γνώμης και ότι όσα λέχθηκαν είχαν μεταδοθεί το προηγούμενο βράδυ στα δελτία ειδήσεων όλων των καναλιών. Ανέφερε, επίσης, ότι ο εκπρόσωπος τύπου της Ανόρθωσης Αλέξανδρος Αλεξάνδρου παρουσίασε νέα στοιχεία για υποθέσεις που αφορούσαν ποσό 1.4 εκ. ευρώ, λέγοντας ότι είχε εντολή από το διοικητικό συμβούλιο της Ανόρθωσης να παραθέσει τα στοιχεία. Ανέφερε, ακόμη, ότι σε καμιά περίπτωση δεν είχε πάρει θέση υπέρ της μιάς ή της άλλης πλευράς και ότι ο χρόνος που δόθηκε στους συζητητές ήταν ο ίδιος. Τέλος, ανέφερε ότι έκαμε τέσσερις παρεμβάσεις προς τον κ. Αλεξάνδρου και τον εκτελεστικό σύμβουλο της Ανόρθωσης Ντίνο Τουμαζή και τους ρώτησε γιατί δεν έκαμαν τις καταγγελίες τους προηγουμένως, αφού οι ενέργειες που καταλογίζονταν στον κ. Παντελή είχαν γίνει πριν από καιρό. Η Επιτροπή, αφού εξέτασε τις εκατέρωθεν θέσεις και μελέτησε την εκπομπή από οτπικογράφηση, κατέληξε στις ακόλουθες διαπιστώσεις: Το γεγονός ότι ο παρουσιαστής δεν ήταν νομικός, ότι έδωσε ίσο χρόνο στους ενδιαφερόμενους και ότι έκαμε παρεμβάσεις προς τους καταγγέλλοντας με το ερώτημα γιατί δεν είχαν κάμει τις καταγγελίες τους προηγουμένως, δεν απαλλάσσει της ευθύνης για τήρηση της πρόνοιας του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας περί του τεκμηρίου αθωότητάς. Η ορθή ενέργεια από μέρους του παρουσιαστή θα ήταν να παρέμβει για να παρεμποδίσει τη διατύπωση κατηγοριών, κρίσεων ή υπονοουμένων περί διάπραξης αδικημάτων πέραν εκείνων που είχαν γίνει στην Αστυνομία και είχαν αναφερθεί σε ανοικτή δικαστική διαδικασία. Η προηγούμενη μετάδοση των ίδιων ή ανάλογων ισχυρισμών σε καμιά περίπτωση δεν απαλλάσσει της υποχρέωσης τήρησης των προνοιών του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας. Αντίθετα τα ΜΜΕ έχουν υποχρέωση να αποφεύγουν την επανάληψη ή αναπαραγωγή πληροφοριών, οι οποίες συνιστούν παραβίαση του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας. Η Επιτροπή, επίσης, αποφάσισε ότι η παρουσία του δικηγόρου του κ. Παντελή στην εκπομπή και η μη παρέμβασή του υπέρ της αθωότητας του πελάτη του δεν αποτελεί δικαιολογία και δεν απαλλάσσει της υποχρέωσης για τήρηση των προνοιών του Κώδικα. Παρά το γεγονός ότι ο Κώδικας Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας προβλέπει ότι παρέχεται στους επηρεαζομένους το δικαίωμα της απάντησης, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις που άτομα έχουν υποστεί επίθεση, στην προκειμένη περίπτωση η άσκηση του δικαιώματος της απάντησης δε θεραπεύει την παραβίαση των προνοιών περί σεβασμού του τεκμηρίου αθωότητας και περί μη διασυρμού. Εξ άλλου, το δικαίωμα της απάντησης ασκείται από τον ίδιο τον επηρεαζόμενο ή από εκπρόσωπό του κατόπιν ρητής εξουσιοδότησης, η οποία, όπως προέκυψε από την εκπομπή, δεν είχε δοθεί στο δικηγόρο του κ. Παντελή. Με βάση τα πιο πάνω, η Επιτροπή έκρινε ότι κατά τη διάρκεια της εκπομπής παρουσιάσθηκαν ισχυρισμοί και υπονοούμενα που οδηγούσαν σε συμπεράσματα ως προς την ενοχή ή αθωότητα του τέως προέδρου της Ανόρθωσης κ. Ανδρέα Παντελή και έτειναν να τον διασύρουν. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή αποφάσισε ότι η εκπομπή παραβίασε την πρόνοια του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας ως προς το τεκμήριο της αθωότητας.
ΠΡΟΝΟΙΑ/EΣ ΚΩΔΙΚΑ:
ΜΜΕ:
ΑΡ. ΠΑΡΑΠΟΝΟΥ:
28/2008
ΗΜ. ΑΠΟΦΑΣΗΣ:
26/11/2008
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ:
ΝΑΙ
Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας, στο πλαίσιο της αποστολής της για προάσπιση του δικαιώματος της Ελευθερίας Εκφρασης και της ανεξαρτησίας των δημοσιογράφων, εξέτασε παράπονο (28/2008 -20/11/08) από την κ. Ελίτα Μιχαηλίδου, παρουσιάστρια της εκπομπής του τηλεοπτικού σταθμού ΣΙΓΜΑ «Με την Ελίτα», για επίθεση εναντίον της εκπομπής της και της ιδίας προσωπικά από τον Επίσκοπο Καρπασίας κ. Χριστοφόρο. Ο Επίσκοπος Καρπασίας, σε εγκύκλιό του ημερομηνίας 7ης Νοεμβρίου, 2008, καλούσε τους Αρχιμανδρίτες, Ιερείς και Διακόνους της Ιεράς Αρχιεπισκοπής να ενημερώσουν το ποίμνιό τους, σχετικά με τη δραστηριότητα γυναίκας που υποστηρίζει ότι είναι απεσταλμένη του Θεού στη γη και επίσης διατύπωνε την κατηγορία ότι η εκπομπή της κ. Μιχαηλίδου «εργολαβικά παρουσιάζει θέματα, που διαβρώνουν επικίνδυνα την ορθόδοξη διδασκαλία και ζωή». Περαιτέρω ανέφερε ότι η Ιερά Σύνοδος «ασχολήθηκε σε δύο συνεδρίες της με τις εκπομπές τη κ. Ελίτας (Μιχαηλίδου) στον τηλεοπτικό σταθμό ΣΙΓΜΑ και αποφάσισε ότι, όσα πρόβαλλε μέσα από αυτές είναι παντελώς ασυμβίβαστα με την Ορθόδοξη Πίστη» και «για το λόγο αυτό έλαβε απόφαση όπως ουδείς κληρικός της Εκκλησίας μας λαμβάνει μέρος στις εκπομπές αυτές» Η κ. Μιχαηλίδου ανέφερε στην Επιτροπή ότι αυτό που αποφάσισε η Ιερά Σύνοδος είναι ότι, οσάκις προσκαλείται οποιοσδήποτε ιερέας σε οποιαδήποτε εκπομπή να παίρνει πρώτα τη συγκατάθεση της Μητρόπολης στην οποία ανήκει. Η Επιτροπή σημειώνει ότι είναι ένα θέμα να ενημερώνεται το ποίμνιο της Εκκλησίας για τη δράση αυτόκλητων σωτήρων και θαυματοποιών και άλλο θέμα να διατυπώνονται κατηγορίες και να εκτοξεύονται κατηγορίες και αφορισμοί εναντίον ΜΜΕ και δημοσιογράφων. Η Επιτροπή, όπως και στο παρελθόν είχε την ευκαιρία να τονίσει, θεωρεί ότι η κριτική με επιχειρήματα για το έργο των ΜΜΕ και των δημοσιογράφων είναι θεμιτή, αλλά απορρίπτει αφοριστικές επιθέσεις όπως οι πιο πάνω. Γι’ αυτό και σημείωσε με ιδιαίτερη ικανοποίηση τη βεβαίωση του προκαθημένου της Εκκλησίας της Κύπρου Αρχιεπισκόπου Χρυσοστόμου Β΄ ότι διαφωνεί με την ενέργεια του Επισκόπου και ότι δεν γνώριζε «εκ των προτέρων ότι θα φύγει τέτοιο μήνυμα από την επίσημη Εκκλησία». Επίσης εξέφρασε ικανοποίηση για τη δήλωση του Μακαριωτάτου ότι «εδώ έχουμε ελευθερία λόγου και ακόμη και να υβριζόμαστε δεν θέλουμε να τους απαγορεύσουμε να μιλούν…Να υπάρχει λόγος και αντίλογος και ο λαός νομίζω ότι είναι ώριμος να καταλαβαίνει.» Περαιτέρω, η Επιτροπή θεωρεί ότι η τοποθέτηση του Αρχιεπισκόπου πως «αν…μια εκπομπή είναι αρνητική, δικαιούται η Εκκλησία να πει τη θέση της, όχι όμως εκ των προτέρων να καταδικάζουμε την εκπομπή» αποδίδει την ουσία του συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος της Ελευθερίας Εκφρασης. Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, η Επιτροπή θεωρεί ότι η επίθεση που διατυπώθηκε εναντίον της εκπομπής της κ. Ελίτας Μιχαηλίδου και της ιδίας προσωπικά συνιστά προσπάθεια παραπλάνησης του κοινού, απόπειρα εκφοβισμού και προσπάθεια φίμωσης των ΜΜΕ και ως τέτοια στρέφεται εναντίον της Ελευθερίας του Τύπου και του δικαιώματος της Ελευθερίας Εκφρασης, η οποία αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο της δημοκρατίας.
ΠΡΟΝΟΙΑ/EΣ ΚΩΔΙΚΑ:
ΜΜΕ:
ΑΡ. ΠΑΡΑΠΟΝΟΥ:
29/2008
ΗΜ. ΑΠΟΦΑΣΗΣ:
26/11/2008
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ:
ΟΧΙ
Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας εξέτασε παράπονο (29/2008 -24/11/2008) εναντίον του τηλεοπτικού σταθμού ΣΙΓΜΑ από την Πρόεδρο της ΟΕΛΜΕΚ κ. Ελένη Σεμελίδου και το Γ. Γραμματέα της οργάνωσης κ. Κώστα Χατζησάββα, για λήψη τηλεοπτικών εικόνων από σχολεία χωρίς άδεια από αρμόδια όργανα και για προσβολή των εκπαιδευτικών και των μαθητών. Οι εικόνες παρουσίαζαν συμπλοκές μεταξύ μαθητών, καταστροφή επίπλων, χρήση απρεπούς γλώσσας, απρεπή συμπεριφορά προς καθηγητές, απρεπή συνθήματα στους τοίχους, κάπνισμα στην αυλή του σχολείου και επίδειξη προφυλακτικών και προβλήθηκαν στην εκπομπή του ΣΙΓΜΑ «60 λεπτά» στις 20 Νοεμβρίου, 2008, στη διάρκεια συζήτησης σχετικά με την παραβατικότητα στα σχολεία. Το ΣΙΓΜΑ απάντησε στο παράπονο δια του δικηγορικού γραφείου «Χρίστος Πατσαλίδης και Συνεργάτες» αναφέροντας ότι η εκπομπή είχε σκοπό την παρουσίαση ενός θέματος δημοσίου ενδιαφέροντος, που αφορούσε στην προστασία της παιδείας και στην ασφάλεια των μαθητών και των καθηγητών. Υποστήριξε ότι η κινηματογράφηση επιτρέπεται με βάση τις εξαιρέσεις περί προστασίας της «δημόσιας ασφάλειας…ήτοι την ασφάλεια που απολαύουν τόσο οι μαθητές όσο και οι καθηγητές τους στα δημόσια σχολεία». Επίσης ανέφερε ότι οι μυστικές βιντεογραφήσεις και ηχογραφήσεις έγιναν από μαθητές με τη συγκατάθεση των γονέων τους και δεν αποσκοπούσαν στην προσβολή των εκπαιδευτικών. Περαιτέρω υποστήριξε ότι δεν χρειαζόταν άδεια από τις αρχές τους σχολείου, γιατί επρόκειτο για δημόσια σχολεία και επομένως «δημόσιους χώρους», στους οποίους η είσοδος επιτρέπεται σε οποιοδήποτε και επομένως η κινηματογράφηση δεν αντιβαίνει στην πρόνοια που απαγορεύει την κινηματογράφηση σε «ιδιωτικό χώρο». Τέλος ανέφερε ότι ο σταθμός «δεν μπορεί να αποσιωπήσει ή να αποκρύψει τέτοια σοβαρά προβλήματα παραβατικότητας στα σχολεία». Η Επιτροπή, κατά την εξέταση του παραπόνου, έλαβε υπόψη το γεγονός ότι η μαθητική παραβατικότητα βρίσκεται σε έξαρση σε κάποια σχολεία, αποτελεί σοβαρό κοινωνικό φαινόμενο, απασχολεί την κοινή γνώμη και κατά συνέπεια η συζήτησή του ήταν δικαιολογημένη στο πλαίσιο της αποστολής των ΜΜΕ. Η Επιτροπή τονίζει ότι, ως θέμα αρχής, η κινηματογράφηση σε σχολεία, έστω και αν είναι δημόσια, δεν επιτρέπεται χωρίς την άδεια των αρμοδίων, πέραν των περιπτώσεων Δημοσίου Συμφέροντος, που παρατίθενται στη σχετική πρόνοια. Η Επιτροπή δεν αποδέχεται τη θέση ότι η προσωπική ασφάλεια των μαθητών και των καθηγητών ταυτίζεται με την έννοια της Δημόσιας Ασφάλειας, ούτε και ότι τα δημόσια σχολεία είναι ανοικτοί χώροι με ελεύθερη πρόσβαση για σκοπούς λήψης εικόνων. Ωστόσο, στην περίπτωση αυτή, έκρινε ότι η μυστική λήψη σκηνών ήταν, κατ’ εξαίρεση, δικαιολογημένη από τη σοβαρότητα του θέματος της μαθητικής παραβατικότητας, ενός θέματος υψίστου κοινωνικού συμφέροντος και ενδιαφέροντος, το οποίο απασχολεί τους εκπαιδευτικούς, την Πολιτεία και την κοινωνία γενικότερα. Η Επιτροπή κατέληξε στη θέση αυτή λαμβάνοντας υπόψη και το γεγονός ότι ακριβώς την ημέρα εξέτασης του παραπόνου, η πρόεδρος της ΟΕΛΜΕΚ προανήγγειλε τη λήψη απόφασης για στάση εργασίας των καθηγητών με σκοπό την ευαισθητοποίηση των αρμοδίων και της κοινωνίας για την παραβατικότητα στα σχολεία. Καταλήγοντας στην απόφαση αυτή, η Επιτροπή τονίζει ότι η απόφασή της δεν προδικάζει ανάλογη τοποθέτηση στο μέλλον, σε περιπτώσεις παραβίασης ιδιωτικών χώρων, έστω και αν αποκαλούνται δημόσιοι. Η Επιτροπή έλαβε περαιτέρω υπόψη τα κίνητρα της κινηματογράφησης ήταν η παρουσίαση του προβλήματος της παραβατικότητας σε σχολεία, καθώς και το γεγονός ότι δεν αποκαλύφθηκαν πρόσωπα και δεν ταυτοποιήθηκαν συγκεκριμένοι χώροι. Η Επιτροπή σημείωσε ότι κατά την παρουσίαση του θέματος υπήρξε τάση δραματοποίησης και κυρίως γενίκευσης, ιδιαίτερα κατά την παρουσίαση σκηνών πού λήφθηκαν μυστικά σε σχολείο. Κατά την προβολή των σκηνών αναφέρθηκε ότι «εικόνες και συμπεριφορές που θυμίζουν ποδοσφαιρικά γήπεδα είναι η εικόνα των γυμνασίων και των λυκείων της Κύπρου…». Για τη γενίκευση αυτή διαμαρτυρήθηκαν η πρόεδρος της ΟΕΛΜΕΚ και η Γενική Διευθύντρια του Υπουργείου Παιδείας, που υπέδειξαν ότι επρόκειτο για εξαιρέσεις και όχι για τον κανόνα. Επίσης, ο παρουσιαστής της εκπομπής σημείωσε ότι «συμφωνούμε όλοι ότι οι εικόνες αυτές δεν αφορούν σε όλους τους μαθητές, σε όλους τους εκπαιδευτικούς». Δεδομένου ότι στη συζήτηση εκπροσωπούντο οι ενδιαφερόμενοι φορείς και ακούστηκαν οι απόψεις τους, η Επιτροπή έκρινε ότι αφ’ ενός ικανοποιήθηκε το δικαίωμα απάντησης και αφ’ ετέρου ότι με τη δήλωση του παρουσιαστή υπήρξε συμμόρφωση προς την πρόνοια του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας περί διόρθωσης ανακριβών ή παραπλανητικών πληροφοριών. Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, η Επιτροπή αποφάσισε ότι δεν υπήρξε παραβίαση των προνοιών του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας περί διασυρμού, χωρίς διάκριση, του συνόλου των σχολείων, των εκπαιδευτικών και των μαθητών.
ΠΡΟΝΟΙΑ/EΣ ΚΩΔΙΚΑ:
ΜΜΕ:
ΑΡ. ΠΑΡΑΠΟΝΟΥ:
22/2008
ΗΜ. ΑΠΟΦΑΣΗΣ:
19/11/2008
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ:
ΝΑΙ
Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας εξέτασε παράπονο 22/2008 -4/8/08) της Κίνησης για Ισότητα, Στήριξη, Αντιρατσισμό (ΚΙΣΑ) για το περιεχόμενο εκπομπής του τηλεοπτικού σταθμού NEW EXTRA TV με αντικείμενο τους αλλοδαπούς στην Κύπρο και τη λαθρομετανάστευση. Η απόφαση εκδίδεται με μεγάλη καθυστέρηση ως εκ του γεγονότος ότι ο τηλεοπτικός σταθμός παρέλειψε να ανταποκριθεί εγκαίρως στην παράκληση της Επιτροπής να παραθέσει τις απόψεις του και να την προμηθεύσει με το οπτικό υλικό της εκπομπής, το οποίο τελικά εξασφαλίστηκε από άλλη πηγή. Οι παραπονούμενοι υποστήριξαν ότι στην εκπομπή «Φύλλο και Φτερό» που μεταδόθηκε στις 31 Ιουλίου, 2008, στην οποία φιλοξενήθηκαν εκπρόσωποι της «Κίνησης για τη Σωτηρία της Κύπρου» εκφράστηκαν ρατσιστικές θέσεις και απόψεις, τόσο από τους δημοσιογράφους-συντονιστές όσο και από τους φιλοξενούμενους. Εθεσαν επίσης θέμα συμμετοχής στη συζήτηση ενός ατόμου, που είχε το «ίδιο επίθετο με το χρηματοδότη της εκπομπής». Ο Γενικός Διευθυντής του σταθμού κ. Ανδρέας Ζένος απάντησε στην παράκληση της Επιτροπής για παράθεση των απόψεων του σταθμού στις 27 Οκτωβρίου, 2008 και εξήγησε τους λόγους, τους οποίους η Επιτροπή αποδέχθηκε. Ως προς το θέμα του χορηγού της εκπομπής, ο κ. Ζένιος ανέφερε ότι δεν γνώριζε κατά πόσο ο εκ των φιλοξενουμένων κ. Αδάμος Κόμπος έχει οποιαδήποτε σχέση με το χορηγό της εκπομπής A. G. Kompos Electronics και υποστήριξε ότι η εκπομπή δεν έπασχε ως εκ της συμμετοχής του δεδομένου ότι ο χορηγός είναι εταιρεία ηλεκτρικών ειδών, τα οποία δεν έχουν καμία σχέση με το αντικείμενο της εκπομπής, που ήταν το θέμα της παράνομης μετανάστευσης. Ως προς το περιεχόμενο της εκπομπής, ο κ. Ζένιος ανέφερε ότι δεν το γνώριζε και δεν διέθετε οπτικογράφηση της, αλλά πρόσθεσε ότι ο συντονιστής της εκπομπής επιμένει ότι το περιεχόμενό της «ήταν καθαρά αντιρατσιστικό και ασχολήθηκε αποκλειστικά με το θέμα της «Παράνομης Μετανάστευσης» χωρίς ρατσιστικά κριτήρια». Επί πλέον ανέφερε ότι η πολιτική του σταθμού «είναι η πλήρης συμμόρφωση με τους διάφορους Κώδικες Δεοντολογίας» και ότι σε περιπτώσεις στις οποίες κάποιος προσκεκλημένος ενεργήσει κατά παράβασή τους, ο εκπρόσωπος του σταθμού οφείλει να τον διακόψει, να ανασκευάσει τους ισχυρισμούς και αν ο φιλοξενούμενος δεν συμμορφώνεται, να διακόπτει την εκπομπή. Τέλος ο κ. Ζένιος ανέφερε ότι «αν από τη διερεύνηση των καταγγελιών προκύψει πως ο συντονιστής (υπό την πίεση της ζωνταντής φήσης της εκπομπής) δεν ενήργησε σύμφωνα με τις πιο πάνω οδηγίες», ο σταθμός θα φροντίσει να δώσει στον παραπονούμενο την ευκαιρία να εμφανισθεί σε κάποιο μελλοντικό πρόγραμμα για να ανασκευάσει τους ισχυρισμούς που ενθαρρύνουν το ρατσισμό. Η Επιτροπή σημείωσε με ενδιαφέρον τις θέσεις του κ. Ζένιου και αποφάσισε ότι υπό τις περιστάσεις είναι σκόπιμη μια αδρή παράθεση του περιεχομένου της εκπομπής, όπως προκύπτει από μαγνητοσκόπηση, η οποία εξασφαλίστηκε από άλλη πηγή. Στην εκπομπή συμμετείχαν ο παρουσιαστή της και μία δημοσιογράφος του τηλεοπτικού σταθμού και τέσσερις φιλοξενούμενοι. Ο παρουσιαστής της εκπομπής ανέφερε ότι επέλεξε να ασχοληθεί «με το θέμα των αλλοδαπών» και δεν διευκρίνισε την ιδιότητα υπό την οποία μετείχαν στη συζήτηση οι φιλοξενούμενοι, πέραν της αναφοράς στην αρχή της εκπομπής ότι ένας από αυτούς, ο κ. Αδάμος Κόμπος είναι Δημοτικός Σύμβουλος και στο τέλος ότι ήταν ο χορηγός της εκπομπής. Οι άλλοι συζητητές ήταν ο κ. Πανίκος Αρσαλίδης, ο κ. Πέτρος Στυλιανού, ο οποίος ανέφερε ότι μιλούσε εκ μέρους της «Κίνησης για τη Σωτηρία της Κύπρου» και ο κ. Βίας Λειβαδάς, από τα λεχθέντα του οποίου προκύπτει ότι και αυτός είναι στέλεχος της Κίνησης. Καθ’ όλη τη διάρκεια της συζήτησης, που κράτησε μια ώρα περίπου, ακούστηκαν οι ίδιες απόψεις από όλους, περιλαμβανομένου του παρουσιαστή, που δεν αμφισβήτησε ο,τιδήποτε αναφέρθηκε από τους προσκεκλημένους και δεν ζήτησε υποστήριξη ή τεκμηρίωση των στοιχείων που ανέφεραν. Σε γενικές γραμμές, η όλη συζήτηση ήταν καθολικά εχθρική προς τους αλλοδαπούς. Ο κ. Κόμπος υποστήριξε ότι η παρουσία παράνομων εργατών στην Κύπρο είναι «μέρος του στρατηγικού σχεδίου της Τουρκίας για να μας δημιουργήσει ζημιά» και ότι «η παρουσία πολλών ξένων δεν επιδρά θετικά στην οικογένεια», «επιδρά κοινωνικά, εθνικά, θρησκευτικά και ακόμη και στην εργασία» και «οδηγεί σε αποχή των νέων από την εργασία». Ο κ. Λειβαδάς αναφέρθηκε σε μια πληροφορία ότι υπάρχουν 700 χιλιάδες έποικοι στην Κύπρο, ότι η λαθρομετανάστευση «είναι στοχευμένος εποικισμός από την Τουρκία» και περαιτέρω ότι «η Αγγλία είναι πίσω από τον εποικισμό και τη λαθρομετανάστευση». Ο κ. Στυλιανού αναφέρθηκε σε παρουσία 170 ξένων στην Κύπρο, από τους οποίους, όπως είπε, οι μισοί είναι παράνομοι και υποστήριξε ότι με το ρυθμό αύξησής τους σε 15 χρόνια θα είναι περισσότεροι από το γηγενή πληθυσμό. Την ίδια άποψη υποστήριξε και ο κ. Αρσαλίδης, ο οποίος επίσης αναφέρθηκε σε «οπτική εκτίμηση» ότι οι ξένοι συνιστούν το 50% του σημερινού πληθυσμού της Κύπρου και ότι η αναλογία των Κυπρίων (Ελλήνων) έπεσε από το 82% στο 54%. Είπε ακόμη ότι ένα εκατομμύριο άνθρωποι περιμένουν στη Λατάκεια για να μπαρκάρουν για την Κύπρο. Στη συνέχεια έγινε συζήτηση για την επίδραση των αλλοδαπών στο έγκλημα. Ο παρουσιαστής ρώτησε τον κ. Κόμπο κατά πόσο πιστεύει «ότι στην αύξηση της εγκληματικότητας έχουν διαδραματίσει και αυτοί το δικό τους ρόλο». Ο κ. Κόμπος απάντησε: «Δυστυχώς είναι κάποια ξενόφερτα συστήματα. Ας πάρουμε τις επιθέσεις με μαχαίρια. Στην Κύπρο οι δικοί μας πολύ σπάνια χρησιμοποιούσαν μαχαίρι. Τώρα πολύ τακτικά βλέπουμε να γίνεται η χρήση του μαχαιριού…Οι διαρρήξεις…αυτά είναι πράγματα ξενόφερτα...και ενισχύουν και τους δικούς μας που έχουν ξεφύγει .. ναρκωτικά είναι αρκετές παρανομίες που μας έχουν φέρει, μας έχουν μεταδώσει…όλα αυτά είναι κακό για την κοινωνία μας…» Παρουσιαστής: Και η πορνεία…; Κόμπος:… και η πορνεία, βεβαίως όλα αυτά είναι συνεπακόλουθα της παρουσίας όλων αυτών των ξένων οι οποίοι προέρχονται από πολύ χαλαρούς κοινωνικούς και οικογενειακούς δεσμούς…έρχονται εδώ, μεταδίδουν όλα αυτά τα πράγματα και δυστυχώς έχουμε όλο αυτό το κατάντημα της κοινωνίας μας». Λειβαδάς: Από στοιχεία που έχουμε πάρει από την Αστυνομία, η εγκληματικότητα έχει αυξηθεί πέραν του 50% από εγκλήματα που γίνονται από αλλοδαπούς. Ακόμα σε θέματα υγείας, αρρώστιας, λόγω της αύξησης των λαθρομεταναστών που δεν ελέγχονται, έχουν αυξηθεί και το έγκλημα και η αρρώστια.. Παρουσιαστής: Δεν ξέρω αν συμφωνείτε… και η κυπριακή οικογένεια έφθασε στο «δε βαριέσαι αδελφέ»...Δεν είμαστε ρατσιστές, κάθε άλλο... Σε μια παραδοσιακή οικογένεια, η γιαγιά θα μεγάλωνε ένα νήπιο, ο παππούς θα μεγάλωνε το νήπιο και θα έπαιρνε σήμερα τις βασικές του αρχές αυτό το παιδάκι… Ξέρετε τι είναι σήμερα για ένα βρέφος, να ανοίγει τα μάτια του και να βλέπει άλλα χρώματα, να ακούει γλώσσα που να μη την καταλαβαίνει….Μιλούμε για τη νέα γενιά της Κύπρου….Πώς η νέα γενιά της Κύπρου… θα αναγιώσει το μωρό μια κοπέλα από την Ινδία…Η κυπριακή οικογένεια έχει φθάσει στο «δε βαριέσαι αδελφέ». Ισως αυτό να παίζει ρόλο για τη νέα γενιά, που λέγεται ότι είναι επαναστατική. Μα παλιά τα παιδιά όταν τα μεγάλωναν ο παππούς και η γιαγιά ήταν υποδείγματα μαθητών, σέβονταν τους μεγαλύτερους…όταν σήμερα βλέπει άλλα χρώματα, γλώσσα που δεν την καταλαβαίνουν, ακούουν τα σριλανκάζικα και τα ινδιάνικα μεγαλώνοντας είναι σαν να μεγαλώνει σε άλλη χώρα, με άλλες νοοτροπίες, γι’ αυτό υπάρχει μια σχετική επανάσταση συμπεριφοράς των παιδιών…» Η Επιτροπή, αφού μελέτησε το περιεχόμενο της εκπομπής και τα άλλα ενώπιόν της στοιχεία και αφού προέβη σε διερεύνηση διαπίστωσε ότι ένας εκ των συζητητών, ο κ. Αδάμος Κόμπος ήταν το ίδιο πρόσωπο με τον ιδιοκτήτη ή και διευθυντή της εταιρείας-χορηγού της εκπομπής. Κατά συνέπεια η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η εκπομπή, αν και δεν είχε ως αντικείμενό της τα είδη που εμπορεύεται ο χορηγός της, έπασχε ως προς το τεκμήριο της αντικειμενικότητας που έπρεπε να είχε, όπως καταφάνηκε και από το γεγονός ότι ο παρουσιαστής σε καμιά περίπτωση δεν αμφισβήτησε όσα εκ των ανωτέρω ανέφερε ο κ. Κόμπος. Περαιτέρω η Επιτροπή θεωρεί ότι η εκπομπή έπασχε επίσης ως προς την αντικειμενικότητά της, ως εκ του γεγονότος ότι δε λήφθηκε μέριμνα για παρουσίαση της αντίθεσης άποψης. Περαιτέρω η Επιτροπή αποφάσισε ότι η εκπομπή, παρά την περί του αντιθέτου άποψη του παρουσιαστή της, είχε έντονα ξενοφοβικό και ρατσιστικό χαρακτήρα και θα ήταν δυνατό να ενσπείρει ανησυχία και πανικό και να διεγείρει μίσος, απέχθεια και αποστροφή προς τους ξένους με την αναφορά στοιχείων τα οποία δεν τεκμηριώθηκαν, όπως για παράδειγμα ότι η λαθρομετανάστευση αποτελεί σχέδιο της Τουρκίας σε βάρος της Κύπρου, ότι ένα εκατομμύριο άνθρωποι περιμένουν να έλθουν στην Κύπρο από τη Λατάκεια και ότι σε 15 χρόνια οι ξένοι εργάτες και λαθρομετανάστες λόγω του ρυθμού γεννητικότητας 5% θα ξεπεράσουν σε αριθμό το γηγενή πληθυσμό. Ο τελευταίος ισχυρισμός συνιστά ανακρίβεια, γιατί προϋποθέτει ότι οι ξένοι, και αν ακόμη θεωρηθεί ότι ο αριθμός τους είναι ακριβής (170 χιλιάδες, με τους μισούς να είναι παράνομοι και με ρυθμό αύξησης 5%) είναι όλοι τεκνοποιούντα ζεύγη. Επίσης προϋποθέτει ότι νόμιμοι εργάτες και λαθρομετανάστες θα παραμείνουν μόνιμα στην Κύπρο και δεν θα επιστρέψουν στις πατρίδες τους. Επίσης σημείωσε ότι ο ισχυρισμός του παρουσιαστή ότι η νέα γενιά είναι επαναστατική επειδή τα παιδιά δεν τα «αναγιώνουν» γιαγιάδες και παππούδες, αλλά αλλοδαπές, πέραν της ρατσιστικής υφής του, συνιστά ανακρίβεια και παραπλάνηση. Δεν παρουσιάστηκε καμιά τεκμηρίωση –έστω και με την απλή έκφραση γνώμης ενός ειδικού- ότι παιδιά τα οποία μεγαλώνουν με τη φροντίδα αλλοδαπών γυναικών αναπτύσσουν επιθετική ή «επαναστατική» συμπεριφορά, ενώ παράλληλα η σημερινή «επαναστατική» νέα γενιά δεν είναι δυνατό να απέκτησε τη συμπεριφορά που της αποδίδεται επειδή οι σημερινοί έφηβοι μεγάλωσαν κάτω από τη φροντίδα αλλοδαπών γυναικών, δεδομένου ότι το φαινόμενο των αλλοδαπών νταντάδων είναι μόλις πρόσφατο. Η Επιτροπή θεωρεί, συνεπώς, ότι οι θέσεις που αναφέρθηκαν κατά τη συζήτηση και παρατίθενται πιο πάνω συνιστούν βάναυση παραβίαση των προνοιών του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας περί αποφυγής οποιασδήποτε απ’ ευθείας ή άλλης αναφοράς εναντίον προσώπου, που περιέχει στοιχεία προκατάληψης με βάση τη φυλή, το χρώμα, τη γλώσσα, τη θρησκεία και την εθνική προέλευση.
ΠΡΟΝΟΙΑ/EΣ ΚΩΔΙΚΑ:
ΜΜΕ:
ΑΡ. ΠΑΡΑΠΟΝΟΥ:
27/2008
ΗΜ. ΑΠΟΦΑΣΗΣ:
19/11/2008
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ:
ΝΑΙ
Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας εξέτασε παράπονο (27/2008 -9/10/08) παράπονο εναντίον της εφημερίδας «Αλήθεια» για δημοσίευση φωτογραφίας που παρουσίαζε ημίγυμνη γυναίκα να διαβάζει ξαπλωμένη σε παραλία και ενός γαϊδάρου σε κατάσταση στύσης να στέκεται δίπλα της. Η φωτογραφία, που δημοσιεύθηκε στις 9 Σεπτεμβρίου, 2008, έφερε τη λεζάντα: «Είναι για να δείτε κι εσείς πως τα γαούρκα δεν διαβάζουν βιβλία». Η Επιτροπή αποφάσισε ότι η φωτογραφία ήταν χυδαία και παραβίαζε την πρόνοια του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας για επαγγελματικό επίπεδο της υψηλότερης δυνατής στάθμης. Η Επιτροπή θεώρησε ως ελαφρυντικό το γεγονός ότι η εφημερίδα, στην αμέσως επόμενη έκδοσή της απολογήθηκε, ύστερα από τηλεφωνήματα αναγνωστών, για τη δημοσίευση της φωτογραφίας, αναφέροντας ότι «πράγματι ξέφυγε των ορίων».
ΠΡΟΝΟΙΑ/EΣ ΚΩΔΙΚΑ:
ΜΜΕ:
ΑΡ. ΠΑΡΑΠΟΝΟΥ:
26/2008
ΗΜ. ΑΠΟΦΑΣΗΣ:
19/11/2008
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ:
ΝΑΙ
Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας εξέτασε παράπονο (26/2008 -29/8/08) παράπονο εναντίον της εφημερίδας «Αλήθεια» για δημοσίευμα που αναφερόταν σε κατ’ ισχυρισμό άσκηση πορνείας σε υποστατικό στη Λευκωσία. Το δημοσίευμα, ημερομηνίας 19 Αυγούστου, 2008, περιλάμβανε φωτογραφία της ύποπτης, λεπτομέρειες για την ιδιωτική της ζωή και τα φερόμενα αδικήματα στα οποία κατ’ ισχυρισμόν εμπλέκεται. Η εφημερίδα, ανταποκρινόμενη με σχετικά μεγάλη καθυστέρηση σε παράκληση της Επιτροπής να παραθέσει τις απόψεις της, ανέφερε ότι το δημοσίευμά της συνιστούσε αναδημοσίευση από το κυπριακό παράρτημα ελληνικής εφημερίδας και ότι σκοπός δεν ήταν να εκτεθεί οποιοδήποτε άτομο αλλά να δοθεί πληροφόρηση «δεδομένου ότι γίνονταν αρκετές συζητήσεις για την ταυτότητα της ύποτπης». Η Επιτροπή σημειώνει ευθύς εξ αρχής ότι η αναδημοσίευση από οποιοδήποτε έντυπο, ακόμη και επίσημο, δεν αποτελεί ούτε δικαιολογία, ούτε υπεράσπιση, έστω και αν η αναδημοσίευση προέρχεται από επίσημο ή αστυνομικό έγγραφο. Η παραβίαση του τεκμηρίου της αθωότητας ή ο διασυρμός ατόμων σε αστυνομικές ανακοινώσεις δεν απαλλάσσει τα ΜΜΕ και τους δημοσιογράφους της ευθύνης να τηρούν τις πρόνοιες του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας, απαλείφοντας από τις ειδήσεις τους αναφορές που έρχονται σε αντίθεση με τον Κώδικα. Η Επιτροπή αποφάσισε επίσης ότι η δικαιολογία πως σκοπός του δημοσιεύματος ήταν η πληροφόρηση του κοινού επειδή γίνονταν συζητήσεις ως προς την ταυτότητα της ύποπτης δεν συνιστά επίσης υπεράσπιση ή βάσιμη δικαιολογία. Η Επιτροπή σημείωσε επίσης ότι τα γεγονότα τα οποία αναφέρονται στο δημοσίευμα δεν αποδείχθηκαν επί δικαστηρίου και συνεπώς πληροφορίες από οπουδήποτε αλλού προέρχονται δεν είναι δυνατό να θεωρούνται ως αδιαμφισβήτητα γεγονότα. Κατά συνέπεια η Επιτροπή αποφάσισε ότι το δημοσίευμα συνιστούσε παραβίαση των προνοιών του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας περί σεβασμού του τεκμηρίου αθωότητας και περί σεβασμού της ιδιωτικής ζωής και μη διασυρμού της υπόληψης ατόμων. Η Επιτροπή επιθυμεί να τονίσει ότι η ικανοποίηση της περιέργειας του κοινού για γεγονότα τα οποία δεν έχει νόμιμο συμφέρον να γνωρίζει δεν συνιστά δικαιολογία για παραβίαση των προνοιών του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας.
ΠΡΟΝΟΙΑ/EΣ ΚΩΔΙΚΑ:
ΜΜΕ:
ΑΡ. ΠΑΡΑΠΟΝΟΥ:
24/2008
ΗΜ. ΑΠΟΦΑΣΗΣ:
21/10/2008
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ:
ΟΧΙ
Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας εξέτασε παράπονο (24/2008 -20/8/08) από το δημοσιογράφο Λοϊζο Αντωνίου, μέσω της Ενωσης Συντακτών Κύπρου, για αντιδεοντολογικά και ανακριβή δημοσιεύματα στο «Φιλελεύθερο». Το ένα δημοσίευμα, στις 7/8/08, σχολίαζε επιστολή της Λιλής Ζωγράφου, που δημοσιεύθηκε το 1972 στον ελληνικό τύπο, με την οποία αποδοκίμαζε τις επιχορηγήσεις του Ιδρύματος Φορντ. Το σχόλιο έκανε παραλληλισμό με τις Αμερικανικές χρηματοδοτήσεις για την έγκριση του σχεδίου Ανάν στην Κύπρο. Το παράπονο ήταν ότι σχόλια που συνόδευαν την αναδημοσίευση της επιστολής από το «Φιλελεύθερο» «έχουν υπερβεί τα εσκαμμένα». Το δεύτερο δημοσίευμα, στις 12/8/08 αφορούσε στη διανομή ενθέτων από κυπριακές εφημερίδες βιβλιαρίων με περίληψη του σχεδίου Ανάν στην περίοδο προ του δημοψηφίσματος του 2004 και ανέφερε ότι οι εφημερίδες τα διένειμαν γιατί «δεν γνώριζε κανένας ποιοι κρύβονταν πίσω και έδιναν τα χρήματα, ούτε ποιος ήταν ο ρόλος των διαφόρων οργανώσεων που είχαν εμφανισθεί σαν μανιτάρια για να μας διαφωτίσουν». Σύμφωνα με το παράπονο, ο ισχυρισμός ότι «δεν γνώριζε κανένας ποιοι κρύβονταν πίσω και έδιναν τα χρήματα» είναι ανακριβής, γιατί στη δεύτερη σελίδα αναγράφονται σαφώς τα ονόματα των ατόμων που είχαν την πρωτοβουλία ετοιμασίας των βιβλιαρίων και ότι η χρηματοδότηση έγινε από τον Αμερικανικό Οργανισμό για τη Διεθνή Ανάπτυξη και από το Πρόγραμμα Αναπτύξεως των Ηνωμένων Εθνών μέσω του Γραφείου των Ηνωμένων Εθνών για Υπηρεσίες Προγραμμάτων (UNOPS). Ως προς το παράπονο για υπέρβαση των εσκαμμένων, η Επιτροπή θεωρεί ότι είναι πολύ γενικό και αόριστο και ότι, εν πάση περιπτώσει, το δημοσίευμα αποτελεί έκφραση γνώμης και δεν συνιστά παράβαση οποιασδήποτε πρόνοιας του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας. Συνεπώς, αποφασίστηκε να εξετασθεί μόνο το δεύτερο παράπονο ως προς τον ισχυρισμό για ανακρίβεια του δημοσιεύματος της 12ης Αυγούστου, για το οποίο ζητήθηκαν οι απόψεις της εφημερίδας. Ο συγγραφέας του επίμαχου άρθρου αρχισυντάκτης του «Φιλελεύθερου» κ. Αριστος Μιχαηλίδης, στην απάντησή του ανέφερε ότι το επίμαχο άρθρο ήταν συνέχεια άρθρων προηγούμενων ημερών σε σχέση με αποκάλυψη από το δημοσιογράφο Μιχάλη Ιγνατίου εγγράφων του αμερικανικού υπουργείου Εξωτερικών τα οποία, σύμφωνα με τη θέση του κ. Μιχαηλίδη, «για να αποφύγουν την ενημέρωση της κυπριακής κυβέρνησης για τον τρόπο που θα διοχέτευαν και τους παραλήπτες εκατομμυρίων δολαρίων, οι Αμερικανοί ήθελαν να υπαχθεί η διαχείριση σε πρόγραμμα των Ηνωμένων Εθνών», και η Αμερικανική πρεσβεία αποφάσιζε ποιος θα έπαιρνε τα χρήματα. Επίσης ανέφερε ότι τα γραφόμενα του αναφέρονταν σε έγγραφο του Στέιτ Ντιπάρμεντ που εκτιμούσε ότι «το μεγάλο ποσό της ετήσιας χορηγίας -10 εκ. δολάρια ετησίως- αντιπροσωπεύει ένα σημαντικό νέο εργαλείο άσκησης πολιτικής για τις ΗΠΑ και τον ΟΗΕ». Ο κ. Μιχαηλίδης, εξήγησε ότι με τα πιο πάνω «είναι φανερό τι εννοώ όταν λέω ότι τότε «δεν γνώριζε κανένας ποιοι κρύβονταν πίσω και έδιναν τα χρήματα» και ότι οι αναφορές του δεν είχαν καμιά σχέση με το ποιοι παρουσιάζονταν ως οι εκδότες των εντύπων, (δηλαδή ο Αμερικανός Οργανισμός για τη Διεθνή Ανάπτυξη και το Πρόγραμμα Αναπτύξεως των Ηνωμένων Εθνών μέσω του Γραφείου των Ηνωμένων Εθνών για Υπηρεσίες Προγραμμάτων (UNOPS). Επίσης επικαλέστηκε το γεγονός ότι στην τελευταία παράγραφο του άρθρου του ανέφερε ότι το ένθετο «έφερε την υπογραφή εκείνων που το έκαναν». Η Επιτροπή σημείωσε ότι από το μεμονωμένο άρθρο της 12ης Αυγούστου (και χωρίς ανελλιπή παρακολούθηση της προηγούμενης ειδησεογραφίας και αρθρογραφίας) δεν ήταν δυνατό να εξαχθεί σαφές συμπέρασμα για την ακριβή έννοια της πιο πάνω φράσης του αρθρογράφου. Με τις παρασχεθείσες εξηγήσεις αποσαφηνίστηκε το νόημα των επίμαχων σημείων του άρθρου. Η Επιτροπή κατέληξε στην απόφαση ότι τα αναφερθέντα δημοσιεύματα, ως συνέχεια προηγούμενης ειδησεογραφίας και αρθρογραφίας, αν και δεν ήταν απολύτως σαφή εκ πρώτης όψεως στον αναγνώστη και θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε παραπλάνηση, υπό το φως των διευκρινίσεων που δόθηκαν, και λαμβανομένου υπόψη του θεμελιακού χαρακτήρα της ελευθερίας έκφρασης, δεν συνιστούσαν παραβίαση της πρόνοιας του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας περί της ακρίβειας των δημοσιευμάτων. ΣΗΜ: Μετά την κοινοποίηση της απόφασης, ο παραπονούμενος απέστειλε επιστολή με παρατηρήσεις του, αναφέροντας ότι και τα δύο παράπονά του θα έπρεπε να είχαν γίνει αποδεκτά, παραθέτοντας διάφορα επιχειρήματα. Αργότερα κλήθηκε σε συνεδρία υποεπιτροπής και παρέθεσε τα ίδια επιχειρήματα. Ως προς το πρώτο παράπονο διαπιστώθηκε ότι η επιχειρηματολογία του δεν είχε περιληφθεί στη γραπτή διατύπωση του παραπόνου του. Ως προς το δεύτερο, υποδείχθηκε το σημείο της αρθρογραφίας στο οποίο αναφέρεται ότι τα βιβλιάρια έφεραν την υπογραφή εκείνων που το έκαναν και συνεπώς ήταν λογικό να υποτεθεί ότι ο αρθρογράφος, με την αναφορά του σε άγνωστους που κρύβονταν πίσω και έδιναν τα χρήματα, εννοούσε κάποιους που κατ’ ισχυρισμό ήταν πίσω από τους χρηματοδότες, όπως εξήγησε και ο ίδιος. Επομένως η διαπίστωση ήταν ότι επρόκειτο για ελλιπή διατύπωση ή παράλειψη, όχι όμως και για εσκεμμένη ή εξ αμελείας ή άγνοια παραπληροφόρηση. Τονίστηκε ακόμη η θέση ότι ότι το δικαίωμα της έκφρασης είναι τόσο θεμελιακό, ώστε να καλύπτει και περιπτώσεις κατά τις οποίες, λόγω ελλιπούς διατύπωσης ή παράλειψης ενδεχομένως να μη δίδεται σαφώς το νόημα. Ως προς το αίτημα για επανεξέταση της απόφασης, υποδείχθηκε στον παραπονούμενο και επικυρώθηκε από την ολομέλεια της Επιτροπής ότι με βάση την πάγια πρακτική, δεν μπορεί να γίνει επανεξέταση μιας υπόθεσης, εκτός εάν προκύψουν ουσιώδη στοιχεία τα οποία δεν ήταν γνωστά ή δεν ήταν δυνατό να ήταν γνωστά κατά το χρόνο της υποβολής του παραπόνου και εξέτασής του από την Επιτροπή.
ΠΡΟΝΟΙΑ/EΣ ΚΩΔΙΚΑ:
ΜΜΕ:
ΑΡ. ΠΑΡΑΠΟΝΟΥ:
25/2008
ΗΜ. ΑΠΟΦΑΣΗΣ:
21/10/2008
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ:
ΣΥΣΤΑΣΕΙΣ
H Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας απηύθυνε την ακόλουθη επιστολή προς όλα τα ΜΜΕ και προς τους δημοσιογράφους, σε σχέση με παράπονο εναντίον αριθμού εφημερίδων που είχαν δημοσιεύσει λεπτομέριες, ικανές να οδηγήσουν στην αποκάλυψη της ταυτότητας ανήλικης που κατ' ισχυρισμό είχε υποστεί σεξουαλική επίθεση από άτομο του οικογενειακού της περιβάλλοντος.
Αρχισυντάκτες
Διευθυντές Ειδήσεων
ΜΜΕ,
Δημοσιογράφους.
ΘΕΜΑ: Αποκάλυψη ταυτότητας θύματος βίας και άλλα θέματα δεοντολογίας
Η Επιτροπή δημοσιογραφικής Δεοντολογίας ασχολήθηκε με παράπονο (25/2008 -30/8/08) ότι δημοσιεύματα στις ημερήσιες εφημερίδες ημερομηνίας 29ης Αυγούστου, 2008 (και μεταδόσεις από ηλεκτρονικά ΜΜΕ την προηγούμενη) περιείχαν λεπτομέρειες οι οποίες θα ήταν δυνατό να οδηγήσουν στην αποκάλυψη της ταυτότητας ανήλικης που κατ’ ισχυρισμό υπήρξε θύμα σεξουαλικής παρενόχλησης από άτομο του οικογενειακού της περιβάλλοντος. Η Επιτροπή θεώρησε ότι στην προκειμένη περίπτωση θα ήταν πιο πρόσφορο, αντί της έκδοσης απόφασης, να απευθυνθεί επιστολή προς όλα τα έντυπα με κάποιες επισημάνσεις, προς αποφυγή παρόμοιων φαινομένων στο μέλλον. Παράκληση της Επιτροπής προς όλα τα ΜΜΕ και τους δημοσιογράφους είναι να αποφεύγουν τη δημοσίευση λεπτομερειών που θα μπορούσαν σε συνδυασμό με άλλα γεγονότα και λεπτομέρειες να οδηγήσουν στην αποκάλυψη της ταυτότητας θυμάτων σεξουαλικής βίας, ιδιαίτερα ανηλίκων. Τέτοιες λεπτομέρειες είναι ιδιαίτερα ο τόπος καταγωγής, η οικογενειακή κατάσταση, ιδιαίτερα η σχέση ή ο βαθμός συγγένειας, κυρίως όταν πρόκειται για αιμομικτικά αδικήματα, και οι ηλικίες δράστη και θύματος. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η αποφυγή της αποκάλυψης της ταυτότητας θυμάτων σεξουαλικής βίας, και ιδιαίτερα ανηλίκων δεν αφορά μόνο το ευρύ κοινό αλλά και το στενό περιβάλλον της γειτονιάς ή της συνοικίας. Πέραν της αποφυγής δημοσίευσης ευαίσθητων λεπτομερειών, η Επιτροπή παρακαλεί όπως κατά το χειρισμό θεμάτων σεξουαλικής βίας λαμβάνονται επίσης υπόψη οι πρόνοιες του Κώδικα περί αποφυγής χυδαίας φρασεολογίας και παράθεσης αχρείαστων λεπτομερειών που αναπαράγουν το αδίκημα και είναι δυνατό να οξύνουν τον ανθρώπινο πόνο. Τέλος η Επιτροπή επισημαίνει ότι η δημοσίευση του περιεχομένου οπτικογραφημένων καταθέσεων θυμάτων βίας στην οικογένεια, το οποίο ενίοτε κακώς διαρρέει προς τα ΜΜΕ, πέραν του ότι απαγορεύεται από το νόμο, στην περίπτωση ανηλίκων εξισούται με τη λήψη συνέντευξης χωρίς εξουσιοδότηση υπεύθυνου ενηλίκου, γεγονός που συνιστά παραβίαση της σχετικής πρόνοιας του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η απαγόρευση της αποκάλυψης της ταυτότητας παιδιών τα οποία είναι θύματα σεξουαλικής παρενόχλησης με βάση τις σχετικές πρόνοιες του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας είναι απόλυτη και δεν αποτελεί δικαιολογία το γεγονός ότι το όνομά τους ενδεχομένως να είχε αναφερθεί επί δικαστηρίου ή αποκαλύφθηκε από αστυνομικό όργανο.
Με εκτίμηση

Ανδρέας Μαυρομμάτης
Πρόεδρος Επιτροπής Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας
ΠΡΟΝΟΙΑ/EΣ ΚΩΔΙΚΑ:
ΜΜΕ:
ΑΡ. ΠΑΡΑΠΟΝΟΥ:
21/2008
ΗΜ. ΑΠΟΦΑΣΗΣ:
21/10/2008
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ:
ΣΥΣΤΑΣΕΙΣ
Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας εξέτασε παράπονο ότι η εφημερίδα "Πολίτης" δημοσίευσε λεπτομερή περιγραφή σεξουαλικών πράξεων σε υποστατικό, στο οποίο κατ' ισχυρισμό ασκείτο πορνεία, κατά παράβαση των προνοιών του Κώδικα Δγημοσιογραφικής Δεοντολογίας περί επαγγελματικού επιπέδου.
Η Επιτροπή, αντί απόφασης, αποφάσισε να απευθύνει επιστολή προς τον Αρχιυντάκτη της εφημερίδας, για τους λόγους που αναφέρονται στην επιστολή που ακολουθεί:
Κύριο
Σωτήρη Παρούτη,
Αρχισυντάκτη,
Εφημερίδα ΠΟΛΙΤΗΣ
Κύριε,
Σας πληροφορούμε ότι η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας έχει εξετάσει παράπονο εναντίον της εφημερίδας «Πολίτης» ( 21/2008, 8ης Αυγούστου, 2008) ότι στην έκδοσή της ημερομηνίας 7/8/2008 δημοσίευσε λεπτομερή περιγραφή σεξουαλικών πράξεων με αχρείαστες λεπτομέρειες, σε υποστατικό στο οποίο κατ’ ισχυρισμό ασκείτο πορνεία. Για τους λόγους που αναφέρονται στη συνέχεια, η Επιτροπή αποφάσισε να μην εκδώσει απόφαση στην προκειμένη περίπτωση, αλλά να σας απευθύνει την παρούσα επιστολή, με την παράκληση το περιεχόμενό της να ληφθεί υπόψη και να κοινοποιηθεί στο υπόλοιπο συντακτικό προσωπικό της εφημερίδας και ιδιαίτερα σε όσους χειρίζονται συνήθως παρόμοια θέματα. Η Επιτροπή αποδέχθηκε τις εξηγήσεις σας για την προέλευση των λεπτομερειών για σεξουαλικές πράξεις από δικαστική διαδικασία για την έκδοση διατάγματος κράτησης και ότι ακόμη και σε υπόθεση του Ανωτάτου Δικαστηρίου αναφέρθηκαν πολύ πιο περιγραφικές λεπτομέρειες. Ωστόσο επιθυμεί να επισημάνει ότι σε μια δικαστική διαδικασία είναι δυνατό να αναφερθούν λεπτομέρειες για σκοπούς απόδειξης, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι τέτοιες λεπτομέρειες είναι κατάλληλες να δημοσιευθούν σε μια εφημερίδα, η οποία θεωρείται οικογενειακό έντυπο. Η θέση σας είναι ότι η εφημερίδα σας δεν είχε υπερβεί τα όρια της δημοσιογραφικής δεοντολογίας, δημοσιεύοντας «αχρείαστες λεπτομέρειες». Ως προς το εάν οι λεπτομέρειες ήταν «αχρείαστες ή όχι», η Επιτροπή πιστεύει ότι το κριτήριο σε τέτοιες περιπτώσεις είναι διττό: Πρώτον, κατά πόσο το περιεχόμενο της είδησης ήταν κατάλληλο ή όχι προς δημοσίευση και δεύτερον εάν οι λεπτομέρειες ήταν απαραίτητες για να δώσουν πλήρη πληροφόρηση στο κοινό περί της υπό διερεύνηση υπόθεσης. Η Επιτροπή σημείωσε, περαιτέρω, ότι οι λεπτομερείς περιγραφές που αναφέρθηκαν στο δικαστήριο δόθηκαν από άτομο που χρησιμοποιήθηκε από την Αστυνομία ως συνεργός, με σκοπό να δοθεί αξιοπιστία στη μαρτυρία του. Η Επιτροπή σημείωσε ότι άλλες εφημερίδες περιορίστηκαν σε μία πιο γενική περιγραφή των αναφερθέντων από το συνεργάτη της αστυνομίας πράξεων, ενώ άλλη εφημερίδα αν και περιορίστηκε σε μια γενική αναφορά, δημοσίευσε μια περαιτέρω λεπτομέρεια. Υπό το φως των ανωτέρω, η Επιτροπή θεωρεί ότι οι λεπτομέρειες που δημοσιεύθηκαν από την εφημερίδα βρίσκονται στο μεταίχμιο και θεώρησε ότι θα ήταν καλύτερο να μη εκδώσει μια τυπική απόφαση, αλλά να απευθυνθεί προς την εφημερίδα σας -και τα άλλα ΜΜΕ και τους δημοσιογράφους- με την προτροπή να αποφεύγουν τη δημοσίευση ή μετάδοση λεπτομερειών για σεξουαλικές πράξεις, οι οποίες απευθύνονται όχι προς τη λογική αλλά προς τα ένστικτα, χωρίς να είναι απαραίτητες για την πλήρη και έγκυρη πληροφόρηση του κοινού. Η Επιτροπή επιθυμεί επίσης να υποδείξει ότι η πρακτική της αποφυγής δημοσίευσης τέτοιων λεπτομερειών θα πρέπει να τηρείται σε μεγαλύτερο βαθμό από εφημερίδες τις οποίες το κοινό αγοράζει καλή τη πίστει ως οικογενειακά έντυπα, με την πεποίθηση ότι δεν θα περιλαμβάνουν δημοσιεύματα ακατάλληλα ή φθοροποιά για νεαρά άτομα.
Με εκτίμηση

Ανδρέας Μαυρομμάτης
Πρόεδρος Επιτροπής Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας
ΠΡΟΝΟΙΑ/EΣ ΚΩΔΙΚΑ:
ΜΜΕ:
ΑΡ. ΠΑΡΑΠΟΝΟΥ:
23/2008
ΗΜ. ΑΠΟΦΑΣΗΣ:
21/10/2008
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ:
ΝΑΙ
Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας εξέτασε παράπονο (23/2008 -6/8/08) της Συμβουλευτικής Επιτροπής για την Πρόληψη της Βίας στην Οικογένεια ότι η εφημερίδα «Πολίτης», κατά παράβαση της νομοθεσίας, δημοσίευσε το περιεχόμενο οπτικογραφημένης κατάθεσης παιδιού που φέρεται να είναι μάρτυρας σε υπόθεση άσκησης βίας εναντίον της μητέρας του. Το παράπονο αφορά τη δημοσίευση στις 5/8/2008 περίληψης οπτικογραφημένης μαρτυρίας ανήλικου παιδιού σε υπόθεση άσκησης βίας από τον πατέρα εναντίον της μητέρας του. Ο «Πολίτης» ανέφερε προς την Επιτροπή ότι το περιεχόμενο της είδησης αναφέρθηκε σε δημόσια δικαστική διαδικασία και ότι με το περιεχόμενό της δεν αποκαλύπτεται η ταυτότητα του παιδιού. Η εφημερίδα υποστήριξε περαιτέρω ότι τα φαινόμενα βίας στην οικογένεια δεν αντιμετωπίζονται με το να «σκεπάζουμε το πρόβλημα κάτω από το χαλί», αλλά με τη δημοσιοποίηση λεπτομερειών, με σεβασμό πάντα προς τα θύματα και με γνώμονα τη μη αποκάλυψη της ταυτότητάς τους. Η Επιτροπή συμφωνεί με την τελευταία παρατήρηση της εφημερίδας αλλά σημειώνει ότι το παράπονο δεν αφορά στη δημοσιοποίηση είτε της υπόθεσης είτε της ταυτότητας των εμπλεκομένων, αλλά στη δημοσίευση της οπτικογραφημένης κατάθεσης ανήλικου παιδιού. Οι Νόμοι Περί Βίας στην Οικογένεια του 2000 και του 2004 προβλέπουν, στον άρθρο 35 (1) ότι «απαγορεύεται η παράδοση, παραλαβή ή δημοσίευση οποιασδήποτε κατάθεσης θύματος ή μάρτυρα σε αδίκημα βίας, η οποία λήφθηκε με οποιοδήποτε τρόπο σε οποιοδήποτε πρόσωπο που δεν έχει σχέση με τη διερεύνηση, δίωξη ή εκδίκαση της υπόθεσης». Η Επιτροπή δεν έχει αρμοδιότητα εφαρμογής του Νόμου και θεωρεί περαιτέρω ότι ανάγεται στην αρμοδιότητα άλλων αρχών, όπως της ηγεσίας της Αστυνομίας, του Γενικού Εισαγγελέα και των αρμοδίων δικαστηρίων να λάβουν μέτρα προς εφαρμογή της πρόνοιας του νόμου ως προς τη δημοσίευση οπτικογραφημένων μαρτυριών. Ωστόσο, όταν πρόκειται για οπτικογραφημένη μαρτυρία παιδιών, η Επιτροπή έχει αρμοδιότητα εφαρμογής της πρόνοιας του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας ότι «οι δημοσιογράφοι δεν παίρνουν συνεντεύξεις από…παιδιά κάτω των 16 ετών σε σχέση με θέματα που αφορούν την προσωπική τους κατάσταση ή ευημερία, χωρίς τη συγκατάθεση γονέως των ή άλλου ενηλίκου που έχει την ευθύνη γι’ αυτά». Ο όρος «συνέντευξη» δεν σημαίνει μόνο τη λήψη δηλώσεων μέσω προσωπικής επαφής του δημοσιογράφου με το παιδί αλλά επεκτείνεται στη λήψη δηλώσεών στις οποίες το παιδί προέβη προς οποιοδήποτε τρίτο και υπό οποιεσδήποτε περιστάσεις. Συνεπώς, η δημοσίευση της οπτικογραφημένης μαρτυρίας του παιδιού στη συγκεκριμένη υπόθεση, για την οποία δεν φαίνεται να υπήρξε οποιαδήποτε συγκατάθεση των γονέων ή άλλου ενηλίκου που είχε την ευθύνη για το παιδί (όπως πχ. του Γραφείου Ευημερίας) συνιστά παραβίαση της σχετικής πρόνοιας του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας.
ΠΡΟΝΟΙΑ/EΣ ΚΩΔΙΚΑ:
ΜΜΕ:
ΑΡ. ΠΑΡΑΠΟΝΟΥ:
12/2008
ΗΜ. ΑΠΟΦΑΣΗΣ:
11/09/2008
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ:
ΟΧΙ
Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας εξέτασε παράπονο (12/2008 (18/6/2008) που υπέβαλε ο κ. Πάμπος Δημητριάδης, κυβερνήτης και εκπαιδευτής της «Γιουροσύπρια» εναντίον του δημοσιογράφου Πέτρου Θεοχαρίδη (Φιλελεύθερος) για αντιδεοντολογική διαρροή επιστολής του προς τρίτα άτομα. Ο παραπονούμενος υποστήριξε ότι ο κ. Θεοχαρίδης αφ’ ενός παρέλειψε να δημοσιεύσει επιστολή που του απέστειλε κατόπιν τηλεφωνικής συνεννόησής τους και αφ’ ετέρου διαβίβασε την επιστολή σε τρίτο πρόσωπο με κακόβουλη πρόθεση. Η Επιστολή του παραπονουμένου, ημερομηνίας 30/5/2008, περιείχε σχόλια επί του περιεχομένου είδησης του κ. Θεοχαρίδη που δημοσιεύθηκε λίγες ημέρες νωρίτερα στο «Φιλελεύθερο» σχετικά με ορισμένες πτυχές που αφορούσαν στην ασφάλεια πτήσεων της Γιουροσύπρια. Μεταξύ άλλων η επιστολή αναφερόταν στα τέσσερα άτομα που υπηρετούν ως Επιθεωρητές στο Τμήμα Πολιτικής Αεροπορίας και στα προσόντα τους. Η επιστολή αντί να δημοσιευθεί, κατέληξε, σύμφωνα με το παράπονο, στα χέρια του Επιθεωρητή Κυριάκου Λαζάρου, ο οποίος τηλεφώνησε στον παραπονούμενο και το ρώτησε αν είχε γράψει επιστολή με το συγκεκριμένο περιεχόμενο. Ο παραπονούμενος υποστήριξε ότι δεν είχε κοινοποιήσει την επιστολή σε κανένα τρίτο και επομένως η μόνη δυνατή πηγή διαρροής της ήταν ο κ. Θεοχαρίδης. Είπε επίσης ότι σκοπός του ήταν να δημοσιευθεί η επιστολή προκειμένου να ασκηθεί πίεση για λήψη μέτρων σχετικά με τα θέματα που αναφέρονταν και όχι να φθάσει απλώς στα χέρια κάποιων τρίτων. Ο κ. Θεοχαρίδης αρνήθηκε κατηγορηματικά ότι διαβίβασε την επιστολή σε οποιοδήποτε τρίτο. Είπε ότι δεν τη δημοσίευσε, γιατί αφ’ ενός «δεν παρουσίαζε δημοσιογραφική χρησιμότητα» και αφ’ ετέρου γιατί «ήταν γεμάτη λιβέλλους» και περιείχε «χαρακτηρισμούς και ύβρεις". Ενώπιον των ανωτέρω διαμετρικά αντίθετων θέσεων και δεδομένου ότι το βάρος της απόδειξής μιας καταγγελίας βρίσκεται στους ώμους του παραπονουμένου, η Επιτροπή ζήτησε από τον παραπονούμενο επιβεβαιωτική μαρτυρία, η οποία δεν παρουσιάστηκε. Στο πλαίσιο περαιτέρω διερεύνησης του θέματος, η Επιτροπή επικοινώνησε με τον Επιθεωρητή Κυριάκο Λαζάρου, ο οποίος υποστήριξε ότι είχε πάρει την επιστολή του παραπονούμενου σε μορφή τηλεομοιότυπου από συνάδελφό του Επιθεωρητή Ασφάλειας, ο οποίος τον πληροφόρησε ότι την είχε πάρει από συνάδελφο του παραπονουμένου, πιλότο της Γιουροσύπρια. Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, η Επιτροπή αποφάσισε ότι λόγω των αντικρουομένων θέσεων των δύο πλευρών, αδυνατεί να καταλήξει σε ασφαλή απόφαση ως προς την πηγή διαρροής της επιστολής. Ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι ο κ. Θεοχαρίδης αρνείται ότι κοινοποίησε την επιστολή σε οποιοδήποτε τρίτο, η Επιτροπή θεωρεί ότι ενεργώντας στο πλαίσιο της δημοσιογραφικής του ιδιότητας, είχε δικαίωμα να θέσει το περιεχόμενο της επιστολής υπόψη του κ. Λαζάρου ή οποιουδήποτε άλλου στον οποίο γινόταν αναφορά στην επιστολή, προκειμένου να πάρει τα σχόλιά του σχετικά με τις προσωπικές αναφορές. Περαιτέρω, η ενέργεια αυτή θα ήταν δικαιολογημένη, δεδομένου ότι η επιστολή αφορούσε και σε άλλα θέματα που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα των Επιθεωρητών Ασφάλειας του Τμήματος Πολιτικής Αεροπορίας. Οι θέσεις αυτές αφορούν στο συγκεκριμένο παράπονο, με τα ιδιαίτερα δεδομένα του και δεν πρέπει να εκληφθούν ως καθολική αρχή που θα μπορούσε να έχει εφαρμογή σε άλλες περιπτώσεις. Η Επιτροπή επανέλαβε επίσης την πάγια θέση της ότι τα ΜΜΕ έχουν δικαίωμα να αρνηθούν τη δημοσίευση επιστολών, όταν κατά την άποψή τους υπάρχει ενδεχόμενο το περιεχόμενό τους να επισύρει νομικές συνέπειες για τα ίδια ή για τρίτους.
ΠΡΟΝΟΙΑ/EΣ ΚΩΔΙΚΑ:
ΜΜΕ:
ΑΡ. ΠΑΡΑΠΟΝΟΥ:
20/2008
ΗΜ. ΑΠΟΦΑΣΗΣ:
11/09/2008
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ:
ΟΧΙ
Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας εξέτασε παράπονο (20/2008-29/7/08 για δημοσίευμα στο περιοδικό ΟΜΙΚΡΟΝ έκδοσης Αυγούστου, 2008, το οποίο περιείχε περιγραφή σεξουαλικών πράξεων και για παρουσία του περιοδικού σε αίθουσα αναμονής ιατρού. Η παραπονούμενη εξήγησε ότι το παράπονο δεν υποβλήθηκε λόγω υπερβολικής σεμνοτυφίας, αλλά επειδή το περιοδικό ήταν διαθέσιμο στο θάλαμο αναμονής ιατρού όπου θα μπορούσαν να το διαβάσουν ανήλικοι ή άτομα που ενδεχομένως να ενοχλούντο από το περιεχόμενο. Η νομική σύμβουλος της εταιρείας «Φιλελεύθερος» που εκδίδει το περιοδικό, εξήγησε ότι το επίμαχο απόσπασμα ήταν μέρος παρουσίασης υπό έκδοση βιβλίου ιατρού, που έχει ως αντικείμενο την αγάπη και την ερωτική συμπεριφορά των Κυπρίων. Περαιτέρω ανέφερε ότι τα υπό αναφορά δημοσιεύματα δεν μπορούσαν να θεωρηθούν αισχρά και ανήθικα, γιατί δεν έτειναν προς διαφθορά και εξαχρείωση και ότι το θέμα θα έπρεπε να εξετασθεί από τη σκοπιά του μέσου πολίτη. Η Επιτροπή θεωρεί ότι επί του προκειμένου δεν υπάρχει διαμάχη, δεδομένου ότι στο παράπονο δεν διατυπώνεται ισχυρισμός για αισχρότητα ή ανηθικότητα του δημοσιεύματος. Περαιτέρω, η Επιτροπή αποφάσισε ότι το ΟΜΙΚΡΟΝ, ως περιοδικό γενικής και ποικίλης ύλης, απευθυνόμενο σε ενήλικες, μπορεί να φιλοξενεί απόψεις, εμπειρίες και αναλύσεις επί διαφόρων θεμάτων και θεματικών αποχρώσεων. Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, η Επιτροπή αποφάσισε ότι δεν υπήρξε παραβίαση οποιασδήποτε πρόνοιας του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας. Δεδομένου ότι είναι εκτός της αρμοδιότητας της Επιτροπής να κρίνει την τοποθέτηση του περιοδικού σε οποιοδήποτε χώρο αναμονής, η Επιτροπή θεωρεί ότι επαφίεται στους χρήστες του περιοδικού να το κρίνουν και να το αξιοποιήσουν κατά την κρίση τους. Επί του προκειμένου, θεωρεί επίσης ότι είναι ευθύνη του αναγνώστη, εάν θεωρεί το περιεχόμενο του περιοδικού αισχρό ή χυδαίο ή ακατάλληλο για κάποιες ηλικιακές ομάδες, να υποδείξει στον υπεύθυνο του χώρου ότι δεν πρέπει να εκτίθεται σε χώρο όπου ενδεχομένως να έχουν πρόσβαση και ανήλικοι ή άτομα που ενδεχομένως να ενοχλούνται από το περιεχόμενό του.
ΠΡΟΝΟΙΑ/EΣ ΚΩΔΙΚΑ:
ΜΜΕ:
ΑΡ. ΠΑΡΑΠΟΝΟΥ:
17/2008
ΗΜ. ΑΠΟΦΑΣΗΣ:
11/09/2008
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ:
ΔΕΝ ΕΞΕΤΑΣΤΗΚΕ
Στην Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας υποβληθηκε παράπονο από το Παρατηρητήριο για το Ρατσισμό και τη Ξενοφοβία στην Κύπρο ότι ορισμένα ηλεκτρονικά ΜΜΕ φιλοξένησαν και μετέδωσαν ρατσιστικές δηλώσεις στελεχών οργάνωσης. Το παράπονο, που παρατίθεται πιο κάτω, δεν περιλάμβανε συγκεκριμένα στοιχεία για να καταστεί δυνατή η διερεύνησή του, και η Επιτροπή πληροφόρησε αναλόγως τον παραπονούμενο, με την ακόλουθη επιστολή:
Κύριο
Νίκο Τριμικλινιώτη,
Παρατηρητήριο για το Ρατσισμό και τη Ξενοφοβία στην Κύπρο.
ΘΕΜΑ: Παράπονο για ξενοφοβικές εκπομπές
Σε συνέχεια επιστολής μας ημερομηνίας 17ης Ιουλίου, 2008, σας πληροφορούμε ότι η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας επελήφθη του παραπόνου σας για ξενοφοβικές εκπομπές που φιλοξένησαν απόψεις συγκεκριμένων οργανώσεων. Η Επιτροπή προσπάθησε να εξασφαλίσει στοιχεία για τις εκπομπές αυτές, τα οποία οι ενδιαφερόμενοι απέφυγαν να δώσουν επικαλούμενοι το γεγονός ότι δεν τους δόθηκαν συγκεκριμένες ημερομηνίες και εκπομπές. Λόγω έλλειψης στοιχείων η Επιτροπή αδυνατεί να εξετάσει περαιτέρω το παράπονο, εκτός ένα είστε σε θέση να κάμετε πιο συγκεκριμένη την καταγγελία σας. Η Επιτροπή επιθυμεί να σας πληροφορήσει ότι ανάλογο παράπονο έχει υποβληθεί από την ΚΙΣΑ εναντίον του καναλιού TV EXTRA, οπότε οι θέσεις των οργανώσεων αυτών θα κριθούν έμμεσα με τη διαπίστωση ή όχι παράβασης από το συγκεκριμένο κανάλι. Είμαστε στη διάθεσή σας για ο,τιδήποτε περαιτέρω.
Με εκτίμηση

Ανδρέας Μαυρομμάτης Πρόεδρος Επιτροπής Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας.
Το παράπονο δημοσιεύεται κατωτέρω, γιατί περιλαμβάνει αξιόλογες παρατηρήσεις. Από το κείμενο έχουν αναφερθεί αναφορές σε άτομα και ΜΜΕ, δεδομένου ότι δεν κλήθηκαν να απαντήσουν, επειδή δεν αναφέρθηκαν συγκεκριμένα στοιχεία για τις εκμπομπές:
13/7/2008
κ. Αντρέα Μαυρομμάτη
Πρόεδρο Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας
ΘΕΜΑ: Καταγγελία για Ρατσιστικό Λόγο
Αγαπητέ κ. Μαυρομμάτη
Εισαγωγή: Ο Απαγορευμένος Ρατσιστικός Λόγος
Με την παρούσα θα ήθελα να υποβάλω παράπονο στην Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας εκ μέρους του Κυπριακού Παρατηρητήριου για τον Ρατσισμό και τη Ξενοφοβία. Η καταγγελία μου στρέφεται ενάντια στους ακόλουθους: (Παραλείπονται τα ονόματα) Η ανάγκη προστασίας από τον ρατσισμό, την απαράδεκτη αυτή ιδεολογία και όλες τις μορφές που αυτός παίρνει (θεσμικός, διαπροσωπικός, καθημερινές πρακτικές και δημόσιος λόγος) οδήγησε την πολιτεία να νομοθετήσει ενάντια σ’ αυτό το φαινόμενο. Αναφέρομε σε πανευρωπαϊκή πλέον νομοθεσία στα πλαίσια της Ε.Ε. και του Συμβουλίου της Ευρώπης, αλλά στον ΟΗΕ: έχουμε κυρώσει ως Κυπριακή Δημοκρατία σχετικές συμβάσεις, κι έχουμε ενσωματώσει τις Ευρωπαϊκές οδηγίες που απαγορεύουν τόσο τις ρατσιστικές πράξεις, όσο την προαγωγή του φυλετικού μίσους και την δημιουργία ρατσιστικού κλίματος. Το βασικό νομικό, αλλά και ηθικό πολιτικό ζήτημα είναι η διαφύλαξη μας από τον ρατσιστικό λόγο ενώ παράλληλα ο σεβασμός προς την ελεύθερη έκφραση. Αυτό το εκ πρώτης όψης δύσκολο συνταγματικό δίλημμα ανάμεσα στους δυο πόλους το λύνουμε σχετικά εύκολα αν δούμε τι ακριβώς προνοεί η νομοθεσία κατά του ρατσισμού και των διακρίσεων. Ο ρατσιστικός λόγος είτε εκδηλώνεται σε επίπεδο επίσημου λόγου του κράτους, είτε σε πολιτικό ή εκπαιδευτικό επίπεδο, είτε σε ακαδημαϊκό/επιστημονικό ή στο ΜΜΕ ή διαπροσωπικό επίπεδο καθημερινότητας κρίνεται από τα παραγόμενα αποτελέσματα του: Εκφράζει κι αναπαράγει τις ρατσιστικές ιδεολογίες που νομιμοποιούν ρατσιστικές πρακτικές: επομένως γίνεται αυτό που ο νόμος ρητά απαγορεύει – προαγωγή φυλετικού μίσους. Δημιουργεί ρατσιστικό κλίμα δηλαδή εκφοβιστικό, εχθρικό, ταπεινωτικό ή υποτιμητικό για συγκεκριμένες κατηγορίες του πληθυσμού λόγω φυλής ή εθνικής καταγωγής. Υπάρχουν νομικές ρυθμίσεις που απαγορεύουν τον ρατσιστικό λόγο, υπό ορισμένες προϋποθέσεις για την προστασία των ευάλωτων ομάδων κι ευρύτερα για την υπεράσπιση της αξιοπρέπειας και της συνοχής και της ελεύθερης κοινωνίας. «Κίνηση για τη Σωτηρία της Κύπρου»: Αρχέτυπο Ρατσιστικού Λόγου Η αποστολή της οργάνωσης αυτής, όπως φαίνεται από τα έγγραφα που κυκλοφόρησαν, είναι βασισμένη σε δύο άξονες, που έχουν ταλαιπωρήσει και εξακολουθούν να ταλαιπωρούν την ανθρωπότητα και που έχουν αφάνισαν εκατομμύρια ανθρώπους ανά τον κόσμο τον 20ο και τον 21ο αιώνα: το ρατσισμό και τον εθνικισμό. Γιατί μόνο ρατσιστική μπορεί να χαρακτηριστεί η θέση ότι οι μετανάστες θα «εισβάλουν» και θα εποικίσουν τη χώρα μας, θα αλλοιώσουν το δημογραφικό μας χαρακτήρα και εν γένει θα μας εξαφανίσουν, πλην όμως τα σχέδια τους τώρα αποκαλύφτηκαν και θα ανατραπούν από τους «σωτήρες» της Κύπρου. Οι μνήμες είναι ακόμα νωπές από τον πόνο και την καταστροφή που προκάλεσαν εκείνοι που θέλησαν να «σώσουν» τη Γερμανία από τους Εβραίους, την Ελλάδα από τον κομμουνισμό, την Κύπρο από τον Μακάριο, την Χιλή από τον Αγιέντε κλπ κλπ. Το δε σενάριο για συνωμοσία της Τουρκίας πίσω από την «εισβολή» την μεταναστών, εκτός από αφελές και βλακώδες, είναι εμποτισμένο με εθνικισμό και τυφλό αντι-τουρκικό φανατισμό, που δεν αφήνει τους «σωτήρες» να δουν το αυτονόητο: ότι κανείς δεν μπορεί να ελέγξει τη ροή της μετανάστευσης και κανείς δεν είναι σε θέσει να εκμεταλλευτεί τη ροή αυτή προς όφελος του. Ασφαλώς υπάρχουν συμφέροντα που κερδοσκοπούν σε βάρος των μεταναστών: αυτό εξάλλου είναι αποτέλεσμα της μαζικής ζήτηση για εργατική δύναμη από εργοδότες στην Κύπρος όπως και σε άλλες χώρες, πράγμα που εκμεταλλεύονται οι διακινητές. Πώς αλήθεια συμφέρει την Τουρκία να υπάρχουν “πολλοί” μετανάστες στην Κύπρο; Μήπως είναι όλοι «εγκάθετοι» της και υπάρχει μυστικό σχέδιο να μας πετάξουν στη θάλασσα; Αυτά δεν είναι σοβαρά πράγματα. Οι δε αναφορές τους σε «αφροασιατικές», «Μουσουλμανοασιατικές» και «Τουρκο-ασιατικές» ορδές που εισβάλλουν και «γεννοβολούν» καλλιεργούν τον πανικό, τη ξενοφοβία και το ρατσισμό και ξεκάθαρα δημιουργούν κλίμα φυλετικού μίσους. Τα δύο βιβλιαράκια που εξέδωσαν περιέχουν πληθώρα ρατσιστικών και ξενοφοβικών στοιχείων που αξίζει να μελετηθούν ως αρχέτυπο ρατσιστικού λόγου στην χώρα μας. Η δε απόπειρα των «σωτήρων να φωτογραφίσουν όσους ασχολούνται με ανθρώπινα δικαιώματα σαν «όργανα» των ξένων αποτελεί ύβρη και λίβελλο για τη δημοκρατία. Παραθέτω επίσης ένα απόσπασμα από σχετικό απόσπασμα από την ανακοίνωση της ΚΙΣΑ: υπογραφή2 Για το περιεχόμενο της εκδήλωσης οι διοργανωτές βρήκαν και βήμα στο * , του * και του * στα οποία παρουσίασαν τις θέσεις τους για τον εποικισμό... από τους αλλοδαπούς. Μάλιστα εκτός από αυθαίρετους αριθμούς, παρουσίασαν και αλβανικό μανιφέστο ... το οποίο βρήκαν στο διαδίκτυο, για το τι απεργάζονται οι Αλβανοί μετανάστες στην "Τσαμουριά", προειδοποιώντας ότι τα ίδια θα συμβούν και στην Κύπρο. Με τις απόψεις τους συμφωνούσε και ο παρουσιαστής του Ρ* λέγοντας ότι είναι φως φανάρι ότι υπάρχει οργανωμένο σχέδιο για διοχέτευση λαθρομεταναστών. Τα βιβλιαράκια και οι ανακοινώσεις στον τύπο αποτελούν παράνομη ρατσιστική έκδοση με βάση τα εξής: (α) Παραβιάζουν το Σύνταγμα το οποίο ρητά απαγορεύει τις δυσμενείς διακρίσεις «αμέσου ή εμμέσου εις βάρος οιουδήποτε ατόμου ένεκα της κοινότητος, της φυλής, του χρώματος, της θρησκείας, της γλώσσης, του φύλου, των πολιτικών ή άλλων πεποιθήσεων, της εθνικής ή κοινωνικής καταγωγής, της γεννήσεως, του πλούτου, της κοινωνικής τάξεως αυτού ή ένεκα οιουδήποτε άλλου λόγου» Επίσης, διασφαλίζει «το δικαίωμα ελευθερίας σκέψεως, συνειδήσεως και θρησκείας» και ορίζει ότι «πάσαι αι θρησκείαι είναι ίσαι ενώπιον του νόμου», ενώ απαγορεύει οποιαδήποτε «νομοθετική, εκτελεστική ή διοικητική πράξις της Δημοκρατίας δύναται να κάμη δυσμενή διάκρισιν εις βάρος οιουδήποτε θρησκευτικού ιδρύματος ή θρησκείας» και γενικά διασφαλίζει τη θρησκευτική ελευθερία. (β) Παραβιάζουν τη Διεθνή Σύμβαση για την Εξάλειψη όλων των μορφών των φυλετικών διακρίσεων με βάση το άρθρο 2Α του τροποποιημένου νόμου καθιστά υπόλογους απέναντι στο νόμο τα πρόσωπα που: Εξωθούν σε πράξεις που μπορούν να προκαλέσουν διακρίσεις, μίσος ή βία ενάντια σε πρόσωπα με βάση τη φυλή, την εθνική καταγωγή ή τη θρησκεία. Δημιουργούν ή συμμετέχουν σε οργανώσεις που προωθούν προπαγάνδα με σκοπό τις διακρίσεις λόγω φυλής. Εκφράζουν ιδέες που εξυβρίζουν πρόσωπα λόγω της φυλής τους, της εθνικής καταγωγής ή της θρησκείας τους. Αρνούνται να παρέχουν αγαθά και υπηρεσίες σε ανθρώπους λόγω της φυλής, της εθνικής καταγωγής ή της θρησκείας τους. (γ) Παραβιάζουν τον Ποινικό Κώδικα, και συγκεκριμένα το Άρθρο 48: “πρόθεση να προωθηθούν αρνητικά συναισθήματα και εχθρότητα μεταξύ διαφορετικών κοινοτήτων ή τάξεων του πληθυσμού της Δημοκρατίας”. (δ) Παραβιάζουν τον Ποινικό Κώδικα, και συγκεκριμένα τα Άρθρα 51 και 51Α: η προμελετημένη δήλωση, έντυπη ή δημοσιευμένη, που “ενθαρρύνει την προσφυγή στη βία εκ μέρους όποιων από τους κατοίκους ή “ενθαρρύνει την προσφυγή στη βία ή προωθεί αρνητικά συναισθήματα μεταξύ διαφορετικών τάξεων ή κοινοτήτων ή προσώπων στην Κυπριακή Δημοκρατία” ή που “εξωθεί τους κατοίκους σε πράξεις βίας μεταξύ τους ή σε αμοιβαία διαφωνία ή υποθάλπει τη δημιουργία πνεύματος δυσανεξίας.” (ε) Το δε Άρθρο 142 του Ποινικού κώδικα που ρητά προνοεί ότι «η έκδοση ενός βιβλίου ή φυλλαδίου ή όποιας επιστολής ή άρθρου σε εφημερίδα ή περιοδικό που εκλαμβάνεται από μια ομάδα ανθρώπων ως δημόσια εξύβριση της θρησκείας τους, με σκοπό να εξευτελίσουν αυτή τη θρησκεία ή να κλονίσουν ή να εξυβρίσουν τους πιστούς της». Ξεκάθαρα οι εκδόσεις της «Κίνησης» εξυβρίζει του Μουσουλμάνους και γενικά τους μη Έλληνες Ορθόδοξους. Δεν δικαιούνται κρατικοί λειτουργοί και κάτοχοι κυβερνητικών αξιωμάτων να στηρίζουν Ρατσιστικές Οργανώσεις Αυτά θα έπρεπε να απασχολήσουν όσους επίσημους και μη αποφασίσουν να νομιμοποιήσουν τους «σωτήρες» με την παρουσία τους στην εκδήλωση τους. Βεβαίως, δικαίωμα του κάθε ιδιώτη να παραστεί σε όποια εκδήλωση θέλει και να εκφράσει την όποια άποψη του. Το δικαίωμα αυτό, όμως, δεν έχουν πολιτειακοί λειτουργοί που είναι επιφορτισμένοι με την εφαρμογή των νόμων και της δικαιοσύνης, την προστασία των δικαιωμάτων των πολιτών να συμμετάσχει σ εκδηλώσεις που έκδηλα προωθούν το φυλετικό μίσος και τη ξενοφοβία: οφείλει να αποφύγει να παρέχει κρατική στήριξη και επίσημο μανδύα στους διάφορους «σωτήρες». Ας παραιτηθούν λοιπόν όσοι κρατικοί λειτουργοί θέλουν να συμμετάσχουν και ως απλοί πολίτες πλέον ας συμμετάσχουν σε όποιες ακροδεξιές και φασιστικές οργανώσεις θέλουν: ωστόσο δεν δικαιούνται ούτε ως ιδιώτες προαγάγουν το φυλετικό μίσος. Ενόσω κατέχουν κρατικά αξιώματα, δεν έχουν το δικαίωμα να προβαίνουν σε πράξεις που τους κάνουν περίγελους όχι μόνο στην Κύπρο αλλά και στα Ευρωπαϊκά σώματα. Τα ΜΜΕ δεν δικαιούνται να στηρίζουν και προαγάγουν Ρατσιστικές Οργανώσεις που υποθάλπουν το φυλετικό μίσος, τον ρατσισμό και τη ξενοφοβία Καλούμε τους θεσμούς για τους οποίους τόσο περήφανα παρουσιάζουμε στην ΕΕ, όπως για παράδειγμα η Αρχή κατά του Ρατσισμού και των Διακρίσεων, η Αρχή Ραδιοτηλεόρασης και Επιτροπή Δεοντολογίας να παρέμβουν επιτέλους για να αναχαιτίσουν την εθνικιστική-ρατσιστική λαίλαπα: Τι θα γίνει με τα διάφορα κανάλια που υποθάλπουν τον ρατσισμό, όπως οι δημοσιογράφοι και υπεύθυνοι των καναλιών *,*,* που πρόβαλαν την «Κίνηση για τη Σωτηρία της Κύπρου» και παρότρυναν το κοινό να συμμετάσχει στη εκδήλωση της κατά παράβαση της νομοθεσίας που θεωρεί την πράξη αυτή ποινικό αδίκημα (βλ. Νόμος Ν. 12/1967); Ο Κώδικας Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας (ΚΔΔ) έχει θεσπίσει αρχές με «πρώτη και κύρια» το «σεβασμό της αλήθειας και του δικαιώματος του πολίτη για σωστή, αντικειμενική και ολοκληρωμένη πληροφόρηση». Συγκεκριμένα το σημείο 12 με τίτλο «ΔΥΣΜΕΝΕΙΣ ΔΙΑΚΡΙΣΕΙΣ» του ΚΔΔ ρητά αναφέρει: «Τα Μ.Μ.Ε. αποφεύγουν οποιαδήποτε απ’ ευθείας ή άλλη αναφορά ή ενέργεια εναντίον προσώπου η οποία περιέχει στοιχεία προκατάληψης με βάση στη φυλή, το χρώμα, τη γλώσσα, τη θρησκεία, τις πολιτικές ή άλλες πεποιθήσεις, την εθνική ή κοινωνική προέλευση, την περιουσία, την καταγωγή, την ηλικία, το φύλο και το προσωπικό καθεστώς, περιλαμβανομένης της φυσικής ή διανοητικής ασθένειας ή αναπηρίας. Ο χλευασμός, η διαπόμπευση και ο διασυρμός ατόμων ή ομάδων είναι ανεπίτρεπτος.» Επίσης η «Διακήρυξη Αρχών Κώδικα Δημοσιογράφων» της Διεθνούς Ομοσπονδίας Δημοσιογράφων αναφέρει: «Ο δημοσιογράφος έχει υπόψη του τον κίνδυνο εφαρμογής διακρίσεων από τα ΜΜΕ και κάνει καθετί δυνατό ώστε να αποφεύγει να διευκολύνει τέτοιες διακρίσεις στηριγμένες ανάμεσα σ’ άλλα στη φυλή, το φύλο, τη φυλετική προέλευση, τη γλώσσα, τη θρησκεία, τις πολιτικές και άλλες απόψεις και την εθνική ή κοινωνική προσέλευσης.» Παρόμοιες προσεγγίσεις έχει και το Ψήφισμα 1003 (1993) για τη Δημοσιογραφική Δεοντολογία. Με την απουσία δράσης επιτρέπεται στους διάφορους αυτόκλητους «Σωτήρες» να δημιουργούν εκφοβιστικό κλίμα ενάντια στις ευάλωτες ομάδες και οξύνεται κι αναπαράγεται ο ρατσισμός. Υπενθυμίζουμε ότι υπάρχει το προηγούμενο στη Βρετανία όπου η αδράνεια της αστυνομίας στην ορθή διερεύνηση της υπόθεσης Lawrence αποτέλεσε «θεσμικό ρατσισμό».
Παρακαλώ όπως διερευνήσετε το παράπονο.
Δρ. Νίκος Τριμικλινιώτης
Επιστημονικός Διευθυντής του Παρατηρητηρίου για τον Ρατσισμό στην Κύπρο (RAXEN)